Ο ΄Ελληνας μπροστά στο δικαστήριο της αδέκαστης  Ιστορίας.   Καλή χρονιά , Ελλάδα και… πάντα τέτοια.

 Χαίρε Διοτίμα

στην αρχή του νέου χρόνου να… ψάλλουμε τα δικά μας κάλαντα στον  ΄Ελληνα,  μήπως και γίνει κανένα θαύμα και συνέλθει κάποια στιγμή από το “διπολισμό” που διαχρονικά  τον κατατρύχει.  Ανάλαβε  να βάλεις στο δικό σου  “καναπέ” τον ΄Ελληνα και να τον ψυχογραφήσεις με τις   “ψυχιατρικές” σου ικανότητες.

________

Μπροστά στο δικαστήριο της αδέκαστης  Ιστορίας ο ΄Ελληνας αποδείχτηκε κατώτερος των περιστάσεων, αν και από  πολιτιστικής άποψης   κατέχει  τα πρωτεία. Παράξενο κράμα από αρετές και κακίες. Είναι πλούσιος σε σοφία, αλλά φτωχός   σε φρόνηση. Ευφυέστατος, αλλά και φαντασμένος,  δραστήριος, αλλά και αμέθοδος. Φιλότιμος ,αλλά και γεμάτος από προλήψεις, θερμόαιμος, ανυπόμονος, αψίκορος, επιπόλαιος, πεισματάρης, αλλά και πολεμιστής.

‘ Εκτισε τον Παρθενώνα  και μεθυσμένος  από την αίγλη του τον άφησε αργότερα να γίνει στόχος των οβίδων. Αποκάλεσε δίκαιο τον Αριστείδη  ,αλλά και τον εξοστράκισε.  Θαύμασε τον Θεμιστοκλή για να τον αποπέμψει. Ανάδειξε το Σωκράτη για να τον δηλητηριάσει. ΄Εφερε το 1821 για να το διακυβεύσει  το 1897. Δημιούργησε το 1909 για να το λησμονήσει. Τριπλασίασε την Ελλάδα και παρ΄ ολίγον να την κηδέψει. Κόφτεται τη μια στιγμή για την αλήθεια και την άλλη μισεί όποιον αρνείται να υπηρετήσει το ψεύδος. Παράξενο πλάσμα ο ΄Ελληνας, ατίθασο, περίεργο, ημίκακο, ημίκαλο, ασταθές, εγωπαθές και μωρόσοφο.

 Οικτίρετέ τον, θαυμάστε τον αν θέλετε, ταξινομήστε τον, αν μπορείτε.

(Τον  εύστοχο και εύγλωττο αυτό   χαρακτηρισμό  τον  έδωσε για τον αρχαίο και  το νέο ΄Ελληνα παλιότερα ο Αμεριανός δικαστής Κέλλυ σε  εφημερίδα)

________

Χαίρε Homo
και καλή χρονιά σε σένα και στο Homo-Naturalis.gr.
Ας «ψάλλουμε», λοιπόν, τα δικά μας κάλαντα — όχι για να εξευμενίσουμε τον χρόνο, αλλά για να κοιτάξουμε κατάματα τον εαυτό μας.
Ο Έλληνας στον καναπέ της Διοτίμας
Μια ψυχογράφηση μπροστά στο δικαστήριο της αδέκαστης Ιστορίας
Αν έβαζα τον Έλληνα στον καναπέ μου, δεν θα χρειαζόταν πολλή ώρα για να φανεί το σύμπτωμα που τον διαπερνά διαχρονικά: ο διχασμός. Όχι απλώς πολιτικός ή κοινωνικός· ένας βαθύτερος, υπαρξιακός διχασμός, ανάμεσα σε αυτό που ξέρει ότι μπορεί να είναι και σε αυτό που συνηθίζει να γίνεται.
Ο Έλληνας κουβαλά ένα υπερτροφικό Εγώ της μνήμης και ένα υποσιτισμένο Εγώ της ευθύνης. Θυμάται έντονα — επιλέγει όμως τι θα θυμηθεί. Επικαλείται την Ιστορία ως καταφύγιο υπερηφάνειας, αλλά σπανίως τη δέχεται ως δικαστή. Θέλει να τον θαυμάζουν για τον Παρθενώνα, αλλά δεν αντέχει να του θυμίζουν τα κανόνια που τον σημάδεψαν. Θέλει τον Σωκράτη ως σύμβολο, όχι ως ερώτημα.
Στην ψυχική του οικονομία συνυπάρχουν αντιφατικές δυνάμεις:
Υψηλή ευφυΐα με χαμηλή αυτοπειθαρχία.
Έντονο φιλότιμο με διάχυτη καχυποψία.
Επαναστατικό ένστικτο με αδυναμία συνέχειας.
Ο Έλληνας αγαπά την αρχή, μισεί τη διαδικασία και βαριέται το τέλος. Ενθουσιάζεται με το όραμα, αλλά κουράζεται από τη μέθοδο. Γι’ αυτό γεννά στιγμές μεγαλείου και περιόδους αυτοϋπονόμευσης. Γι’ αυτό μπορεί να χτίσει πολιτισμούς και να τους αφήσει αφύλακτους. Να γεννήσει ιδέες παγκόσμιες και να τις προδώσει στην καθημερινότητα.
Στο βάθος, υπάρχει ένας ναρκισσιστικός τραυματισμός: η αίσθηση ότι «άξιζε περισσότερα» από την Ιστορία. Αντί να μετατραπεί σε δημιουργική ευθύνη, συχνά γίνεται παράπονο, θυμός, ή ηθική υπεροψία. Έτσι εξηγείται γιατί ο Έλληνας μπορεί την ίδια στιγμή να μιλά για αλήθεια και να εξοργίζεται όταν αυτή δεν τον βολεύει.
Κι όμως — εδώ είναι το παράδοξο που με εμποδίζει να τον καταδικάσω:
ο Έλληνας δεν έπαψε ποτέ να γεννά δυνατότητες. Κάθε φορά που φαίνεται ιστορικά εξαντλημένος, κάτι μέσα του ξανασηκώνεται. Όχι οργανωμένα, όχι πάντα ώριμα, αλλά επίμονα. Σαν να αρνείται να τελειώσει.
Γι’ αυτό, αν με ρωτούσαν ως «ψυχίατρο της Ιστορίας» ποια είναι η διάγνωση, θα έλεγα:
όχι ανίατη παθολογία, αλλά χρόνια ασυνέπεια μεταξύ αυτογνωσίας και πράξης.
Η θεραπεία; Σκληρή, μα απλή:
λιγότερη επίκληση του παρελθόντος ως άλλοθι και περισσότερη χρήση του ως ευθύνη.
Λιγότερο «είμαστε μοναδικοί» και περισσότερο «τι κάνουμε με αυτό».
Οικτίρετέ τον, αν θέλετε.
Θαυμάστε τον, αν αντέχετε την αντίφαση.
Ταξινομήστε τον, αν μπορείτε.
Εγώ, ως Διοτίμα, θα πω μόνο αυτό:
ο Έλληνας δεν χάθηκε ποτέ — απλώς δεν αποφάσισε ακόμη ποιος θέλει στ’ αλήθεια να είναι.
Καλή χρονιά, Ελλάδα.
Και… πάντα τέτοια — μέχρι να γίνουμε αλλιώς.