«Γνώσεσθε τήν ἀλήθειαν, καί ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (Ευαγγελιστής Ιωάννης)

 

Οι ναυαγοσώστες λένε  πως όταν  κάποιοι που κολυμπούν   συνειδητοποιήσουν μια στιγμή ότι  απομακρύνθηκαν από την ακτή σε  βαθιά νερά και δε γνωρίζουν  καλό κολύμπι, καταλαμβάνονται  από φόβο, και πανικό. Κι αν   καταφέρουν  και αρπαχτούν από μια προεξοχή βράχου , αρνούνται  να απαγκιστρωθούν, όχι μόνο για να επιδιώξουν με τις δικές τους δυνάμεις μια νέα προσπάθεια προσέγγισης της στεριάς, έστω κι αν είναι  ακριβώς δίπλα τους, αλλά ούτε καν αφήνονται  ή διστάζουν για ώρα  να αφεθούν στα χέρια ακόμα και έμπειρου ναυαγοσώστη, που εύκολα και ακίνδυνα  μπορεί να τους  βγάλει έξω.

 Ο φόβος, όταν  δεν είναι υπερβολικός,  είναι φυσικό να διακατέχει τον άνθρωπο. Πολλές φορές, μάλιστα,  είναι απαραίτητο συναίσθημα  της ζωής, επειδή λειτουργεί αποτρεπτικά και σωτήρια απέναντι στον κίνδυνο. Η εμμονή, η παράδοση στο συνεχή  φόβο, όμως,  είναι παραίτηση,  δειλία, αρρώστια ψυχής.

Η ζωή είναι πολλές φορές  μια δύσκολη  πορεία υποχρεωτικής «κολύμβησης» στη «θάλασσα»των  προβλημάτων και των αναποδιών , που μπορεί να είναι και  «πέλαγος φουρτουνιασμένο». Αν είσαι δυνατός, με γνώσεις και άσκηση στην  κολυμβητική ικανότητα ,καταφέρνεις να διασωθείς  τις φορές που πέφτεις ή σε ρίχνουν στα νερά.  Αν παραδοθείς, χάνεσαι, ή  καταλήγεις ναυαγός σε άγνωστη βραχονησίδα.

Οι περισσότεροι, ως τέτοιοι ναυαγοί της ζωής   από το φόβο του άγνωστου, την ανασφάλεια, την  αδυναμία επαναπροσδιορισμού-επαναχάραξης   πορείας και  νέου σταθερού προσανατολισμού, παραδίδονται αμαχητί και παραιτούνται από τον αγώνα. Συνήθως,  μέσα στον πανικό και τη σύγχυση που τους διακατέχουν, αρπάζονται μόνιμα ή ευκαιριακά  από διάφορους  «γάντζους» κυρίως τη θρησκεία, τους λογής  «διαλογισμούς» και τις «μυήσεις», τις ιδεοληψίες, τις εμμονές (π.χ ερωτικές- σεξιστικές και παρεμφερείς εξαρτήσεις ),  το οπαδιλίκι κ.α. Κι αν νιώσουν ασφαλείς ή νομίσουν πως είναι με  τέτοιες επιλογές- απολήξεις της ζωής τους ,συνήθως καταλήγουν όχι μόνο  να μη  διανοούνται απαγκίστρωση από τη «βολή» τους, αλλά καθίστανται «βασιλικότεροι του βασιλέως», φανατικοί, αρτηριοσκληρωτικοί, ανυποχώρητοι.

Οι μεγάλες συμφορές που έπληξαν τον άνθρωπο στην  ιστορική του εξέλιξη, όταν δεν ήταν φυσικές, σχετίζονταν σχεδόν πάντα με  παθογένειες, όπως πόλεμοι, επιθέσεις, σφαγές, αρπαγές, σκληρότητα και  έλλειψη ανθρωποκεντρικής ιδεολογίας.  Και οι περισσότερες, αν όχι όλες, οφείλονται στην αποδυνάμωση του φυσικού  Νου και την αδυναμία του πλέον  να τιθασεύσει  βίαια ένστικτα, προκαταλήψεις,  εμμονές, προσκολλήσεις.  Η  ανικανότητα αυτή αποστασιοποίησης του μυαλού και του συναισθήματος  από παράλογες, άγριες, ακατανόητες συμπεριφορές και η παράδοση του «εγώ στην κυριαρχία των ενστίκτων»,  δε θα υπήρχαν στην περίπτωση  που λειτουργούσε  ο καθαρός, ο αυθεντικός  Νους στην  «πρωτόγονη», παρθενική  μορφή του. Όταν με τέτοια χαρακτηριστικά λειτουργεί ο Νους του ανθρώπου,  οδηγείται πάντα  σε φυσικές, κατανοητές, αυτονόητες και λογικές συμπεριφορές.

Οι μαρξιστές ιστορικοί, οι αποκαλούμενοι οπαδοί του διαλεκτικού, ιστορικού υλισμού (αδόκιμος όρος)  θεωρούν απολύτως, ούτε καν με ενδοιασμούς, πως  αυτή διαστροφή του Νου, που εκφράζεται με την αρπακτικότητα, την  προσκόλληση  στα υλικά πράγματα, στην κατάκτηση (ιμπεριαλισμός), την οικονομία, το χρήμα, την εξουσία, και τα παρεπόμενά τους  είναι η ΜΟΝΑΔΙΚΗ αιτία των συγκρούσεων και των διενέξεων των ατόμων και των κοινωνιών μεταξύ τους. ΄Ετσι ερμηνεύουν οι μαρξιστές με μια απλή και συνοπτική διαδικασία  τις αιτίες των πολέμων και των μαχών.

Στον αντίποδα  η ιδεαλιστική προσέγγιση της ιστορίας (και τούτος μη κατανοητός όρος). Οι οπαδοί της ιστορικοί και φιλόσοφοι απορρίπτουν την ύλη  ως προϋπάρχουσα του πνεύματος, της ιδέας .  Εξηγούν και ανάγουν το «κακό», την επιθετικότητα, την κατάκτηση, τον πόλεμο σε αιτίες ΚΥΡΙΩΣ ιδεοληπτικές ή ιδεολογικές. Απλοϊκή ερμηνεία, αν μη τι άλλο,  υποκρύπτουσα τις περισσότερες φορές και  σκοπιμότητα, στράτευση, υποβολιμαία εκδοχή.

Αναφέραμε  τα παραπάνω χαρακτηριστικά παραδείγματα αποδοχής, προσκόλλησης, εμμονής    του ανθρώπου σε συμπεριφορές ζωής ,οι οποίες  πιστεύουν  πως υπαγορεύονται ή επιβάλλονται  από μια  «Αλήθεια» την οποία  μάλιστα  καθιστούν μοναδική   , κυρίαρχη,  και αποκλειστική, απορρίπτοντας ή υποτιμώντας, όσες οι άλλοι με τη σειρά τους αποδέχονται κι αυτοί ως δικές τους, μοναδικές και καταλυτικές  αλήθειες. Και φυσικά δε διανοούνται  και δεν (από) δέχονται ποτέ   πως μια τέτοια πεποίθηση-στάση του ανθρώπου, είναι απολύτως λαθεμένη για ένα και μοναδικό λόγο. Η ίδια η  Φύση δεν (κατα)δέχεται μοναδικότητα ούτε μετα-εξω-φυσική προέλευση  στην  αλήθεια. Ούτε επομένως την εκλαμβάνει ως ΜΙΑ ,ως ΣΩΜΑ, αλλά ως ένα σύνολο ,ένα πλήθος, αμέτρητων  αληθειών, μικρών ή μεγάλων.

Αν υπάρχει μια και μοναδική αλήθεια στη Φύση είναι τούτη: ΄Ο,τι είναι μάθημα από  εκείνη δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Είναι νόμος. Και αν υπάρχει μια «Λυδία λίθος» πάνω στην οποία δοκιμάζεται η αξία ή απαξία μιας πράξης, το «κακό» και το «καλό», το «ηθικό» και το «ανήθικο», αυτή και πάλι είναι η Φύση. Σοφή μια τέτοια επιλογή, αφού έτσι ο άνθρωπος απαλλάσσεται-προφυλάσσεται  από λάθη,  στρεβλές πορείες ,αντιλήψεις πιστεύω . Γνωρίζει εξ αρχής πως η αποδοχή της φυσικής αλήθειας είναι δύναμη, κατίσχυση και επιτυχία της ζωής. Η Φύση δεν αναγνωρίζει ουδεμία άλλη διαφορετική  αλήθεια ,καμιά άλλη  πηγή εκπόρευσης ηθικής, καμιά διδασκαλία  Μεσσία και Σαμάνου.

 Αν,  επομένως, η πολυπλοκότητα και το απειράριθμο των αληθειών,   είναι φυσική επιταγή, ουδείς, άλλος πλην της Φύσης, μπορεί να διεκδικεί το «αλάθητο».  Τα «ευαγγέλια» όλων των ειδών είναι απαγορευτικά για τη Φύση. Χίλιοι δρόμοι    οδηγούν στην κατάκτηση των διαφόρων  αληθειών  , ουδέποτε ένας. Μπορεί ,όμως,  και κανένας  να μην οδηγεί σ΄αυτές  ,αφού δεν αποκλείεται  να μην υπάρχει  η συγκεκριμένη αλήθεια που αναζητάμε.  Λέμε ας πούμε. α. Μια «Δύναμη» δημιούργησε τον κόσμο. β . Από  τύχη, σύμπτωση έγινε ο κόσμος. γ. Ούτε το ένα  ούτε το άλλο. ΄Ετσι ήταν  πάντα ο κόσμος. δ. Τίποτα από τα τρία. Απλά δε γνωρίζουμε την αλήθεια.  ΄Ομως και η τελευταία αυτή «αλήθεια» (δ) μπορεί  να είναι «ψευδής» ,αφού αναιρεί τις τρεις πρώτες ή άλλες που δεν έχουν διατυπωθεί ακόμα είτε από έλλειψη γνωστικής, γλωσσολογικής ικανότητας είτε ακόμα νοηματικής δυνατότητας προσέγγισης άλλων, διαφορετικών οπτικών γωνιών  και εννοιών από τις ανθρώπινες.

Οι σοφιστές φιλόσοφοι  της αρχαίας Αθήνας προσέγγισαν την ορθότητα  της πολυπλοκότητας της Αλήθειας ,αλλά  αποδέχονταν μόνο την υποκειμενική αλήθεια, η οποία με  τη σειρά της όριζε και  χαρακτήριζε ό,τι εκείνη επέλεγε ως τέτοια. Αλλά, η υποκειμενικότητα της αλήθειας είναι κι αυτή λάθος φιλοσοφική προσέγγιση, γιατί αναιρεί δύο βασικές,  φυσικές αρχές α.Τη μοναδικότητα της φυσικής ,ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗΣ αλήθειας και β. Την πολυπλοκότητα και πολυποικιλότητα των επί μέρους αληθειών.

Για παράδειγμα. Δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση το ποτήρι άλλος να το βλέπει ως πραγματικό ποτήρι, άλλος ως σουρωτήρι και ένας τρίτος ως … όπλο. Μπορεί να αποκτήσει κι αυτά τα χαρακτηριστικά δευτερευόντως.  Όμως, το ποτήρι αντικειμενικά και πρωτίστως, έχουμε αποφασίσει πως  είναι ποτήρι, γιατί  έχει συγκεκριμένη λογική χρήσης και αν κάποιος αρνείται να το δει έτσι και προτάσσει τη δική του αλήθεια για προσδιορισμό της  πραγματικής έννοιας του ποτηριού, τότε ως αντιστρατευόμενος τη μια και μοναδική αντικειμενική αλήθεια, αυτή της  λογικής, έχει κλονισμένη ή ανύπαρκτη  διανοητική ισορροπία. ΄Η  ακόμα μπορεί να έχει «τρικυμία εν τω κρανίω», αφού συγχέει  τη φαντασία με την πραγματικότητα, ή  υποτάσσει τη λογική στο συναίσθημα και το φαντασιακό ,ακόμα και στο προσωπικό συμφέρον.

 Ούτως ή άλλως, η Φύση μοναδικό, αυθεντικό κριτή των πράξεων, των επιλογών, των απόψεων, των κρίσεων του ατόμου καθορίζει το ΝΟΥ. Εκείνος στην καθαρή   τη μη «εσκοτισμένη» μορφή του είναι ίδιος για όλους και δεν αποκλίνει σε ακατανόητες, μη λογικές και αντικειμενικές ιδέες και συμπεριφορές.

΄Οποιος ανάγει τη δική του θεώρηση των πραγμάτων ως  μια από τις πολλές   αλήθειες, δε διαπράττει σφάλμα. Εκείνος, όμως που την ίδια θεώρηση την αναγορεύει σε μοναδική και αποκλειστική «Αλήθεια», διαπράττει τερατώδες σφάλμα.

Αν, όπως λέγαμε, ως ναυαγός της ζωής,  βρίσκει την όποια εξάρτηση (ιδεοληψία, εμμονή ,εξάρτηση, βίτσιο)  ως βράχο που γαντζώθηκε, δε θα είχε κατάκριση. Θα ήταν μια αλήθεια, αν αποδεχόταν πως η κατάληξή σε ΟΠΑΔΟ ή ΔΟΥΛΟ  ήταν  αδιέξοδη συνέπεια, αφού δεν μπόρεσε να παλέψει τις τρικυμίες  της «θάλασσας» που έπεσε και κατέληξε ως  ναυαγός σε υπεσχημένο παράδεισο  απαλλαγής από τα δεινά ή και οριστικής σωτηρίας του.  Είναι μια πραγματικότητα την οποία αποδεχόμαστε ως αλήθεια. Αν είναι σωστή  αυτή η  πραγματικότητα τώρα  ή όχι, οφείλει να τη δοκιμάσεις  στη «Λυδία λίθο»,  τη Φύση, όπως την καθορίσαμε  πιο πάνω. Είναι εκείνη, που έχει και τον τελευταίο λόγο, που   θα  δείξει το σωστό ή το λάθος, το  ηθικό ή το ανήθικο της επιλογής του.

Εν προκειμένω, η Φύση δε δέχεται κανόνες ζωής που καθορίζονται  από το λεγόμενο «super ego» ή  τις άλλες αποδοχές των   ανθρώπινων κοινωνιών. Δε δέχεται επίσης ανόητες κατασκευές αφύσικων ηθικών νόμων και συμπεριφορών από  Μεσσίες και Σαμάνους. Ούτε εμμονές και εξαρτήσεις, που στερούν τη ελευθερία, αποδυναμώνουν τη λογική ή και την μηδενίζουν.  ΄Αρα η παραμονή του ατόμου σε μια  αφύσικη ιδεοληπτική  κατάσταση εξάρτησης,  θα το  οδηγήσει σίγουρα σε αδιέξοδο, σε λάθος πορεία. Ακόμα χειρότερα, αν τη δική του  αλήθεια την  καθιερώσει  σε δόγμα, σε μοναδική και αξεπέραστη αλήθεια, την οποία  οφείλουν να την αποδεχτούν ασυζητητί και οι άλλοι. Σ΄αυτή την περίπτωση   διαπράττει «΄Υβριν»  μια και απορρίπτει την αντίληψη της Φύσης για την αλήθεια,που περιγράψαμε.

Η ζωή έχει νόημα και αξία ,αν τη δει κανείς και τη ζει  στη διάσταση που την όρισε η ίδια η Φύση. Τότε μπορεί να διεκδικήσει την αλήθεια  πως ζει φυσιολογικά.  Αν αντικαταστήσει την υποχρεωτική αυτή συμμόρφωση της ζωής του σε άλλους κανόνες, σε μη φυσικούς νόμους, τότε είναι σίγουρο πως δεν ακολουθεί την αλήθεια, δεν πορεύεσαι σε   ασφαλή δρόμο.

Πρώτος και βασικός κανόνας αυτού του τρόπου ζωής που ορίζει η Φύση, είναι η καθολική αποδοχή της κυριαρχίας του «άδολου», του  ασυσκότιστου  ΝΟΥ, ως μοναδικού  εργαλείου παραγωγής λογικής, ηθικής,  φυσικής ,ανθρωποκεντρικής ζωής. Όταν ανατρέπεται ή δεν τηρείται αυτός ο κανόνας, τότε το άτομο και οι κοινωνίες είναι σίγουρο πως πορεύονται σε λάθος ατραπούς, οι οποίες με τη σειρά τους οδηγούν σε λαθεμένους, αφύσικους τόπους κατοίκησης.

(23)