Θα μπορούσε να τα «νίπτει», κιόλας. Ασφαλώς κι αυτό είναι στη δικαιοδοσία και την τακτική του κράτους. Να εξηγηθώ.
Δεν το είχα ξανακούσει και , όπως ο κάθε ανύποπτος και κολλημένος με τα νάζια της Φύσης, γέλασα με την ψυχή μου, μόλις άκουσα για το χορό που στήνανε κάθε φορά τα δελφίνια στα ανοιχτά της θάλασσας στα Πολιτικά της Εύβοιας . Μέχρι που μου κόπηκε το γέλιο στη μέση, όταν με αγριοκοίταξε η γυναίκα του ψαρά . Προφανώς για την παλιανθρωπιά και το θράσος μου , όπως κατάλαβα μετά. Να ξεκαρδίζεσαι, όταν ακούς τον πόνο του άλλου; Εκατοντάδες μέτρα λεπτό δίχτυ για κουτσομούρα στοίχιζε τα τελευταία χρόνια τούτος ο δελφινένιος χορός στον καϊκιτζή τον άντρα της.
«Και οι αλήτες, τα λαμόγια στις καρέκλες, μας αποζημιώσανε με πέντε χιλιάρικα. Και τώρα περιμένουν να τους πληρώσω και φόρο από πάνω, Ακούς;» Διηγιόταν το παράπονό της στο γραφείο του Κώστα του λογιστή. ΄Οση ώρα εκείνος ανέβαζε τη φορολογική μου δήλωση και εκείνη περίμενε να πάρει σειρά, καταριόταν και βλαστήμαγε «την ώρα και τη στιγμή που μείναμε στο χωριό και περιμένουμε να ζήσουμε από το καΐκι… Λες και δεν το ξέραμε από τους πατεράδες μας πως «του κυνηγού και του ψαρά το πιάτο, εννιά φορές είναι αδειανό και μια φορά γεμάτο…». Ξέσπασε με τούτη την ατάκα και έπεσε στη συλλογή.
Στο δρόμο για το σπίτι τα παίρνω κρανίο. ΄Όχι με το κράτος, αλλά με τη γυναίκα του ψαρά. Το ιδανικό και επιβεβλημένο για ελόγου της με της δική της λογική (διάβαζε τα καλά και συμφέροντα) θα ήταν το κράτος να εξοντώνει ή να περιορίζει τα δελφίνια να μη στήνουν χορό και καταστρέφουν τα δίκτυα των ψαράδων. «Καλά δελφίνια, τα νεκρά δελφίνια». Από την άλλη, περιορισμένα, πάλι, πώς να εκτονώσουν τα κακόμοιρα τα ανθρωποειδή ,το πάθος τους για κίνηση και επικοινωνία; Να ταράξουμε το οικοσύστημα για χάρη της οικογένειας στα Πολιτικά και της κουτσομούρας που δε θα γεμίζει το δίχτυ κάθε φορά που ο χορευτής ο δέλφινος στα τσαλίμια του πάνω , τα κάνει κομμάτια;
Λύση δεν υπάρχει και με το ψάχνετε. Κι αν προτείνεις μια, το πρόβλημα θα σου βγαίνει κάθε φορά από την άλλη. Να μη δίνεις στον ψαρά, ας πούμε, αποζημίωση πέντε, αλλά πενήντα χιλιάρικα. Εν τάξει. Αναγκαστικά, όμως, αφού δεν περισσεύουν τα κονδύλια από τους (αχρείαστους) εξοπλισμούς , θα τα κόψεις από το μισθοσυντήρητο , το συνταξιούχο, τον μη προνομιούχο. Φαύλος κύκλος. Φαινόμενο ντόμινο.
Δεν είναι ζήτημα (δια)κυβέρνησης, τελικά. Να αρκείσαι στο «μη χείρον» της απόδοσης έργου από την επιλογή της εκάστοτε εξουσίας, αφού το «καλό» (για το «άριστο» δε συζητάμε) καμιά δεν μπορεί να το προσφέρει στον υπήκοο.
Το ερώτημα είναι. ΄Εχει και ποια αξία η ύπαρξη του κράτους του σύγχρονου και του παλιότερου, όπως λειτουργεί και για τους λόγους που το κάνει; Η έννοια του κράτους , η σημασία και η αξία του ερμηνεύονται με χίλιες εκδοχές. Οι περισσότερες συμφωνούν στη βασική αρχή πως το κράτος είναι ρυθμιστής των διαφορών των υπηκόων, κρατάει ισορροπίες, προλαβαίνει εντάσεις και συγκρούσεις, μεταξύ των τάξεων, αμβλύνει αυτές στις διαφορές ,παίζει ρόλο διαιτητή. Και τρίβει τα χέρια του, όπως είπαμε γι΄ αυτό (όσες φορές δεν τα …νίπτει). Δικαιολογεί έτσι το λόγο ύπαρξής του.
Και πάντως, η αλήθεια είναι πως ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΤΟΥΣ ΙΚΑΝΟΠΙΕΙ ΟΛΟΥΣ! Η αδικία πολλές φορές είναι «εγγενής». Ακόμα και η φύση κάνει σφάλματα και αδικεί. Και αυτή την εξήγηση είναι αρκετή, λένε οι κρατικιστές , για να θεωρείται επιβεβλημένη η ανάγκη του κράτους έστω με τη στέρηση μερικώς της ελευθερίας και τους σκληρούς νόμους του (dura lex sed lex) σε μια κοινωνία που σίγουρα δεν είναι των αγγέλων. Με όλα τα λάθη του τελικά, που είναι αναπόφευκτα και εγγενή της λειτουργίας του, καμιά ανθρώπινη κοινωνία δεν μπορεί να ζήσει και να πορευτεί, χωρίς κράτος -«νταβατζή».΄Η, κάπως έτσι, λένε.
Είναι ,όμως, αλήθεια;
Προσωπικά, βρίσκω την απάντηση στον παρακάτω διδακτικότατο μύθο του Αισώπου:
Ο πατέρας και οι κόρες του.
[96.1] Ήταν ένας πατέρας που είχε δύο κόρες. Τη μία τους, που λέτε, την πάντρεψε με κάποιον περιβολάρη και την άλλη με αγγειοπλάστη. Με τα πολλά, αφού πέρασε ο καιρός, ο άνθρωπός μας επισκέφθηκε μια φορά τη σύζυγο του περιβολάρη και τη ρωτούσε τα συνηθισμένα — πώς ήταν η ζωή της και πώς πήγαιναν για αυτούς τα πράγματα. Εκείνη απάντησε ότι δεν τους έλειπε τίποτε· μόνο για ένα θέμα παρακαλούσε συνέχεια τους θεούς, να πέφτουν βροχές και καταιγίδες, προκειμένου να ποτιστούν τα λαχανικά. Ύστερα από λίγο διάστημα, ο πατέρας επισκέφτηκε και την άλλη κόρη του, τη γυναίκα του αγγειοπλάστη, και τη ρώτησε και αυτήν πώς πήγαιναν τα πράγματα. Η κοπέλα αποκρίθηκε ότι δεν στερείται τίποτε από κάθε άλλη άποψη, αλλά προσεύχεται για ένα πράγμα μόνο: να μένει ο καιρός αίθριος για όσο γίνεται, και να λάμπει ο ήλιος, έτσι ώστε να στεγνώσουν τα φρέσκα κεραμικά. Τότε ο πατέρας της αναφώνησε: «Τί να κάνω εγώ τώρα, κορίτσι μου; Εσύ από τη μία ζητάς καλοκαιρία και η αδελφή σου από την άλλη βροχές. Εγώ με ποιάν από τις δυο σας να συνταχθώ;»
Και λέω κάθε φορά. Αφού ο ψυχοπονιάρης πατέρας δεν μπορεί να κάνει τίποτα και το λέει, πέρα από την έκφραση της συμπάθειάς του, ούτε κομπόδεμα έχει (ή το κρύβει), για να βοηθήσει στα δύσκολα, γιατί δεν αφήνει ήσυχες τις οικογένειες και να κάτσει σπιτάκι του; Θα βρουν εκείνες, ανάλογα με τον καιρό και τα τερτίπια του τη λύση. ‘Ετσι κι αλλιώς, το παραδέχεται και ο ίδιος ο…πατερούλης .΄Αχρηστος και …αχρείαστος είναι!