ΚΑΤΟΧΙΚΟ ΔΑΝΕΙΟ. ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΜΜΑΤΙΚΗΣ ΑΓΥΡΤΕΙΑΣ ΕΦΕΥΡΗΜΑ

 

1.α. Το χρονικό φυγάδευσης χρυσού και κοσμημάτων στο εξωτερικό πριν τη γερμανική εισβολή του ’41

Το Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς συνεχίζει τις προβολές του μηνιαίου κύκλου με τίτλο «Ιστορικά ντοκιμαντέρ Ελλήνων δημιουργών», στο Ιστορικό Αρχείο ΠΙΟΠ, στον Ταύρο.

Τη Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου, (ώρα 19:00), θα πραγματοποιηθεί η προβολή του ντοκιμαντέρ, «Το χρυσό κάλυμμα» (1992, 50’), παραγωγής ΕΡΤ ΑΕ, σε σενάριο- σκηνοθεσία Κώστα Βάκκα.

Το ντοκιμαντέρ παρουσιάζει το χρονικό της μεταφοράς χρυσού και άλλων πολύτιμων αντικειμένων από την Ελλάδα σε χώρες του εξωτερικού, πριν από τη γερμανική εισβολή στη χώρα το 1941.

Η Ελλάδα υπήρξε η μόνη χώρα που κατάφερε να φυγαδεύσει τα διαθέσιμά της σε χρυσό στο εξωτερικό για να διαφύγουν τη γερμανική αρπαγή.
Χρυσές λίρες, πλάκες χρυσού και κοσμήματα που φυλάσσονταν στα θησαυροφυλάκια της Τράπεζας της Ελλάδος στην Αθήνα μεταφέρθηκαν αρχικά στην Κρήτη και από εκεί μέσω Σούδας στην Αλεξάνδρεια για να καταλήξουν στην Πρετόρια, στην Κεντρική Τράπεζα της Νότιας Αφρικής.
Εκεί παρέμεινε ο ελληνικός χρυσός μέχρι την ασφαλή επιστροφή του στην Ελλάδα το 1944.

ο χρονικό αυτό βασίζεται σε στοιχεία που είχε συγκεντρώσει ο συγγραφέας Ηλίας Βενέζης, καθώς και ο υπάλληλος της Τράπεζας της Ελλάδος Σωκράτης Κοσμίδης, ο οποίος μαζί με δύο άλλους συναδέλφους του είχε πάρει μέρος στην αποστολή της διάσωσης του θησαυρού, ενώ μαινόταν ο πόλεμος.

Κατά την αφήγηση των γεγονότων παρεμβάλλεται πλούσιο κινηματογραφικό και έντυπο αρχειακό υλικό.Την προβολή θα προλογίσει ο σκηνοθέτης Κώστας Βάκκας ενώ αμέσως μετά θα ακολουθήσει συζήτηση με το κοινό.

 

β. Welt: Νέα μελέτη αμφισβητεί ότι η Ελλάδα έδωσε κατοχικό δάνειο στο Γ’ Ράιχ
Φωτογραφίες αρχείου: AP

Μια νέα γερμανική ιστορική μελέτη αμφισβητεί ότι υπήρξε το κατοχικό δάνειο ύψους 476 εκατομμυρίων μάρκων (σ.σ. μάρκων του Ράιχ) από την Ελλάδα προς το Γ’ Ράιχ.

Τα συμπεράσματα παρουσιάζει συνοπτικά η εφημερίδα Welt στην ηλεκτρονική της έκδοση. Η νέα μελέτη που εκπονήθηκε από την Επιτροπή Ιστορικών του Γερμανικού Υπουργείου Οικονομικών εστιάζει στον τρόπο χρηματοδότησης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου από τη Γερμανία. Όπως σημειώνει το δημοσίευμα, η επιτροπή «ερευνά από το 2009 τον ρόλο του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών στο Γ’ Ράιχ».

Πρόσφατα κυκλοφόρησε τώρα η μελέτη «Πόλεμος με δαπάνες άλλων» του ιστορικού Γιούργκεν Κίλιαν σχετικά με το «Υπουργείο Οικονομικών του Ράιχ και την οικονομική κινητοποίηση της Ευρώπης για τον πόλεμο του Χίτλερ».

Η εφημερίδα του Βερολίνου γράφει ότι ο Γερμανός ιστορικός εστιάζει ειδικά στη συμβολή των κατεχόμενων χωρών στη χρηματοδότηση του πολέμου των ναζί, επισημαίνοντας ότι οι υπό κατοχή χώρες αναγκάστηκαν μεταξύ 1939 και 1945 να διαθέσουν -με σημερινές τιμές- πάνω από δύο τρισεκατομμύρια ευρώ για την κάλυψη των εξόδων της Βέρμαχτ.

«Το πιο σημαντικό συμπέρασμα (σ.σ. της μελέτης): Οι κατεχόμενες χώρες λεηλατήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από περίπου 1.200 απεσταλμένους υπαλλήλους του υπουργείου Οικονομικών του Ράιχ προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η συνέχιση του πολέμου. Ταυτόχρονα ο Κίλιαν αντικρούει τον ισχυρισμό ότι τεράστια ποσά έρευσαν από τις υπό κατοχή χώρες προς το Γ΄ Ράιχ με στόχο τη χρηματοδότηση της δικτατορίας του Χίτλερ.

Βεβαίως αυτό το γεγονός δεν κάνει την κατάσταση καλύτερη. Διότι οι κατεχόμενες χώρες έπρεπε να πληρώσουν το κόστος της ίδιας τους της καταπάτησης», τονίζει η γερμανική εφημερίδα και επισημαίνει: «Ένα άκρως επίμαχο ζήτημα είναι το φερόμενο «αναγκαστικό δάνειο» της Ελλάδας ύψους 476 εκατομμυρίων μάρκων του Ράιχ.

Ο Κίλιαν παρουσιάζει παραθέτοντας πληθώρα δεδομένων σε 24 σελίδες το ακριβές είδος των οικονομικών σχέσεων μεταξύ της κατεχόμενης Ελλάδας και του Γ’ Ράιχ. Αποτέλεσμα (σ.σ. των ερευνών): Το υποτιθέμενο δάνειο δεν υπήρξε ποτέ. Αντιθέτως στόχος των Γερμανών υπαλλήλων (σ.σ. του υπ. Οικονομικών του Ράιχ) ήταν να μην αφήσουν την ελληνική οικονομία να καταρρεύσει. Βεβαίως σε καμία περίπτωση με ευγενή κίνητρα: Μόνο μια λειτουργική κρατική οικονομία μπορούσε να παράσχει τα μέσα που απαιτούνταν για να καλυφθεί το κόστος της κατοχής».

 

Η  Ιστορία , και μάλιστα στο σημαντικό  κλάδο  της Ιστορικής Δημοσιογραφίας, όπως την έχουμε εδώ  ορίσει,  είναι η επιστήμη  που καταγράφει τα ιστορικά δρώμενα, περισσότερο ή λιγότερο σοβαρά, κυρίως του παρόντος, για να αποτελέσουν πηγή ιστορική γνώσης και  μνήμης στις γενιές του Μέλλοντος. Και λέμε τα «γεγονότα του παρόντος», διότι  ο ιστορικός που καταγράφει και κρίνει το δικό του, της εποχής του, ιστορικό γίγνεσθαι ,είναι ο ίδιος μάρτυρας «αυτόπτης και αυτήκοος» των δρώμενων. Επομένως, έχει τη δυνατότητα «από πρώτο χέρι» να γνωρίζει τα συμβάντα των καιρών του, να τα ερευνά με δυνατότητα ευκολότερης προσέγγισης των πηγών και να τα κρίνει με μεγαλύτερη   ασφάλεια  και περισσότερα  εχέγγυα αντικειμενικότητας.

Οι περισσότεροι, αν όχι όλοι οι ιστορικοί της αρχαιότητας,  υπηρέτησαν τη Ιστορική Δημοσιογραφία. Ο Θουκυδίδης ,ο Ξενοφών, ο Πολύβιος ο Μαγαλοπολίτης, ο Αρριανός, ο Προκόπιος, για παράδειγμα, κατέγραφαν τα έργα σπουδαίων ανδρών της εποχής τους και τα ιστορικά, κατά την κρίση τους,  δρώμενα.  Και με την ευκαιρία αυτή και μόνο , αναφέρονταν πολλές ή λιγότερες φορές στο άγνωστο και σκοτεινό για τους ίδιους παρελθόν. Και όταν παραθέτουν τέτοιο υλικό, το κάνουν κάποτε με βαθύ σκεπτικισμό, αφού δε βίωσαν  οι ίδιοι   τα γεγονότα εκείνα.  Ο Θουκυδίδης  ,ας πούμε,  συγγράφει την Ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου, τα δρώμενα του οποίου εξελίσσονται επί των ημερών του ως το 411 (π.α.η), πού πέθανε. Οι αναφορές του στο παρελθόν, γίνονται με αυτή την ευκαιρία και στηρίζονται σε πηγές που δε θα μπορούσε κανείς να τις χαρακτηρίσει ως ιστορικές, όπως, και κυρίως, η μνημόνευση από τον σπουδαίο αυτό ιστορικό του ποιητή ΄Ομηρου, ως ιστορική του πηγή.

 Τα αναφέραμε όλα αυτά, αν και έχουμε εξαντλήσει το συγκεκριμένο θέμα παλιότερα, με αφορμή τα πρόσφατα παραπάνω  δημοσιεύματα   για οικονομικά δρώμενα στην Ελλάδα την  περίοδο της Ναζιστικής κατοχής. Το πρώτο, αναφέρεται στη γνωστή υπόθεση της φυγάδευσης του ελληνικού χρυσού στη Μ. Ανατολή, πριν την εισβολή των Ναζί στην Ελλάδα. Το δεύτερο  αφορά  στην έρευνα του Γερμανού ιστορικού Γιούργκεν Κίλιαν που αμφισβητεί ευθέως και  με σοβαρά ντοκουμέντα τη σύναψη κατοχικού δανείου, ύψους 476 εκατομμυρίων μάρκων του Ράιχ ,μεταξύ της κυβέρνησης Τσολάκογλου και των οικονομικών επιτελών-απεσταλμένων  του Χίτλερ.

 Και είναι οφθαλμοφανής η αλήθεια.  Πέρα από τα δικά του αξιόπιστα ιστορικά στοιχεία που παραθέτει ο Κίλιαν, η ίδια εκείνη ιστορικά επιβεβαιωμένη και επιτυχής επιχείρηση  φυγάδευσης του ελληνικού χρυσού εκτός Ελλάδας, πριν τη Ναζιστική εισβολή, ενισχύει την άποψή του  πως πράγματι δεν υπήρξε κανένα κατοχικό δάνειο που ανάγκασαν οι Ναζί την τότε ελληνική κυβέρνηση να χορηγήσει. Η ίδια η απομάκρυνση του ελληνικού χρυσού, απολύτως αξιόπιστη ιστορικά  και δεδομένη , είναι  το ένα πόδι πάνω στο οποίο στηρίζεται η κρίση πως δε υπήρξε ποτέ σύναψη τέτοιου δανείου.

Δεν έχουμε μελετήσει την εργασία του Γιούργκεν Κίλιαν. Μόνο όσα είδαμε στις διάφορες ενημερώσεις των εφημερίδων. Επομένως, δε γνωρίζουμε αν επικαλείται και αυτό το επιχείρημα της απομάκρυνσης, δηλαδή, του χρυσού, πριν την εισβολή των Ναζί,  ως κυρίαρχο στην έρευνά του. Όμως, και όσα    επιχειρήματά του  παρουσίασε η Welt είναι αρκούντως ενισχυτικά της άποψης του ιστορικού πως δεν έγνε σύναψη κατοχικού δανείου. Ειδικά εκείνο πως «οι κατεχόμενες χώρες έπρεπε να πληρώσουν οι ίδιες το κόστος της ίδιας τους της καταπάτησης».

Είναι  απολύτως λογικό να συνέβη και  στην Ελλάδα ό,τι ακριβώς στις άλλες χώρες που κατέλαβαν οι Ναζί. Δηλαδή ,οι κυβερνήσεις των χωρών πλήρωνα τα έξοδα των κατακτητών  από το δημόσιο χρήμα. Κι αν αυτό γινόταν  σε όλες  τις κατακτημένες χώρες ,γιατί στην Ελλάδα οι Ναζί να πάρουν μαζεμένα τα χρήματα, το ποσό δηλαδή των 476 εκατομμυρίων μάρκων , όπως ισχυρίζονται  κάποιοι εδώ σε μας; Περίεργη και ιστορικά χωρίς βάση αυτή η ιδιαίτερα σκληρή μεταχείριση που επέδειξαν οι  Ναζί  μόνο στην  τότε ελληνική κυβέρνηση, αλλά όχι στις άλλες των υπολοίπων κατακτημένων χωρών.

Αλλά, κατά τη δική μας άποψη, το πιο καταλυτικό επιχείρημα είναι τούτο. Χρυσός δεν υπήρχε στην Ελλάδα, αφού λίγο πριν είχε ταξιδέψει για τη Μ. Ανατολή. Λίγους μήνες μετά την εισβολή των Γερμανών άρχισε η κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας. Τα δημόσια  ταμεία είχαν στερέψει από μετρητά. Χρυσάφι δεν υπήρχε να ρευστοποιηθεί. Η πείνα και η ανέχεια θέριζαν. Από πού η κυβέρνηση Τσολάκογλου βρήκε τόσα πολλά λεφτά , για να τα δώσει ως κατοχικό δάνειο στους Ναζί; Είναι  εντελώς  παράλογο να συνέβη.

Αλλά το πρόβλημα δεν είναι αυτό . Αναφερθήκανε στο θέμα για να θίξουμε δυο απείρως  σπουδαιότερα ζητήματα ακόμα κι από εκείνο του αν υπήρξε ή όχι κατοχικό δάνειο.

Το πρώτο  είναι η παντελής έλλειψη ιστορικών πηγών για την εποχή της Κατοχής .Και είναι τόσο κοντά. Πέρα από τον «Τύπο» της εποχής, λογοκριμένος και τούτος, αλλά και  εν γένει ανυπόληπτος ,ως εμπορική ή στρατευμένη δημοσιογραφία, κλάδος Ιστορικής Δημοσιογραφίας δεν υπήρξε. Ουδεμία αξιόπιστη ιστορική πηγή έχουμε στα χέρα μας που θα μπορούσε να μας πληροφορήσει χωρίς αμφισβητήσεις, αμφιβολίες,  διλήμματα για το να υπήρξε η όχι κατοχικό δάνειο.

Δε γνωρίζουμε (δεν υπήρξε) ούτε έναν ιστορικό της εποχής, ειδικά ασχολούμενο με το συγκεκριμένο κλάδο, που έγραψε και άφησε για την εποχή μας ιστορικά ντοκουμέντα που αφορούν την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής.  Κι απ΄αυτό το γεγονός, από  την έλλειψη ,δηλαδή, Ιστορικής Δημοσιογραφίας, αντιλαμβανόμαστε πολύ καλά πόσο σημαντικό είναι για τις κατοπινές, του κάθε «παρόντος», γενιές ,να έχουν στα χέρια τους πλούσιες, αξιόπιστες και αντικειμενικές ιστορικές ενημερώσεις.

Το δεύτερο κορυφαίο ζήτημα είναι εκείνο της γνωστής, της  ασύστολης, αισχρής και επαναλαμβανόμενης εγκληματικής δημαγωγίας των πολιτικών. Γεώργιος Παπανδρέου, Ανδρέας Παπανδρέου, Ξενοφών Ζολώτας, Κώστας  Σημίτης, να θυμίσουμε μόνο αυτούς , για λόγους εντυπώσεων και μόνο ,που σήμαινε  ψηφοθηρία, χωρίς πραγματικά ιστορικά  στοιχεία, ανακίνησαν το συγκεκριμένο θέμα, σε στιγμές που ήταν πρόσφορο για κομματική εκμετάλλευση. Και μετά, φυσικά,  το ξεχνούσαν.  

Σήμερα,  αρχιλαϊκιστές όπως ο Παναγιώτης Λαφαζάνης, η Ζωή Κωνσταντοπούλου και ένα πλήθος άλλων δημαγωγών  πολιτικών, έκαναν την, όπως αποδεικνύεται τώρα, ιστορική απάτη της ύπαρξης κατοχικού δανείου της Ελλάδας,  «σημαία». Με αυτή και μόνο  πορεύτηκαν . Με την υποκίνηση του ανύπαρκτου τελικά ζητήματος του κατοχικού δανείου, άγρευαν ψήφους και  πορεύτηκαν το γνωστό «μαυρογυαλουρικό» τους δρόμο.  Και  τον ίδιο ακόμα πορεύονται.

Δύο είναι οι χειρότερες μάστιγες των κοινωνιών. Η στρατευμένη πένα των δημοσιογράφων και ο δημαγωγικός λόγος των κομματικών.  Η «επανάσταση», η αλλαγή της πλεύσης των κοινωνιών αργότερα, οι «Νέες Εποχές» θα σηματοδοτηθούν από τον αναμενόμενο και ευκταίο  θάνατο της εμπορικής δημοσιογραφίας και της επαγγελματικής πολιτικής.

 

 

 

 

(24)