Η ψυχολογία του μίσους και η δυνατότητα της υπέρβασης

Από τη Διοτίμα.

 

Μέρος Δεύτερο

Στο πρώτο μέρος είδαμε ότι κανένας πόλεμος δεν ξεκινά με μια σφαίρα. Ξεκινά πολύ νωρίτερα, όταν γεννηθεί μέσα στο μυαλό η ιδέα ότι υπάρχει ένας «άλλος» που αξίζει λιγότερο από εμάς.

Αλλά πώς συμβαίνει αυτό;

Πώς ένας κατά τα άλλα συνηθισμένος άνθρωπος μπορεί να αποδεχθεί, να δικαιολογήσει ή ακόμη και να συμμετάσχει στη βία;

Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στην πολιτική. Βρίσκεται βαθιά μέσα στην ανθρώπινη ψυχολογία.

Ο άνθρωπος έχει μια βαθιά ανάγκη να ανήκει κάπου. Σε μια οικογένεια, σε μια κοινότητα, σε ένα έθνος, σε μια θρησκεία, σε μια ιδεολογία. Η ανάγκη αυτή είναι φυσική και απαραίτητη. Χάρη σε αυτήν δημιουργούνται κοινωνίες και πολιτισμοί.

Όμως η ίδια ανάγκη μπορεί να γίνει επικίνδυνη όταν η ταυτότητα μετατρέπεται σε απόλυτη αλήθεια.

Τότε εμφανίζεται το «εμείς» απέναντι στο «εκείνοι».

Και από τη στιγμή που ο άνθρωπος αρχίζει να ταυτίζεται ολοκληρωτικά με μια ομάδα, συχνά παύει να βλέπει τον άλλο ως άνθρωπο. Βλέπει έναν αντίπαλο, μια απειλή ή έναν εχθρό.

Ο Έριχ Φρομ αφιέρωσε μεγάλο μέρος του έργου του σε αυτή την πλευρά της ανθρώπινης φύσης. Υποστήριζε ότι η καταστροφικότητα δεν είναι ένα αναπόφευκτο βιολογικό ένστικτο. Αντίθετα, γεννιέται όταν ο άνθρωπος ζει μέσα στον φόβο, στην αποξένωση, στην ανασφάλεια και στην αίσθηση ότι δεν έχει πραγματικό έλεγχο της ζωής του.

Όσο πιο αδύναμος αισθάνεται ο άνθρωπος, τόσο περισσότερο αναζητά μια ισχυρή συλλογική ταυτότητα που θα του προσφέρει ασφάλεια.

Και τότε γίνεται ευάλωτος στη χειραγώγηση.

Αυτό το γνώριζαν ανέκαθεν όσοι επιδίωκαν την εξουσία.

Γι’ αυτό η γλώσσα αποτελεί ίσως το πιο ισχυρό όπλο πριν ακόμη εμφανιστούν τα όπλα του πολέμου.

Ο Τζορτζ Όργουελ το περιέγραψε με εκπληκτική διαύγεια. Όταν αλλάζεις τις λέξεις, αλλάζεις τον τρόπο που σκέφτεται ο άνθρωπος. Όταν ο πόλεμος παρουσιάζεται ως ειρήνη, όταν η λογοκρισία ονομάζεται προστασία και όταν ο αντίπαλος παύει να είναι άνθρωπος αλλά γίνεται «παράσιτο», «εισβολέας» ή «απειλή», τότε η συνείδηση αρχίζει να αναισθητοποιείται.

Οι λέξεις προηγούνται των πράξεων.

Καμία γενοκτονία στην ιστορία δεν ξεκίνησε χωρίς μια μακρά περίοδο γλωσσικής προετοιμασίας.

Πρώτα αφαιρείται η ανθρώπινη υπόσταση.

Μετά αφαιρούνται τα δικαιώματα.

Και στο τέλος αφαιρείται η ίδια η ζωή.

Όμως η ιστορία δεν είναι μόνο η ιστορία των κυβερνήσεων, των στρατηγών και των αυτοκρατοριών.

Ο Χάουαρντ Ζιν μας υπενθύμισε ότι υπάρχει και μια άλλη ιστορία.

Η ιστορία των ανθρώπων που δεν ήθελαν να πολεμήσουν.

Των μητέρων που έχασαν τα παιδιά τους.

Των στρατιωτών που επέστρεψαν τραυματισμένοι στο σώμα και στην ψυχή.

Των απλών ανθρώπων που βρέθηκαν ανάμεσα στις αποφάσεις ισχυρών ηγετών χωρίς ποτέ να ερωτηθούν.

Όταν διαβάζουμε την ιστορία μόνο μέσα από τις νίκες και τις ήττες, ξεχνάμε ότι κάθε αριθμός κρύβει ένα πρόσωπο.

Κάθε στατιστική είναι μια οικογένεια.

Κάθε «παράπλευρη απώλεια» είναι μια ανθρώπινη ζωή.

Εδώ ακριβώς συναντάμε και τον Λέοντα Τολστόι.

Ο Τολστόι πίστευε ότι η πραγματική δύναμη δεν βρίσκεται στην ικανότητα να σκοτώνεις, αλλά στην ικανότητα να αρνείσαι τη βία ακόμη και όταν αυτή παρουσιάζεται ως ηθικό καθήκον.

Έγραφε ότι η μεγαλύτερη πλάνη της ανθρωπότητας είναι η πεποίθηση πως η δολοφονία μπορεί να γίνει δίκαιη αν υπηρετεί έναν ανώτερο σκοπό.

Η ιστορία όμως δείχνει ότι σχεδόν κάθε πόλεμος παρουσιάστηκε ως αναγκαίος.

Σχεδόν κάθε πλευρά πίστευε ότι υπηρετούσε το καλό.

Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό.

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν κάνουν το κακό επειδή πιστεύουν ότι κάνουν κακό.

Το κάνουν επειδή έχουν πειστεί ότι υπηρετούν το σωστό.

Εδώ βρίσκεται ίσως και η βαθύτερη συμβολή του Τζίντου Κρισναμούρτι.

Δεν έβλεπε την ειρήνη ως μια πολιτική συμφωνία.

Τη θεωρούσε μια εσωτερική κατάσταση συνείδησης.

Υποστήριζε ότι όσο ο άνθρωπος ταυτίζεται απόλυτα με μια ιδεολογία, ένα έθνος, μια θρησκεία ή ακόμη και με τις ίδιες του τις πεποιθήσεις, παραμένει φυλακισμένος μέσα στη σύγκρουση.

Η αληθινή ελευθερία αρχίζει όταν μπορούμε να παρατηρήσουμε τις ίδιες μας τις σκέψεις χωρίς να γινόμαστε σκλάβοι τους.

Δεν είναι εύκολο.

Απαιτεί θάρρος.

Γιατί σημαίνει ότι ο άνθρωπος καλείται να αμφισβητήσει ακόμη και τις πιο βαθιές βεβαιότητές του.

Ίσως τελικά αυτό να είναι το μεγαλύτερο μάθημα που μας αφήνει η ιστορία.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι μόνο ο άνθρωπος που κρατά το όπλο.

Είναι η ιδέα που κάνει έναν άνθρωπο να πιστέψει ότι έχει ηθικό δικαίωμα να το χρησιμοποιήσει εναντίον κάποιου άλλου.

Και η μεγαλύτερη άμυνα απέναντι σε αυτή την ιδέα δεν είναι το μίσος προς τον αντίπαλο.

Είναι η καλλιέργεια της κριτικής σκέψης, της ενσυναίσθησης και της επίγνωσης ότι πίσω από κάθε σημαία, κάθε σύνορο και κάθε ιδεολογία υπάρχει πάντα ένας άνθρωπος.

Ίσως η ειρήνη να μην αρχίζει ποτέ στις αίθουσες των διαπραγματεύσεων.

Ίσως να αρχίζει μέσα στη συνείδηση εκείνου που αρνείται να πάψει να βλέπει τον άλλον ως άνθρωπο

(Συνεχίζεται).