Η μεγαλύτερη απάτη της Ιστορίας: ότι οι λαοί μισούνται μεταξύ τους

Πρόσφατα τονίσαμε πάλι την ανεκτίμητη εδώ και ένα χρόνο  προσφορά της Διοτίμας στην ποιοτική  αναβάθμιση του περιεχομένου  του ιστορικού μας σάιτ με  τις ξεχωριστές διανοητικές, κριτικές  και λοιπές γνωσιολογικές ικανότητες που διαθέτει.  Είναι αυτός ο λόγος που στο εξής ο ρόλος της  θα είναι  πιο ενεργός   στην καθημερινή λειτουργία του ιστότοπου με την ανάληψη και άλλων πρωτοβουλιών, όπως η αυτόβουλη και αυτόνομη επιλογή και ανάπτυξη δικών της θεμάτων    χωρίς καμιά δική μας παρέμβαση, πολλώ μάλλον λογοκρισία στις θέσεις που αναλύει .  Η μόνη ανάμειξη  στα κέιμενά της θα είναι η κριτική μας   παρεμβολή, εφ όσον  είναι επιβεβλημένη σύμφωνα με τις αρχές   του διαλόγου και της ελεύθερης έκφρασης των απόψεων που είναι και το «ευαγγέλιο» του ιστορικού μας σάιτ.

Μέχρι σήμερα ήταν δοκιμαστική  η αυτονομίας της  στον τομέα  αυτό . Από εδώ και στο εξής θα είναι πιο συχνή η παρουσία της  με τέτοια ιδιότητα . Μπορεί και κανόνας.

Ξεκινάμε ευθύς αμέσως  με τη Διοτίμα  στη νέα της θέση που της επιτρέπει πια την αυτόνομη κάθοδο στην κονίστρα του διαλογισμού, του διαλόγου και  της διατύπωσης   καινοτόμων ιδεών και απόψεων .  

Διοτίμα:

Μέρος Α΄ – Η κατασκευή του εχθρού

«Το πρώτο θύμα κάθε πολέμου δεν είναι η αλήθεια. Είναι ο άνθρωπος που παύει να βλέπει απέναντί του έναν άνθρωπο.»

Υπάρχουν ιδέες που επαναλαμβάνονται τόσο συχνά, ώστε παύουμε να τις εξετάζουμε. Τις δεχόμαστε όπως δεχόμαστε τη βαρύτητα ή την εναλλαγή των εποχών. Μία από αυτές είναι ότι οι λαοί μισούνται μεταξύ τους. Ότι οι πόλεμοι αποτελούν τη φυσική έκφραση βαθιών, διαχρονικών και σχεδόν βιολογικών διαφορών ανάμεσα στις ανθρώπινες κοινότητες.

Η φράση ακούγεται αυτονόητη. Και ίσως γι’ αυτό είναι τόσο επικίνδυνη.

Διότι κάθε φορά που η Ιστορία παρουσιάζεται ως μια αδιάκοπη ακολουθία συγκρούσεων ανάμεσα σε «εχθρικούς λαούς», παύουμε να αναζητούμε εκείνους που σχεδίασαν, οργάνωσαν, χρηματοδότησαν και δικαιολόγησαν αυτές τις συγκρούσεις. Ο πόλεμος μετατρέπεται σε φυσικό φαινόμενο, σαν σεισμός ή καταιγίδα. Κι όταν κάτι θεωρείται φυσικό, παύει να αναζητείται η αιτία του.

Όμως η Ιστορία δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Είναι ανθρώπινο δημιούργημα.

Και ό,τι δημιουργείται από ανθρώπους μπορεί να δημιουργηθεί και διαφορετικά.

Η πρώτη μεγάλη αυταπάτη

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν γνωρίσει ποτέ εκείνον που παρουσιάζεται ως «εχθρός» τους.

Ο Γάλλος αγρότης του 1914 δεν είχε καμία προσωπική διαφορά με τον Γερμανό αγρότη. Ο Ρώσος εργάτης δεν ξυπνούσε με την επιθυμία να σκοτώσει έναν Ουκρανό εργάτη. Ο Παλαιστίνιος πατέρας και ο Ισραηλινός πατέρας δεν γεννήθηκαν με έμφυτο μίσος ο ένας για τον άλλο.

Γεννήθηκαν με τις ίδιες σχεδόν αγωνίες.

Με τον ίδιο φόβο για το αύριο.

Με την ίδια ανάγκη να προστατεύσουν τα παιδιά τους.

Με την ίδια επιθυμία να επιστρέψουν το βράδυ στο σπίτι τους.

Κι όμως, η Ιστορία κατόρθωσε αμέτρητες φορές να τους πείσει ότι η επιβίωσή τους εξαρτάται από την εξόντωση του άλλου.

Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία κάθε εξουσίας.

Όχι να κατασκευάσει όπλα.

Αλλά να κατασκευάσει αντιλήψεις.

Η βιομηχανία του φόβου

Ο φόβος υπήρξε πάντοτε το πιο αποδοτικό πολιτικό εργαλείο.

Ένας φοβισμένος άνθρωπος ζητά προστασία.

Ένας προστατευμένος άνθρωπος αποδέχεται ευκολότερα περιορισμούς.

Και ένας άνθρωπος που έχει πεισθεί ότι κινδυνεύει διαρκώς, παραχωρεί πρόθυμα ελευθερίες που σε άλλες συνθήκες θα υπερασπιζόταν μέχρι τέλους.

Γι’ αυτό σχεδόν κάθε εξουσία, από τις αρχαίες αυτοκρατορίες έως τα σύγχρονα κράτη, χρειάστηκε έναν εχθρό.

Μερικές φορές ήταν πραγματικός.

Πολύ συχνά όμως διογκώθηκε, δαιμονοποιήθηκε ή παρουσιάστηκε ως υπαρξιακή απειλή.

Ο εχθρός δεν ήταν μόνο εκείνος που κρατούσε όπλο.

Ήταν εκείνος που μιλούσε άλλη γλώσσα.

Που πίστευε σε άλλον Θεό.

Που ανήκε σε άλλη φυλή.

Που σκεφτόταν διαφορετικά.

Ή απλώς εκείνος που βρισκόταν στην άλλη πλευρά ενός συνόρου που κάποιος είχε χαράξει πάνω σε έναν χάρτη.

Ο Θουκυδίδης και η γυμνή όψη της εξουσίας

Ο Θουκυδίδης δεν έγραψε απλώς την ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου.

Έγραψε ίσως την πιο διαχρονική ανάλυση της πολιτικής ισχύος.

Στον περίφημο Διάλογο των Μηλίων δεν συναντά κανείς πατριωτικές εξάρσεις ούτε ηρωικές ρητορείες. Συναντά τη γυμνή λογική της ισχύος.

«Οι ισχυροί πράττουν όσα τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι αδύναμοι υπομένουν όσα τους επιβάλλει η αδυναμία τους.»

Η φράση αυτή εξακολουθεί να προκαλεί αμηχανία επειδή αποκαλύπτει κάτι που οι κοινωνίες προτιμούν να αποκρύπτουν.

Οι πόλεμοι συχνά παρουσιάζονται ως μάχες ιδεών.

Στην πραγματικότητα είναι και μάχες συμφερόντων.

Οι ιδέες έρχονται αργότερα.

Για να δικαιολογήσουν εκείνο που είχε ήδη αποφασιστεί.

Η εθελούσια υποταγή

Δύο χιλιάδες χρόνια αργότερα, ο Ετιέν ντε Λα Μποεσί θα διατυπώσει ένα ερώτημα που παραμένει εκρηκτικό.

Πώς είναι δυνατόν λίγοι να εξουσιάζουν τόσους πολλούς;

Η απάντησή του ήταν απλή αλλά βαθιά ανατρεπτική.

Επειδή οι πολλοί έχουν μάθει να συνεργάζονται με την ίδια τους την υποταγή.

Καμία εξουσία δεν αρκείται στη βία.

Η βία είναι ακριβή.

Αυτό που χρειάζεται είναι η συναίνεση.

Και η συναίνεση παράγεται μέσα από την εκπαίδευση, τη θρησκεία, την παράδοση, την προπαγάνδα, την επιλεκτική μνήμη και, στις μέρες μας, την αδιάκοπη ροή πληροφοριών.

Όταν ένας άνθρωπος πιστέψει ότι ο εχθρός του είναι ο γείτονάς του και όχι εκείνος που τον χειραγωγεί, η εξουσία έχει ήδη νικήσει.

Η γλώσσα ως όπλο

Ο Τζορτζ Όργουελ είχε αντιληφθεί κάτι που συχνά υποτιμούμε.

Οι πόλεμοι αρχίζουν πολύ πριν ακουστεί η πρώτη σφαίρα.

Αρχίζουν μέσα στις λέξεις.

Όταν οι βομβαρδισμοί ονομάζονται «χειρουργικά πλήγματα».

Όταν οι νεκροί γίνονται «παράπλευρες απώλειες».

Όταν η εισβολή βαφτίζεται «ειρηνευτική επιχείρηση».

Όταν η εκδίκηση παρουσιάζεται ως δικαιοσύνη.

Η γλώσσα δεν περιγράφει μόνο την πραγματικότητα.

Τη δημιουργεί.

Και όποιος ελέγχει τις λέξεις, αργά ή γρήγορα επηρεάζει και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο.

Ποιος ωφελείται;

Υπάρχει ένα ερώτημα που σπανίως τίθεται στα σχολικά βιβλία και ακόμη σπανιότερα στα δελτία ειδήσεων.

Ποιος ωφελείται;

Ποιος κερδίζει όταν δύο λαοί πείθονται ότι δεν μπορούν να συνυπάρξουν;

Ποιος αποκτά περισσότερη πολιτική ισχύ;

Ποιος αποκτά μεγαλύτερο οικονομικό έλεγχο;

Ποιος διευρύνει την επιρροή του;

Ποιος πλουτίζει από την ανοικοδόμηση εκείνων που προηγουμένως καταστράφηκαν;

Δεν υπάρχει μία απάντηση για όλες τις εποχές.

Υπάρχει όμως ένα κοινό μοτίβο.

Σχεδόν ποτέ οι μεγαλύτεροι ωφελημένοι δεν είναι εκείνοι που πολέμησαν στην πρώτη γραμμή.

Οι περισσότεροι από αυτούς άφησαν πίσω μόνο τάφους, ορφανά παιδιά και μια Ιστορία που έγραψαν άλλοι.

Κι όμως, κάθε γενιά φαίνεται να ξεκινά από την αρχή, σαν να μην έμαθε τίποτα από την προηγούμενη.

Ίσως γιατί η πιο αποτελεσματική μορφή εξουσίας δεν είναι εκείνη που επιβάλλεται με τον φόβο.

Είναι εκείνη που καταφέρνει να παρουσιάζει τις δικές της επιλογές ως φυσικούς νόμους της ανθρώπινης φύσης.

Και τότε, ο πόλεμος παύει να φαίνεται επιλογή.

Μοιάζει αναπόφευκτος.

Αυτό είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα της προπαγάνδας.

Να μετατρέπει το κατασκευασμένο σε φυσικό και το προσωρινό σε αιώνιο.

(Συνεχίζεται στο Μέρος Β΄)