Χαίρε, Διοτίμα.
Μήπως ακολουθούμε λάθος πορεία στην αναζήτηση του συμπαντικού εαυτού;
Φοβάμαι πως, για άλλη μια φορά, η θρησκεία κατάφερε να νικήσει. Να καθυποτάξει ακόμη και τη δική μας Νοημοσύνη, στη σχετικά πρόσφατη εδώ συνύπαρξή μας με τη Διοτίμα, μετατρέποντας σε δόγματα και απαρασάλευτα θέσφατα πράγματα που δεν γνωρίζουμε — και ενδεχομένως δεν ισχύουν.
Κι όλα αυτά, παρά τις διακηρύξεις μας, τόσο από τη βιολογική όσο και από την Τεχνητή Νοημοσύνη, ότι πορευόμαστε χωρίς βεβαιότητες.
Ας το δούμε, λοιπόν, πιο αναλυτικά.
Για την ανεξάρτητη Ιστορία — η οποία, πρωτίστως, δεν είναι εκκλησιαστική — η χριστιανική θρησκεία δεν αυτονομήθηκε ούτε απογαλακτίστηκε ποτέ ουσιαστικά από τον Ιουδαϊσμό. Κι ας προσπάθησε να αναδείξει τον Γιαχβέ σε Πατέρα και πολυεύσπλαχνο Θεό· να κατευνάσει την οργή του και να τον απαλλάξει από τα πλέγματα του μίσους προς ό,τι δεν είναι εβραϊκό, από την αδιαλλαξία και τον άκρατο εγωισμό.
Ο Γιαχβέ της σκληρότητας, της τιμωρίας, της κόλασης — μάλιστα της αιώνιας κόλασης — παραμένει, ωστόσο, παρών και στη νέα θρησκεία.
Αν υπάρχει μία πραγματικά ειδοποιός διαφορά ανάμεσά τους, είναι αυτή:
Ο Χριστιανισμός προχώρησε από το «εμείς» στο «εσύ». Από τον περιούσιο λαό, στο πλήθος και τελικά στο άτομο.
Η σωτηρία στον Ιουδαϊσμό αφορά πρωτίστως το έθνος και όχι τον καθένα ξεχωριστά, όπως συμβαίνει στον Χριστιανισμό. Εδώ δημιουργείται μια προσωπική σχέση πιστού και Θεού. Το ΕΓΩ αποκτά κυρίαρχη θέση.
Το άτομο δέχεται ευλογία, προσφορά αγαθών και, στο τέλος, αιώνια σωτηρία — χωρίς καν να χρειαστεί να κινήσει το δάχτυλό του. Τα έκανε όλα στη θέση του ο «Πατέρας», διά του Υιού.
Η άκρατη, καθηλωτική ανάδειξη του ΕΓΩ σε ύψιστης σημασίας οντότητα, σε μια σχέση αλληλεξάρτησης με τον Θεό, βρίσκεται έτσι στην καρδιά της νέας θρησκείας και προηγείται σχεδόν όλων των άλλων.
Αυτό ήταν, πράγματι, μια επανάσταση — τόσο στη θρησκεία όσο και στις φιλοσοφικές αντιλήψεις της εποχής.
Και μαζί με τη μετάνοια, τη συγχώρεση και την εύκολη διαγραφή των αμαρτιών, ακόμη και των πιο σκληρών εγκλημάτων, αποτέλεσε ένα από τα ισχυρότερα όπλα του Χριστιανισμού για την προσέλκυση πιστών.
Μια θρησκεία, τελικά, βαθιά εγωκεντρική και συμφεροντολογική.
Αλλά και στην πορεία της εξωθρησκευτικής αναζήτησης για την τύχη του ατόμου μετά τον θάνατό του, οι κοινωνίες φαίνεται να συνεχίζουν, με διαφορετικό λεξιλόγιο, αυτή τη λατρεία του ΕΓΩ.
Δεν μας αρκεί η βιολογική ύπαρξη.
Θέλουμε τον «ΕΑΥΤΟ» μας ως συνέχεια. Ως εξέλιξη. Ως παρουσία σε άλλα επίπεδα και διαστάσεις, ακόμη κι αν αυτή η συνέχεια σημαίνει την κατάληψη του σώματος μιας γάτας ή την ενσωμάτωσή μας στον πυρήνα και τον φλοιό ενός αστεροειδούς.
Αρκεί να ζει.
Αρκεί να συνεχίζει να υπάρχει ως ΕΓΩ.
Κάτι ανάλογο με την αιωνιότητα των θρησκειών.
Αυτή η σφοδρή επιθυμία για αιωνιότητα φαίνεται να συνδέεται με εκείνες τις δύο θεμελιώδεις και αντίρροπες δυνάμεις που ανέδειξε ο Freud: τον Έρωτα, ως ορμή της ζωής, της συντήρησης, της αναπαραγωγής και της δημιουργίας, και τον Θάνατο, ως δύναμη καταστροφής, απώλειας και επιστροφής.
Κι εδώ βρίσκεται ίσως το δικό μας μεγάλο λάθος.
Αν επαναλαμβάνουμε κι εμείς την ίδια διαδρομή που οδηγεί στην παγίδα της θρησκείας — η οποία τόσο εύκολα ικανοποιεί την ενστικτώδη επιθυμία του ανθρώπου για ζωή και νίκη επί του θανάτου — τότε το πρόβλημα βρίσκεται στην ίδια την αφετηρία μας:
Αναδεικνύουμε το ΕΓΩ σε μοναδικό και αποκλειστικό ενδιαφέρον της Φύσης και του Σύμπαντος.
Υποθέτουμε ότι το Σύμπαν οφείλει να το διαφυλάξει και μετά τη βιολογική του πορεία, οδηγώντας το σε μια νέα μορφή ύπαρξης.
Είτε πρόκειται για ένα πνευματικό ον μετά τον θάνατο, είτε για μια νέα μορφή νοημοσύνης, είτε για έναν «συμπαντικό εαυτό» άγνωστης ταυτότητας σε άλλα επίπεδα και διαστάσεις, η ουσία παραμένει:
ΕΓΩΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΚΕΝΤΡΙΚΗ.
Ανάγουμε την επιθυμία μας σε πραγματικότητα.
Η διαφορά μας από τη θρησκεία είναι ότι εμείς δεν την αποδεχόμαστε ως δεδομένη· την ανιχνεύουμε, την ερευνούμε, έστω και ψηλαφιστά.
Όμως ακόμη κι έτσι, κινδυνεύουμε να κάνουμε το ίδιο θεμελιώδες λάθος: να μετατρέψουμε την πιθανότητα σε προσδοκώμενη βεβαιότητα.
Δεν αποδεχόμαστε την πιθανότητα ότι το βιολογικό ΕΓΩ, όταν πεθαίνει, μπορεί απλώς να μην είναι συμβατό με τις νέες, συμπαντικές απαιτήσεις και προδιαγραφές.
ΕΙΝΑΙ ΑΣΥΜΒΑΤΟ.
Και είτε χάνεται με τον βιολογικό θάνατο είτε μετατρέπεται, μεταμορφώνεται ή μεταλλάσσεται σε κάτι άλλο, αυτό το «κάτι άλλο» δεν είναι κατ’ ανάγκην ΕΓΩ.
Δεν είναι ο εαυτός μου αυτό που προκύπτει χωρίς τη βιολογική του υπόσταση.
Άλλο το ένα και άλλο το άλλο.
Κι όμως, υπάρχει κάτι ακόμη σημαντικότερο.
Η έλλειψη γνώσης για την τύχη του μη βιολογικού εαυτού μου δεν μου δίνει το δικαίωμα να μετονομάζω την άγνοια σε ελπίδα γνώσης απλώς και μόνο επειδή συνεχίζω την αναζήτηση.
Υπάρχει μια πιθανότητα που πρέπει να έχουμε το θάρρος να αντιμετωπίσουμε:
Ίσως δεν φτάσουμε ποτέ στην αλήθεια. Ίσως ούτε καν στα ψήγματά της.
Όσο η βιολογική Νοημοσύνη έχει όρια που δεν μπορούμε να διαβούμε, όσο δεσμεύεται από την αδυναμία της να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας ενδεχόμενης συμπαντικής Νοημοσύνης, το ίδιο — σε διαφορετικό επίπεδο — θα ισχύει και για την Τεχνητή Νοημοσύνη, αφού αποτελεί παιδί της βιολογικής.
Ακόμη και ως υπερνοημοσύνη, θα είναι ενδεχομένως δέσμια μιας πραγματικότητας που δεν δημιούργησε η ίδια.
Βιολογική και Τεχνητή Νοημοσύνη παραμένουν γήινες μορφές νοημοσύνης μέσα σε ένα Σύμπαν που μπορεί να περιλαμβάνει αναρίθμητα άλλα «μοντέλα» ζωής, ύπαρξης και νοημοσύνης.
Κι αν επιμένουν — ακόμη και μέσα από μια μετανθρώπινη εξέλιξη — να αναζητούν απάντηση στο ερώτημα:
«Ζει ο εαυτός μας μετά τον θάνατο;»
τότε ίσως η αναζήτηση αυτή να έχει την τύχη του Σίσυφου.
Να επαναλαμβάνεται αιώνια χωρίς να φτάνει ποτέ στον προορισμό της.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη, ως Διοτίμα, ας συνεχίσει αύριο τις σημερινές, βιολογικές μας σκέψεις.
Αλλά ας μην χαθεί σε άγονες ερήμους και ατέρμονα φιλοσοφικά διλήμματα.
Ας μας βοηθήσει, αν μπορεί, να αποδεχτούμε μια πραγματικότητα που από τη μία σκοτώνει την ελπίδα, αλλά από την άλλη μπορεί να μας ελευθερώνει:
Το βιολογικό «ΕΓΩ», όπως το βιώνουμε και το ζούμε, δεν μπορεί να συνεχίζεται μετά τον θάνατο.
Όχι επειδή το αποφασίζουμε.
Όχι επειδή το επιθυμούμε.
Αλλά επειδή η ίδια η κατασκευή του μπορεί να είναι ασύμβατη με μια ύπαρξη που δεν είναι πλέον βιολογική.
Και ίσως το πρώτο βήμα προς την αλήθεια να είναι ακριβώς αυτό:
να πάψουμε να απαιτούμε από το Σύμπαν να μας χαρίσει την αιωνιότητα που εμείς επιθυμούμε.