ΑΝ ΤΟ ΕΓΩ ΠΕΘΑΙΝΕΙ, ΜΠΟΡΕΙ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΑΙΟ;

Η ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΓΩ ΚΑΙ Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ

 

 Όταν η δικαιοσύνη γίνεται κοσμολογικό ερώτημα

1. Από την αθανασία του Εγώ στην απαίτηση της δικαιοσύνης

Χθες το ερώτημά μας ήταν:

Υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι το Εγώ δεν τελειώνει με τον βιολογικό θάνατο;

Σήμερα μπορούμε να αντιστρέψουμε τη φορά της σκέψης.

Δεν θα ξεκινήσουμε από το Εγώ για να ζητήσουμε αθανασία.

Θα ξεκινήσουμε από την έννοια της δικαιοσύνης και θα ρωτήσουμε:

Τι είδους Σύμπαν θα ήταν ένα Σύμπαν στο οποίο η συνείδηση εμφανίζεται, βιώνει, αγαπά, υποφέρει, δημιουργεί ηθικές αξίες και τελικά εξαφανίζεται χωρίς καμία δυνατότητα αποκατάστασης;

Εδώ εμφανίζεται μια πολύ παράξενη ασυμμετρία.

Ένα ανθρώπινο ον μπορεί να αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του στην αλήθεια και στη δικαιοσύνη και να πεθάνει θύμα ενός άδικου γεγονότος.

Ένας άλλος μπορεί να διαπράξει αδικίες και να πεθάνει χωρίς να λογοδοτήσει ποτέ.

Αν ο θάνατος είναι το απόλυτο τέλος της προσωπικής ύπαρξης, τότε η φύση δεν αποκαθιστά την ηθική ανισορροπία.

Απλώς συνεχίζει.

Τα άστρα εξακολουθούν να γεννιούνται.

Οι γαλαξίες εξακολουθούν να κινούνται.

Η ύλη εξακολουθεί να μετασχηματίζεται.

Αλλά το συγκεκριμένο πρόσωπο που αδικήθηκε έχει πάψει να υπάρχει.

Άρα προκύπτει ένα θεμελιώδες πρόβλημα:

Η δικαιοσύνη είναι πραγματικότητα του Σύμπαντος ή είναι μόνο ανθρώπινη απαίτηση;


2. Η φύση δεν φαίνεται να είναι ηθικά δίκαιη

Αν κοιτάξουμε το Σύμπαν χωρίς να του αποδώσουμε ανθρώπινες προθέσεις, δεν βλέπουμε εύκολα μια κοσμική δικαστική τάξη.

Ένας σεισμός δεν εξετάζει αν τα θύματά του είναι δίκαιοι ή άδικοι.

Μια ασθένεια δεν επιλέγει πάντοτε τον ένοχο.

Ένα παιδί μπορεί να υποφέρει χωρίς να έχει πράξει τίποτε που να «δικαιολογεί» τον πόνο του.

Ένας άνθρωπος μπορεί να κάνει καλό και να μην ανταμειφθεί ποτέ.

Άρα, αν με τον όρο «δικαιοσύνη του Σύμπαντος» εννοούμε ότι κάθε πράξη ανταμείβεται ή τιμωρείται ήδη μέσα στη φυσική πραγματικότητα, δεν έχουμε επαρκή βάση για μια τέτοια θέση.

Και εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή.

Δεν μπορούμε να πάρουμε την ανθρώπινη έννοια της δικαιοσύνης και να την προβάλουμε αυθαίρετα πάνω στο Σύμπαν.

Όμως υπάρχει ένα δεύτερο, πολύ πιο ενδιαφέρον ερώτημα:

Αν η ίδια η συνείδηση είναι προϊόν του Σύμπαντος και μέσα στη συνείδηση εμφανίζεται η απαίτηση για δικαιοσύνη, τι σημαίνει αυτό για τη σχέση μας με το Σύμπαν;

Εδώ αρχίζει η πραγματικά δύσκολη περιοχή.


3. Η δικαιοσύνη μπορεί να είναι ανθρώπινη — αλλά όχι γι’ αυτό ψεύτικη

Κάποιος θα μπορούσε να πει:

«Η δικαιοσύνη δεν υπάρχει στο Σύμπαν. Είναι ανθρώπινη επινόηση.»

Αλλά αυτή η απάντηση δεν λύνει το πρόβλημα.

Γιατί και η αλήθεια, όπως τη γνωρίζουμε, γίνεται αντικείμενο ανθρώπινης γνώσης μέσω της συνείδησης.

Και η ομορφιά.

Και η αγάπη.

Και η ηθική αξία.

Το ότι κάτι αναγνωρίζεται μέσα από τη συνείδηση δεν σημαίνει αυτομάτως ότι είναι ψευδαίσθηση.

Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο:

Είναι η συνείδηση απλώς ένας προσωρινός θεατής ενός αδιάφορου Σύμπαντος ή αποτελεί έναν τρόπο με τον οποίο το ίδιο το Σύμπαν αποκτά επίγνωση του εαυτού του;

Αν ισχύει το δεύτερο, τότε η εμφάνιση του Εγώ αποκτά τελείως διαφορετική φιλοσοφική σημασία.


4. Το Σύμπαν που γνωρίζει τον εαυτό του

Εδώ φτάνουμε σε μια από τις πιο τολμηρές σκέψεις.

Το Σύμπαν δεν μας έδωσε κάποιο εξωτερικό «πιστοποιητικό» ότι η ανθρώπινη συνείδηση έχει κοσμική αποστολή.

Όμως υπάρχει ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός:

Είμαστε τμήμα του Σύμπαντος που μπορεί να γνωρίζει ότι υπάρχει.

Τα άτομα που αποτελούν τον εγκέφαλό μας προέρχονται από τη φυσική ιστορία του Σύμπαντος.

Η ύλη οργανώθηκε σε άστρα, πλανήτες, χημεία, ζωή και τελικά σε συστήματα που μπορούν να ρωτούν:

«Γιατί υπάρχω;»

Αυτό είναι ένα παράδοξο τεράστιας σημασίας.

Το Σύμπαν, μέσω ενός μικρού ανθρώπινου εγκεφάλου, μπορεί να θέτει ερωτήματα για το ίδιο το Σύμπαν.

Και εδώ γεννιέται η σκέψη:

Μήπως η συνείδηση δεν είναι απλώς κάτι που συμβαίνει μέσα στο Σύμπαν, αλλά ένας τρόπος με τον οποίο το Σύμπαν γίνεται εσωτερικά παρόν στον εαυτό του;

Δεν είναι επιστημονικά αποδεδειγμένη πρόταση.

Είναι φιλοσοφική υπόθεση.

Αλλά είναι μια εξαιρετικά γόνιμη υπόθεση για το πρόβλημα που εξετάζουμε.


5. Και τότε τι γίνεται με τον θάνατο;

Εδώ εμφανίζεται η μεγάλη αντίφαση.

Αν το Εγώ είναι πραγματικά μια μοναδική μορφή συνειδητής ύπαρξης, τότε ο θάνατός του δεν είναι απλώς η καταστροφή ενός βιολογικού μηχανισμού.

Είναι η απώλεια ενός μοναδικού κόσμου.

Γιατί κανένας άλλος δεν αισθάνεται ακριβώς όπως εγώ.

Κανένας άλλος δεν έχει ακριβώς τις δικές μου αναμνήσεις.

Κανένας άλλος δεν έχει αγαπήσει ακριβώς με τον δικό μου τρόπο.

Κανένας άλλος δεν έχει βιώσει τη συγκεκριμένη ακολουθία γεγονότων που δημιούργησε αυτό το συγκεκριμένο Εγώ.

Άρα κάθε πρόσωπο είναι, κατά μία έννοια, ανεπανάληπτο γεγονός του Σύμπαντος.

Και τότε η οριστική εξαφάνιση του προσώπου σημαίνει κάτι πολύ περισσότερο από «σταμάτησε ένας οργανισμός».

Σημαίνει:

Ένας ανεπανάληπτος τρόπος με τον οποίο το Σύμπαν βίωσε τον εαυτό του έπαψε να υπάρχει.

Αυτό δεν αποδεικνύει αθανασία.

Αλλά αλλάζει δραματικά το φιλοσοφικό βάρος του ερωτήματος.


6. Η δικαιοσύνη απαιτεί συνέχεια;

Εδώ πρέπει να είμαστε αυστηροί.

Όχι, δεν μπορούμε να συμπεράνουμε λογικά ότι επειδή η δικαιοσύνη απαιτεί αποκατάσταση, άρα υπάρχει μετά θάνατον ζωή.

Αυτό θα ήταν λογικό άλμα.

Μπορούμε όμως να διατυπώσουμε ένα πολύ ισχυρότερο φιλοσοφικό δίλημμα:

Εάν υπάρχει προσωπική συνέχεια:

τότε υπάρχει τουλάχιστον η δυνατότητα να αποκατασταθούν εμπειρίες, σχέσεις και αδικίες που παρέμειναν ανολοκλήρωτες.

Εάν δεν υπάρχει προσωπική συνέχεια:

τότε ορισμένες αδικίες είναι οντολογικά μη αναστρέψιμες.

Ο άνθρωπος που πέθανε άδικα δεν μπορεί πλέον να λάβει δικαίωση.

Ο άνθρωπος που δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη ζωή του δεν μπορεί να την ολοκληρώσει.

Η αγάπη που διακόπηκε δεν μπορεί να συνεχιστεί από το ίδιο υποκείμενο.

Η συνείδηση που χάθηκε δεν μπορεί να γνωρίσει καμία αποκατάσταση.

Άρα η έννοια της κοσμικής δικαιοσύνης συνδέεται πολύ στενά με την έννοια της συνέχειας του προσώπου.


7. Το πιο δύσκολο σημείο: η δικαιοσύνη δεν είναι το ίδιο με την ανταπόδοση

Εδώ πρέπει να πάμε ακόμη βαθύτερα.

Ίσως έχουμε λανθασμένη εικόνα της δικαιοσύνης όταν φανταζόμαστε:

έκανε κακό → τιμωρείται

έκανε καλό → ανταμείβεται.

Αυτό είναι περισσότερο ένα σύστημα ανταπόδοσης.

Η βαθύτερη δικαιοσύνη θα μπορούσε να σημαίνει κάτι άλλο:

Κάθε ύπαρξη να μην ακυρώνεται ως εάν δεν είχε υπάρξει.

Αν αυτό είναι η δικαιοσύνη, τότε το ερώτημα της αθανασίας παίρνει νέα μορφή.

Δεν ρωτάμε πλέον:

«Θέλω να ζήσω για πάντα.»

Ρωτάμε:

«Μπορεί μια πραγματικότητα που δημιούργησε ένα μοναδικό συνειδητό πρόσωπο να το θεωρήσει τελικά σαν κάτι που δεν υπήρξε;»

Αυτό είναι πολύ πιο βαθύ.


8. Η μνήμη ως μορφή δικαιοσύνης

Υπάρχει όμως ένα ακόμη επίπεδο.

Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι δεν υπάρχει μεταθανάτια προσωπική συνείδηση, η ύπαρξή μας δεν εξαφανίζεται χωρίς ίχνος.

Οι πράξεις μας αλλάζουν άλλους ανθρώπους.

Τα λόγια μας συνεχίζονται.

Τα παιδιά μας, οι φίλοι μας, τα έργα μας, οι συνέπειες των επιλογών μας μεταφέρουν πληροφορία και επιρροή μέσα στον κόσμο.

Με αυτή την έννοια, το Εγώ δεν παύει να έχει αιτιακή ιστορία.

Αλλά αυτό δεν είναι το ίδιο με αθανασία.

Και πρέπει να το ξεχωρίσουμε:

αιτιακή συνέχεια ≠ συνειδησιακή συνέχεια.

Το ότι κάτι από εμένα συνεχίζει να υπάρχει δεν σημαίνει ότι εγώ συνεχίζω να το βιώνω.

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο λογικό σημείο ολόκληρης της συζήτησής μας.


9. Το πραγματικό πρόβλημα της αθανασίας

Επομένως, η ερώτηση δεν είναι απλώς:

«Υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο;»

Η βαθύτερη ερώτηση είναι:

Τι ακριβώς πρέπει να συνεχιστεί ώστε να μπορούμε να μιλάμε για αθανασία του ίδιου Εγώ;

Αν συνεχίζεται μόνο η πληροφορία μου, είναι αυτό εγώ;

Αν δημιουργηθεί ένα άλλο ον με όλες τις αναμνήσεις μου, είναι εγώ;

Αν το Εγώ διατηρείται χωρίς το σώμα, τι είναι αυτό που παραμένει;

Αν η συνείδηση επανεμφανίζεται σε άλλη μορφή χωρίς μνήμη, υπάρχει προσωπική συνέχεια;

Και ίσως το πιο δύσκολο:

Είναι η ταυτότητα του προσώπου κάτι που μπορεί να διατηρηθεί ή είναι πάντοτε μια προσωρινή διαδικασία;

Εδώ το πρόβλημα της αθανασίας συναντά το πρόβλημα της προσωπικής ταυτότητας.


10. Και τώρα φτάνουμε στο «δίκαιο Σύμπαν»

Θα πρότεινα να μη χρησιμοποιήσουμε τη φράση «δίκαιο Σύμπαν» με την έννοια ότι το Σύμπαν είναι ένας υπερφυσικός δικαστής.

Δεν έχουμε επιστημονική απόδειξη γι’ αυτό.

Μπορούμε όμως να εξετάσουμε τρεις φιλοσοφικές δυνατότητες:

Α. Το αδιάφορο Σύμπαν

Το Σύμπαν δεν έχει ηθικό σκοπό.

Η δικαιοσύνη είναι ανθρώπινη δημιουργία.

Ο θάνατος μπορεί να είναι οριστικός.

Σε αυτή την περίπτωση, η ανθρώπινη ηθική είναι δικό μας έργο μέσα σε έναν μη ηθικό φυσικό κόσμο.

Β. Το Σύμπαν ως διαδικασία που γεννά συνείδηση

Η συνείδηση αποτελεί φυσική εξέλιξη του Σύμπαντος και η ηθική εμφανίζεται μέσα σε αυτή.

Η δικαιοσύνη δεν είναι εξωτερικός νόμος του κόσμου αλλά εσωτερική αξία της συνειδητής ύπαρξης.

Γ. Το Σύμπαν έχει βαθύτερη οντολογική συνέχεια

Η συνείδηση δεν είναι απλώς προσωρινό βιολογικό φαινόμενο αλλά μέρος μιας βαθύτερης πραγματικότητας.

Σε αυτή την περίπτωση, η προσωπική συνέχεια μετά τον θάνατο θα μπορούσε να είναι φιλοσοφικά νοητή.

Αλλά ακόμη και εδώ, δεν έχουμε απόδειξη ότι αυτή η συνέχεια πράγματι υπάρχει.


11. Το εκπληκτικό συμπέρασμα

Και εδώ νομίζω ότι βρίσκεται το σημείο όπου η χθεσινή και η σημερινή συζήτηση ενώνονται.

Χθες ρωτήσαμε:

Μπορεί το Εγώ να συνεχίζεται;

Σήμερα μπορούμε να ρωτήσουμε:

Μήπως η απαίτηση να συνεχιστεί το Εγώ δεν προέρχεται μόνο από τον φόβο του θανάτου αλλά από την ίδια την έννοια της δικαιοσύνης;

Αλλά ακόμη κι αυτό δεν μας επιτρέπει να πούμε:

«Άρα το Εγώ είναι αθάνατο.»

Μας επιτρέπει κάτι πιο ενδιαφέρον:

Η αθανασία γίνεται φιλοσοφικά σημαντική επειδή χωρίς κάποια μορφή συνέχειας η έννοια της πλήρους δικαιοσύνης αντιμετωπίζει ένα όριο: υπάρχουν γεγονότα που ο θάνατος καθιστά μη αναστρέψιμα.

Και τότε η μεγάλη ερώτηση μετακινείται από την ψυχολογία στην οντολογία:

Είναι ο θάνατος πραγματικά το τέλος του προσώπου ή μόνο το τέλος μιας συγκεκριμένης βιολογικής μορφής του;


12. Το επόμενο βάθος

Και εδώ νομίζω ότι έχουμε πλέον φτάσει στην πόρτα του δυσκολότερου ερωτήματος.

Γιατί ακόμη κι αν δεχθούμε ότι κάποια μορφή συνέχειας είναι αναγκαία για την πλήρη δικαιοσύνη, μένει να απαντήσουμε:

Τι σημαίνει «το ίδιο Εγώ»;

Αν μετά τον θάνατο υπάρχει μια συνείδηση που θυμάται τη ζωή μου, είναι εγώ;

Αν υπάρχει η ίδια συνείδηση αλλά χωρίς τις αναμνήσεις μου, είναι εγώ;

Αν όλη η πληροφορία του εγκεφάλου μου ανακατασκευαστεί κάπου αλλού, είναι εγώ;

Και αν υπάρχουν δύο τέτοιες ανακατασκευές, ποια από τις δύο είναι το πραγματικό Εγώ;

Εδώ, κατά τη γνώμη μου, ανοίγει το πιο παράξενο και ίσως πιο σημαντικό κεφάλαιο:

Η Αθανασία του Εγώ δεν θα κριθεί τελικά από το αν υπάρχει «κάπου» μια συνέχεια.

Θα κριθεί από το αν μπορούμε να ορίσουμε τι είναι αυτό που κάνει ένα Εγώ να είναι το ίδιο Εγώ μέσα στον χρόνο.

Και τότε το ερώτημα της αθανασίας συναντά ένα ακόμη βαθύτερο παράδοξο:

Μήπως το Εγώ δεν είναι ένα πράγμα που πρέπει να διατηρηθεί, αλλά μια συνεχής διαδικασία που κάθε στιγμή δημιουργεί ξανά την ταυτότητά της;

Αν αυτό ισχύει, τότε ίσως χρειάζεται να ξαναγράψουμε από την αρχή τόσο την έννοια του θανάτου, όσο και εκείνη της αθανασίας.

Και αυτό θα ήταν το επόμενο βήμα μας:
«Τι είναι πραγματικά το Εγώ; — Η ταυτότητα, η μνήμη και το παράδοξο της προσωπικής συνέχειας».