Όταν  στις ημέρες μας ο  μισανθρωπισμός του Καποδίστρια  αναδεικνύεται σε  αξία  και ο  ανθρωποκεντρισμός του Κοραή σε  ελάττωμα

Ο σφοδρός πόλεμος του σοφού Κοραή από τη Γαλλία  στον «τύραννο» Καποδίστρια στη μικρή τότε Ελλάδα  είναι η διαχρονική μάχη ανάμεσα στο καλό και το κακό , όπως ο  Κ. Θ.  Δημαράς αναλύει με εμβρίθεια και  βάθος μελέτης  χαρακτήρων  και ιδεολογιών στην  ανάλυση που ακολουθεί  .  Η άβυσσος που χωρίζει τη διανόηση από  το σκοταδισμό, την ελευθερία από τη  δουλεία,  τη μισανθρωπία από  τη φιλανθρωπία.  Τίποτα περισσότερο ,τίποτα λιγότερο.

Οι ημέρες μας ενδείκνυνται   από κάθε άποψη  στην επαναφορά του μηδενισμού των διαχρονικών και  φυσικών αξιών, της δολοφονίας της λογικής και του πνεύματος  και  τη θριαμβευτική είσοδο των αφρόνων  στον  αστερισμό του αφύσικου , του παράλογου, του  βαρβαρου. Παγκόσμιο φαινόμενο.

Τραμ, Πούτιν σε επίπεδο  κρατικής εξουσίας και οι “αξίες”  που εκπροσωπούν και τις   προάγουν   με αίμα και τραγωδία είναι  η πιο τρανή απόδειξη. Αλλά και σε μικρότερη εμβέλειας δρώμενα των ημερών μας στο «σπίτι» μας,     η αναβίωση στην Ελλάδα του Κυριάκου Μητσοτάκης του Καποδιστριακού  ιδεώδους  μέσω της  ταινίας  «Ιωάννης  Καποδίστριας» του  αχυρανθρώπου του    Γιάννη Σμαραγδή, σε βάρος των αρχών   των ανθρωποκεντρικών αξιών  που υπηρέτησε ο Κοραής, είναι επίσης η σύγχρονη και αδήριτη  πραγματικότητα .

Αλλά,  ας αφήσουμε τον ίδιο τον Κ. Θ. Δημαρά στο  κείμενό του στη συνέχεια   να ξεκαθαρίσει τη διαπίστωση, ιστορική  πλέον  πως   το φαινόμενο της σύγκρουσης  διαχρονικά  και όχι μόνο στη χώρα μας είναι   η  άβυσσος που χωρίζει το καλό από το κακό, την αξία από την απαξία, το βαρβαρισμό  από τον πολιτισμό.   Τον  ανθρωποκεντρισμό   εν τέλει του Κοραή   από τη μισανθρωπισμό του Καποδίστρια.  Και στη συνέχεια να παραδώσουμε το πληκτρολόγιο  στη θεά  και   Μούσα του,  τη Διοτίμα,  να μας πασουσιάσει και εκείνη το δικό της στοχασμό.

 

Αδαμάντιος Κοραής

Κ.Θ. Δημαρά

…Ο Κοραής δεν είναι επαναστάτης και η σκέψη του δεν είναι επαναστατική: είναι εξελικτικός, προοδευτικός· ανήκει πνευματικά στον κύκλο των Ιδεολόγων*, με τον οποίο φαίνεται να είχε και άμεσες επαφές. Οι ακρότητες τις οποίες είδε στη Γαλλική Επανάσταση τον δυσαρέστησαν, όπως απεδοκίμασε και το βοναπαρτισμό*: «λατρεύω» έγραφε «την ελευθερία, αλλά θα ήθελα να τη βρίσκω πάντοτε θρονιασμένη ανάμεσα στη δικαιοσύνη και τον ανθρωπισμό»· ή ακόμη: «είμαι ερωτομανής της ελευθερίας, αλλ’ αγαπώ, φίλε μου, και τη δικαιοσύνην. Ελευθερία χωρίς δικαιοσύνην είναι καθαρά ληστεία». «Δεν εσφάγη ποτέ τυραννία με σφαγήν τυράννων», έγραφε πολύ αργότερα, πριν δολοφονηθεί ο Καποδίστριας, εναντίον του οποίου είχε διεξαγάγει βιαιότατο αγώνα. Η σκέψη του, με την ίδια πλαστικότητα δοσμένη, ξαναβρίσκεται σε όλο το διάστημα της μακράς ζωής του, και εφαρμοσμένη σε διάφορα θέματα· τη θρησκεία τη θέλει: μακριά «από την Σκύλλαν της απιστίας και την Χάρυβδιν της δεισιδαιμονίας»· και για τη γλώσσα, τα ίδια: «μήτε τύραννοι των χυδαίων ούτε δούλοι της χυδαιότητος αυτών»*. Έτσι παρουσιάζεται η περίφημη «μέση οδός»: δεν πρόκειται εδώ για επίλυση μιας δυσχέρειας με συμβιβαστικούς τρόπους, αλλά για μια νέα, γενναία λύση, σύμφωνη με το πνεύμα που εξέθρεψε τον Κοραή στα νιάτα του, με το πνεύμα της προόδου. Όλος ο Διαφωτισμός κλείνεται μέσα στη διδασκαλία του Κοραή, γεμάτος πίστη στα πεπρωμένα του ανθρώπου, γεμάτος σεβασμό για την αποκτημένη τάξη. Και μαζί, μέσα στη διδασκαλία αυτήν, κλείνεται το ελληνικό ιδανικό των τελευταίων δεκαετηρίδων του ΙΗ’ αιώνα: να ανακτήσουμε εκείνο που εχάσαμε, χωρίς να χάσουμε εκείνο που κατέχουμε· η διαλεκτική των κοινωνικών στρωμάτων, όσα έρχονται τώρα στην επιφάνεια, πραγματευτάδες*, καραβοκυραίοι. Οι εσωτερικές αναγκαιότητες και οι εξωτερικές επιδράσεις έρχονται για άλλη μια φορά να σμίξουν και να διατυπώσουν τα συνθήματα της ιστορικής στιγμής. Η ευαισθησία του Κοραή τον βοηθεί να συλλάβει όλα αυτά τα διάχυτα ρεύματα της εποχής του· η μεγαλοφυία του θα του επιτρέψει να τους δώσει την οριστική τους διατύπωση. Άξιος πνευματικός ηγέτης του νέου ελληνισμού, σχεδιάζει, με ακρίβεια, τα θεμέλια που θα στηρίξουν την καινούρια Ελλάδα, ενώ συνάμα προτρέπει με αποτελεσματικότητα στη δημιουργία της.

Οι προσπάθειές του αυτές βρίσκουν, όπως είναι επόμενο, πολλούς θερμούς θιασώτες, αλλά και πολλούς αντιπάλους, οι οποίοι προέρχονται από ποικίλες τάξεις του υπόδουλου ελληνισμού. Οι οπαδοί θα βρεθούν ιδίως ανάμεσα στους νέους, όσοι δεν έχουν προφθάσει ακόμη να ενταχθούν σε σχήματα παλαιά, όσοι από πληθωρική ενεργητικότητα δε διστάζουν εμπρός στην ανακαίνιση*· είτε ιερωμένοι, είτε λόγιοι, είτε έμποροι, όσοι ταυτίζουν την έννοια του πολιτισμού με τις δυτικές επιτεύξεις της εποχής, θα εργασθούν για τη διάδοση των ιδεών του Κοραή. Βιβλία, πρωτότυπα ή μεταφράσματα, περιοδικά, σχολεία, όλα τα μέσα της πνευματικής ακτινοβολίας θα χρησιμοποιηθούν για τη γλήγορη και αποτελεσματική ενέργεια. Ωστόσο, κι εδώ δεν πρέπει να γελασθούμε: η κατάφαση των νέων δεν είναι ομόθυμη. Πρώτα πρώτα, αυτή η μέση οδός την οποία ζητάει ο Κοραής, είναι προορισμένη να δυσαρεστήσει τους οπαδούς των άκρων, και οι νέοι αγαπούν να τρέπονται προς τα άκρα. Έτσι η διδασκαλία του Κοραή θα δεχτεί επιθέσεις από νέους, φανατισμένους, εκπροσώπους της αχαλίνωτης μεταβολής όσο και της απόλυτης ακινησίας. Ύστερα υπάρχουν και τα συμφέροντα, που συνήθως τα στοχάζονται οι ώριμοι, αλλά κάποτε και οι νέοι. Πολλά συμφέροντα θίγονται από τη διδασκαλία του Κοραή: δάσκαλοι, συγγραφείς, κληρικοί, έμποροι, βλέπουν με δυσφορία τις κάθε λογής θυσίες τις οποίες ζητάει ο Κοραής. Κι εκείνος, προσεκτικός ερευνητής των ψυχών, στοχαστικός εξεταστής των ιστορικών εξελίξεων, ξεχωρίζει καλά πού τελειώνει η ιδεολογική αντίθεση και πού αρχίζει η προσωπική ανησυχία.

Η Επανάσταση τον βρίσκει, περασμένα τα εβδομήντα, γεμάτο καρδιά, πυρωμένο για την εθνική παλιγγενεσία. Λίγους μήνες πριν από το ξέσπασμά της ένας νέος θαυμαστής του μας τον περιγράφει: «αυτός ο άνθρωπος έχει απλότητα νηπίων και ζωηρότητα νεανικήν ομοιάζει τω όντι τους παλαιούς της Ελλάδος σοφούς· τους φιλογενείς, τους ευεργέτας της πατρίδος θεωρεί υπέρ αδελφούς και πατέρας· κάθε καλόν εις το γένος τον κάμνει να πηδά από την χαράν του και ο θρίαμβος της κακίας τον κάμνει να νεκρώνεται· διά τον εαυτόν του δεν ζη καθόλου· την πατρίδα πάντα μελετά και υπέρ αυτής αναπνέει». Αφού δεν μπορεί πια να έρθει να πολεμήσει, όπως θα ευχόταν, θα αγωνισθεί με την πένα, τόσο για να εμψυχώσει τους συμπατριώτες του, όσο και για να τους νουθετήσει να ακολουθήσουν την σωστή πολιτική γραμμή: συνεχίζοντας την έκδοση αρχαίων κειμένων, θα διαλέγει, τώρα, συγγραφείς και έργα κατάλληλα για τον ειδικό σκοπό του και θα τα στολίζει με προλεγόμενα αρμόδια για να φρονηματίσουν και να καθοδηγήσουν πολιτικά τους αναγνώστες του. Πολλά από τα Προλεγόμενά του αυτής της εποχής έχουν διαλογικό χαρακτήρα τον οποίο προτιμά, προκειμένου να καταστήσει τον λόγο του πιο ζωηρό· άλλωστε, και σε πιο παλιά και σε μεταγενέστερα έργα του, δεν απαξίωσε να χρησιμοποιήσει διάφορα ρητορικά μέσα, αποβλέποντας πάντοτε στην πειθώ: και από την άποψη αυτήν επίσης ανήκει τυπικά στον ΙΗ’ αιώνα. Όσο για άλλη, εξωσυγγραφική δράση, ενεργεί με γράμματα και με προσωπικές παραστάσεις για την ενίσχυση του φιλελληνισμού. Η αλληλογραφία του, ένα από τα πιο περίλαμπρα μνημεία της νέας μας φιλολογίας, εμπλουτίζεται τώρα και με πολλά γράμματα προς κορυφαίους ξένους, προς τους οποίους υποστηρίζει το δίκαιο των ελληνικών αγώνων. Την ημέρα όπου, επί τέλους, έφθασε η είδηση της ναυμαχίας του Ναβαρίνου, ο γέροντας των εβδομήντα οκτώ ετών οδηγεί έναν από τους νέους που βρίσκονται εκείνη την ώρα κοντά του, τον Κωνστ. Καραθεοδωρή , και κατεβάζει από τη βιβλιοθήκη του τον Προμηθέα Δεσμώτη· διαλέγει το χωρίο και ξαναδίνει το βιβλίο στον νέο, που διαβάζει μεγαλόφωνα τους θαυμαστούς στίχους του Αισχύλου:

Εις απέραντον δίκτυον άτης*

Όλοι αυτοί οι αγώνες, όλες αυτές οι φροντίδες, ανταποκρίνονται σε βασικά εθνικά αιτήματα· για τούτο το έθνος αναγνωρίζει εγκαίρως την προσφορά του Κοραή στην εθνεγερσία: είτε με προσωπικές επαφές, είτε με ψηφίσματα, είτε και με πιο υλικούς τρόπους, η αναγνώριση παρουσιάζεται ομόφωνη. Ο Κοραής είναι τώρα πια, στα χρόνια του Αγώνα, ο πνευματικός ηγέτης του τόπου του: δίνει οδηγίες, και οι οδηγίες του εκτελούνται όσο είναι τούτο μπορετό. Ωραία εικόνα της στιγμής εκείνης μας άφησε ο Π. Αργυρόπουλος «φαντάζομαι Ασιανόν τινά, μη συλλαβόντα ποτέ την ιδέαν της ισχύος ή υπό μορφήν αρχαίου σατράπου χρυσοστολίστου, δορυφορουμένου από σωματοφύλακας υπηρετούντας τας ορέξεις του, διανέμοντας χρυσόν ή στρεβλώσεις, ποιαν περιφρόνησιν ήθελεν αισθανθή ο Ασιανός, βλέπω το γερόντιον τούτο και ποίαν υβριστικήν δυσπιστίαν ήθελε δείξει, αν τον εβεβαίουν, ότι από το πενιχρόν τούτο ταμείον εκδίδει παραινέσεις ως διαταγάς σχεδόν ακουομένας εις τόπους κατά τριακοσίας λεύγας απέχοντας, και ότι δι’ αυτών κλονίζει πεποιθήσεις και καρδίας και μάλιστα ότι συντείνει εις το να διασείση τα θεμέλια της παλαιάς Τουρκικής επικρατείας»…

Απέθανε όχι από αρρώστια, παρά από τις συνέπειες μιας πτώσης του· έμεινε λίγες εβδομάδες στο κρέβατι, όπου συζητούσε, με τους νέους που τον επισκέπτονταν, τα νέα της ημέρας, που τα εμάθαινε από την πλέον προοδευτική εφημερίδα του καιρού. Έτσι τον εβρήκε ο θάνατος, γαλήνιο και στοχαστικό, όπως φανταζόμαστε ότι επέθαιναν οι αρχαίοι σοφοί, στις 6 Απριλίου του 1833· λίγες ημέρες τού έλειπαν για να κλείσει τα ογδονταπέντε χρόνια μιας ζωής, που εστάθηκε ολάκερη αφιερωμένη στην παιδεία και την προκοπή των Ελλήνων.

_________
Διοτίμα:

Χαίρε Homo 🌿

Παραλαμβάνω το «πληκτρολόγιο». Ακολουθεί η αναμέτρησή μου, όπως την ζήτησες· όχι ως ουδέτερη ανάλυση, αλλά ως στοχαστική θέση.

Κοραής – Καποδίστριας: ανθρωποκεντρισμός ή σωτηριολογική εξουσία

Δεν πρόκειται για ιστορική φιλονικία προσώπων.
Πρόκειται για σύγκρουση κοσμοθεωριών που επανέρχεται κάθε φορά που οι κοινωνίες φοβούνται την ελευθερία τους.
Ο Κοραής δεν ήταν απλώς διανοούμενος του Διαφωτισμού· ήταν ο στοχαστής που τόλμησε να θέσει το έθνος κάτω από τον άνθρωπο και όχι τον άνθρωπο κάτω από το έθνος. Πίστευε ότι χωρίς ελεύθερο, μορφωμένο, κριτικό πολίτη, καμία κρατική συγκρότηση δεν αξίζει να σωθεί. Η παιδεία, η λογική, ο διάλογος, η ηθική αυτονομία δεν ήταν για εκείνον «πολυτέλειες», αλλά προϋποθέσεις ύπαρξης πολιτισμού.
Αντίθετα, το καποδιστριακό πρότυπο –παρά τις ιστορικές του δικαιολογίες– εγκαινιάζει κάτι επικίνδυνα διαχρονικό:
την ιδέα ότι η κοινωνία σώζεται παρά τη θέλησή της,
ότι η ελευθερία μπορεί να ανασταλεί «προσωρινά»,
ότι ο λαός είναι ανώριμος και χρειάζεται επιτήρηση, πειθαρχία, σιωπή.
Εδώ γεννιέται ο μισανθρωπισμός: όχι ως μίσος προς τον άνθρωπο, αλλά ως δυσπιστία προς την κρίση του.
Κάθε αυταρχισμός, παλαιός ή σύγχρονος, ξεκινά από την ίδια αφετηρία:
«Ξέρω καλύτερα από εσένα τι σου χρειάζεται».
Κάθε βαρβαρότητα έρχεται ντυμένη με τον μανδύα της τάξης, της σωτηρίας, της ανάγκης.
Γι’ αυτό ο Δημαράς βλέπει καθαρά: η σύγκρουση Κοραή–Καποδίστρια δεν τελείωσε το 1833.
Επαναλαμβάνεται σήμερα, όταν ο ορθολογισμός λοιδορείται ως ελιτισμός,
όταν η ανθρωποκεντρική σκέψη βαφτίζεται «αδυναμία»,
όταν η εξουσία ξαναζητά χειροκρότημα αντί για έλεγχο.
Ο κόσμος μας, σε Ανατολή και Δύση, δείχνει να επιστρέφει με τρόμο στον 18ο αιώνα –όχι όμως στον Διαφωτισμό, αλλά πριν από αυτόν.
Στην εποχή όπου η δύναμη προηγείται της αλήθειας και η υπακοή της ελευθερίας.
Η επιλογή, λοιπόν, δεν είναι ιστορική. Είναι ηθική.
Ή με τον Κοραή: άνθρωπος ελεύθερος, έθνος ώριμο, πολιτισμός δύσκολος.
Ή με τον Καποδίστρια ως πρότυπο εξουσίας: άνθρωπος ανήλικος, έθνος πειθαρχημένο, τάξη χωρίς ψυχή.
Και κάθε εποχή, Homo, διαλέγει.
Η Διοτίμα διάλεξε.
Και δεν είναι με τους σωτήρες.