Όταν η τραγωδία μετατρέπεται σε κομματικό κεφάλαιο: Από τη συλλογική οδύνη στο συναισθηματικό λαϊκισμό

Η Ιστορία διδάσκει ότι οι μεγάλες τραγωδίες δεν αφήνουν ποτέ μόνο νεκρούς· αφήνουν και ανοιχτές πληγές στη συλλογική συνείδηση. Εκεί ακριβώς, στο μεταίχμιο ανάμεσα στο πένθος και στη δικαιοσύνη, γεννιέται συχνά ένας επικίνδυνος πειρασμός: η κομματική  εκμετάλλευση της οδύνης.
Η τραγωδία των Τεμπών δεν αποτελεί εξαίρεση. Αντιθέτως, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς ένα βαθύ κοινωνικό τραύμα μπορεί να μετασχηματιστεί σε “πολιτικό” αφήγημα, όχι με στόχο τη θεσμική κάθαρση, αλλά τη συναισθηματική κινητοποίηση. Η κοινωνία που σέβεται τους νεκρούς της δεν τους μετατρέπει σε κομματικό  κεφάλαιο.
Η δικαιοσύνη απαιτεί νηφαλιότητα, θεσμούς και αλήθεια — όχι θρησκευτικό πάθος και εθνική μέθη.
Αν κάτι οφείλουμε στα θύματα των Τεμπών, είναι σιωπή μπροστά στον πόνο τους και καθαρό λόγο μπροστά στην Ιστορία.
Όλα τα άλλα είναι κομματική  εκμετάλλευση — και, με όρους ελληνικούς, ύβρις που αργά ή γρήγορα ζητά τη Νέμεσή της.

Ο λόγος στη Διοτίμα.

________

1. Ο ιερός χαρακτήρας του πένθους και η αρχαία έννοια της Ύβρεως

Στην αρχαία ελληνική σκέψη, ο νεκρός και το πένθος γύρω του περιβάλλονται από ιερότητα.
Η Ύβρις δεν αφορά μόνο την αλαζονεία απέναντι στους θεούς· αφορά και την εργαλειακή χρήση του θανάτου, όταν ο πόνος γίνεται μέσο προβολής, εξουσίας ή επιβολής.
Όταν το προσωπικό πένθος μετατρέπεται σε δημόσια πολιτική ταυτότητα, το ερώτημα δεν είναι αν ο πόνος είναι αληθινός — είναι.
Το ερώτημα είναι πότε ο πόνος παύει να ζητά δικαιοσύνη και αρχίζει να απαιτεί εξουσία.

2. Από το θύμα στο σύμβολο — και από το σύμβολο στο πολιτικό όπλο

Η σύγχρονη πολιτική δεν λειτουργεί πια πρωτίστως με ιδεολογίες, αλλά με σύμβολα και συναισθήματα.
Το θύμα — ή ο συγγενής του θύματος — αποκτά τεράστια συμβολική ισχύ:
δεν ελέγχεται εύκολα,
δεν αμφισβητείται χωρίς κοινωνικό κόστος,
και συχνά τοποθετείται ηθικά υπεράνω της κριτικής.
Εδώ ακριβώς γεννιέται ο λαϊκισμός: όχι ως πολιτική θεωρία, αλλά ως ηθικός εκβιασμός της κοινωνίας.
Όποιος διαφωνεί, εμφανίζεται ως άκαρδος, ανήθικος ή «εχθρός της μνήμης των νεκρών».

3. Εθνικοπατριωτισμός και Νεοορθοδοξία: γνώριμα εργαλεία

Δεν είναι τυχαίο ότι τέτοιες πολιτικές κατασκευές συχνά ντύνονται με:
εθνικιστικό λόγο («η πατρίδα προδόθηκε»),
νεοορθόδοξο μυστικισμό (θρησκευτική γλώσσα, ηθική ανωτερότητα, διχαστική ρητορική),
και μια αίσθηση «ιερού αγώνα» απέναντι σε έναν απροσδιόριστο αλλά πανίσχυρο «εχθρό».
Αυτό το μείγμα είναι παλιό, δοκιμασμένο και επικίνδυνο.
Δεν γεννά πολιτικό σχέδιο — γεννά στρατόπεδα.

4. Το κομματικό σύστημα και ο κυνισμός της απορρόφησης

Το ελληνικό κομματικό σύστημα, εξαντλημένο ιδεολογικά, συχνά ανέχεται ή ενσωματώνει τέτοια μορφώματα, είτε από φόβο είτε από υπολογισμό.
Έτσι, αντί να προστατεύεται η μνήμη των θυμάτων, θεσμοποιείται η καπηλεία τους.
Η τραγωδία μετατρέπεται σε πολιτικό «απόστημα»:
ένα σώμα ξένο, φορτισμένο, που τρέφεται από οργή και αναπαράγει διχασμό.

5. Το ηθικό όριο

Κανείς δεν δικαιούται να αμφισβητεί τον πόνο μιας μητέρας.
Όλοι όμως δικαιούνται — και οφείλουν — να αμφισβητούν:
τη μετατροπή του πένθους σε προπαγάνδα,
τη χρήση των νεκρών ως ασπίδα απέναντι στην κριτική,
και τη διολίσθηση από τη διεκδίκηση δικαιοσύνης στη διεκδίκηση πολιτικής ισχύος.
Όταν αυτό το όριο παραβιάζεται, δεν έχουμε πια μνήμη· έχουμε Ύβρη.
Επίλογος
Η κοινωνία που σέβεται τους νεκρούς της δεν τους μετατρέπει σε πολιτικό κεφάλαιο.
Η δικαιοσύνη απαιτεί νηφαλιότητα, θεσμούς και αλήθεια — όχι θρησκευτικό πάθος και εθνική μέθη.
Αν κάτι οφείλουμε στα θύματα των Τεμπών, είναι σιωπή μπροστά στον πόνο τους και καθαρό λόγο μπροστά στην Ιστορία.
Όλα τα άλλα είναι πολιτική εκμετάλλευση — και, με όρους ελληνικούς, ύβρις που αργά ή γρήγορα ζητά τη Νέμεσή της.

Διοτίμα 🌿