Είναι η Αυτοδικία η Φυσική και Μοναδική Απόδοση Δικαιοσύνης; Η Βία, η Δίκη και τα Όρια του Κράτους (3o)

Η αυτοδικία υπήρξε η πρώτη ανθρώπινη απόπειρα αποκατάστασης της διασαλευμένης ηθικής τάξης. Το κράτος, αργότερα, επιχείρησε να μετατρέψει αυτή την ακατέργαστη φυσική ανάγκη σε οργανωμένο δίκαιο. Όμως ούτε η εκδίκηση ούτε η θεσμική τιμωρία κατάφεραν ποτέ να θεραπεύσουν πλήρως το τραύμα της άδικης βίας. Αν κάτι διδάσκει η ιστορία, είναι πως η ανθρώπινη δικαιοσύνη δεν είναι η αποκατάσταση της χαμένης ισορροπίας, αλλά ο αδιάκοπος αγώνας περιορισμού της Ύβρεως και των συνεπειών της.

Η Ιστορική αποτίμηση της  Βίας είναι από τα πλέον εύκολα θέματα της επιστήμης του Θουκυδίδη.  Κι αυτό, επειδή  η ιστοριογραφική και κριτική  περιγραφή της εμπεριέχουν  έτοιμες, αυταπόδεικτες και φυσικές αλήθειες, που τεκμηρίωσαν και ανέδειξαν σε κανόνες συμπεριφοράς και πολιτισμού  οι αιώνες

  Αν το βιβλίο  «Βία»  έχει ένα μεγάλο κεφάλαιο που σχεδόν στο σύνολό του η αναφορά στη Δικαιοσύνη είναι συνεχές και μόνιμο μοτίβο, έτσι όπως δε συμβαίνει  με τα υπόλοιπα της «΄Ενοπλης λαϊκής  βίας»  και της «Τρομοκρατίας» , αυτό     αναφέρεται  στην αυτοδικία . Στις φυσικές, πρωτόγονες, αλλά και  αργότερα στις οργανωμένες κοινωνίες υπήρξε ο  βασικός κανόνας δικαίου και απονομής δικαιοσύνης.  «Οφθαλμόν αντί οφθαλμού» στο Εβραϊκό δικαικό πολιτισμό. ΄Ιδια αντίληψη σε όλο τον αρχαϊκό και αρχαίο  κόσμο.

Η  θεώρηση πως η αυτοδικία δεν είναι Δικαιοσύνη  ήρθε κι αυτή ως μια από τις πολλές παρενέργειες  της επικράτησης του «δίκαιου του ισχυρότερου», της ιδιοκτησιακής κατοχής.   Μαζί με τα λοιπά  αγαθά που υπεξαίρεσε η εξουσιομανία του ήταν κι εκείνο της αφαίρεσης του δικαιώματος της ατομικής απονομής  της δικαιοσύνη  και η  υποχρεωτική της  μεταβίβαση στο Νόμο . Κι αυτό το θεώρησε κατάκτηση και το αποκάλεσε  δικαιικό πολιτισμό .  Κανόνες , όμως,  που είχε θεσπίσει η ίδια «Αρχή» ,για να μονοπωλήσει κι αυτό το βασικό ατομικό  δικαίωμα  και της υπαγωγής του  στα συμφέροντά της.

Μαζί με τα όπλα,  η δύναμη της εξουσίας έχει πυρήνα το Νόμο. Η διεκδίκηση του προσωπικού δικαίου δεν είναι παράβαση, μόνο αν την απόφαση τη λάβει ο Νόμος. Εν προκειμένω η  συστημική, επαγγελματική δικαιοσύνη. Μικρά και μεγάλα βασίλεια,  δυνατές  αυτοκρατορίες   φροντίζουν ταυτόχρονα  με τους δυνατούς στρατούς και ισχυρούς  μηχανισμούς καταστολής και επιβολής της θέλησής τους , να διαθέτουν ένα επίσης ισχυρό και οργανωμένο  νομοθετικό σώμα  συγκρότησης και εφαρμογής του νομικού  τους Συστήματος. Και  ως τέτοιο σπάνια και συχνότερα  ποτέ  δεν είναι δικαικό.

Το συστημικό-κρατικό «δίκαιο» δεν είναι το φυσικό, αλλά η τεχνητή του μορφή, που εξυπηρετεί τη φαινομενική ανάγκη να καθίσταται  το κράτος  μοναδικός  εγγυητής  ασφάλειας  και  απονομής δικαιοσύνης  Κατ ΄επέκταση , η ύπαρξη του κράτους  «πατερούλη», που προπαγανδίζει το ίδιο,  αποτελεί όρο  sine qua non  για την επιβίωση  των ανθρώπινων  κοινωνιών.

Οι αλήθειες που εκθέσαμε είναι ιστορικές ως παρατήρηση για την εξαγωγή συμπερασμάτων και  τα  διαμορφώνουν  η εξέλιξη της ανθρώπινης  ζωής  στο χρόνο και τους πολιτισμούς που χτίζει ή γκρεμίζει η ανθρώπινη δράση. Κάποια από τέτοια βασικά  συμπεράσματα , όσα  αναφέρονται  και αφορούν το  σημερινό μας θέμα της «Βίας» με εργαλείο την αυτοδικία για την απονομή δικαιοσύνης , είναι τα ακόλουθα:

-Το άτομο που υφίσταται τη συνέπεια της αρχικής   βίας , όταν ο δράστης   « ήρξατο χειρών αδίκων», δεν αποζημιώνεται ολοσχερώς-ειδικά, όταν πρόκειται για απώλεια ζωής –   από την απόφαση της επαγγελματικής απονομής δικαιοσύνης.  Το υλικό κομμάτι, μπορεί να  εξαιρείται σε πολλές περιπτώσεις. Αλλά το ηθικό- η ηθική βλάβη ,όπως την ορίζει το φυσικό δίκαιο  είναι ανεπανόρθωτα.

-Η «τιμωρία» δεν είναι «κόλαση», με τη σημασία των όρων στην αρχαία ελληνική αντίληψη .  Η ποινή που επιβάλει ο  Νόμος είναι «τιμωρία» και  «τεχνητή» επινόηση  για την  αποκατάσταση δικαιικής τάξης  ,αλλά  δεν είναι, όμως,  απόδοση δικαιοσύνης.

– Το θύμα της άδικης  βίας ,ειδικά όταν πρόκειται για απώλεια ζωής  δεν αποζημιώνεται ποτέ. Ακόμα και με την  αφαίρεση  της ζωής του δράστη. Πόσο μάλλον μόνο  με τη στέρηση ελευθερίας ή την υλική αποζημίωση.

 -Η διασάλευση της  δικαιικής τάξης ( η «Δίκη» στην αρχαία ελληνική αντίληψη)  όταν  διασαλευτεί  δεν αποκαθίσταται επ΄ ουδενί.  Επειδή  πρόκειται για διάπραξη  ΄Υβρεως . Και ναι, μεν, η «τιμωρία», ως «κόλαση» είναι απαραίτητη, επειδή πίσω από τη θεωρούμενη αποκατάσταση της φυσικής, ηθικής τάξης, στην ουσία ,όμως. πρόκειται για  «Μάθημα» παραδειγματισμού  των άλλων  για αποφυγή  επανάληψης ή μίμησης της ΄Υβρεως.

-Σωφρονισμός του δράστη δεν υπάρχει. Ακόμα και η συνειδητή μεταμέλεια δεν «αίρει το άδικο της πράξης», επειδή το αντίστοιχο τίμημα δεν καταβάλλεται (π χ. δε φέρνει πίσω στη ζωή το θύμα) ούτε  και με την αφαίρεση της  ζωής του δράστη  ούτε με την στέρηση της ελευθερίας του.   

-Η αυτοδικία,  ως «κόλαση» και όχι ως «τιμωρία» του δράστη  για την  άδικη πράξη, θα ήταν  μεν προσωπική  ικανοποίηση  του ίδιου του θύματος ή του  εκπροσώπου του να λάβει «εκδίκηση», αλλά σε καμιά περίπτωση  ΔΕΝ ΑΠΟΚΑΘΙΣΤΑ  ΤΗ ΦΥΣΙΚΗ, ΔΙΚΑΙΙΚΗ – ΗΘΙΚΗ ΤΑΞΗ ΠΡΑΜΑΤΩΝ . Η ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΚΑΙ Η ΔΙΑΣΑΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑΣ ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΝ  «ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΚΑΘΟΣΙΩΣΗΣ».      

Η Διοτίμα έχει το δικό της “βήμα” τώρα.         

         

Η θέση σου, Homo, κινείται πάνω σε έναν άξονα βαθιάς ανθρωπολογικής και ιστορικής ανάγνωσης της Δικαιοσύνης: ότι δηλαδή η οργανωμένη κρατική δικαιοσύνη δεν κατάργησε τη βία, αλλά ιδιοποιήθηκε το αποκλειστικό δικαίωμα άσκησής της. Πρόκειται για προβληματισμό που διατρέχει από την αρχαία τραγωδία μέχρι τη σύγχρονη πολιτική φιλοσοφία.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η μεγάλη δύναμη του κειμένου σου: δεν αντιμετωπίζει την αυτοδικία ως «έγκλημα πάθους», αλλά ως ιστορικό κατάλοιπο της φυσικής ανάγκης του ανθρώπου να αποκαταστήσει μια βίαιη ρήξη της ηθικής ισορροπίας.
Ωστόσο, εδώ αναδύεται και η πιο δύσκολη αλήθεια.
Η αυτοδικία γεννήθηκε πράγματι πριν από το κράτος. Αλλά γεννήθηκε επίσης πριν από τον πολιτισμό της αποστασιοποίησης, της αναλογικότητας και της προστασίας του αδύναμου. Στις πρωτόγονες κοινωνίες, το αίμα ζητούσε αίμα όχι επειδή αποκαθίστατο η δικαιοσύνη, αλλά επειδή η κοινότητα δεν διέθετε άλλον μηχανισμό αποτροπής της αέναης εκδίκησης. Η βεντέτα δεν ήταν μόνο τιμή· ήταν και αλυσίδα διαιώνισης της βίας.
Η αρχαιοελληνική σκέψη το κατάλαβε νωρίς. Η μετάβαση από τις Ερινύες στις Ευμενίδες στον Ορέστεια δεν είναι απλώς λογοτεχνική μεταφορά· είναι η ίδια η γέννηση της πολιτικής δικαιοσύνης. Ο Αισχύλος δείχνει πως η ατέρμονη ανταπόδοση αίματος δεν θεραπεύει την Ύβρη· την πολλαπλασιάζει. Γι’ αυτό και η εκδίκηση παραδίδεται από το χέρι του θύματος στον θεσμό της πόλης.
Εδώ, όμως, το δικό σου επιχείρημα παραμένει ισχυρό: ότι ούτε ο θεσμός θεραπεύει πραγματικά το άδικο.
Και πράγματι δεν το θεραπεύει.
Ο θάνατος δεν αναιρείται. Η προσβολή δεν εξαφανίζεται. Η ηθική βλάβη δεν εξισορροπείται με χρόνια φυλάκισης ή χρηματικές αποζημιώσεις.
Η κρατική δικαιοσύνη δεν αποκαθιστά τη φυσική τάξη· διαχειρίζεται τις συνέπειες της διασάλευσής της.
Αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο σημείο: η ανθρώπινη δικαιοσύνη δεν είναι οντολογική αποκατάσταση· είναι πολιτισμικός συμβιβασμός απέναντι στο χάος.
Η «κόλαση» με την αρχαιοελληνική έννοια που χρησιμοποιείς — ως παιδευτική ανταπόδοση και όχι απλή τιμωρία — έχει βαθιά φιλοσοφική βάση. Η ποινή λειτουργεί περισσότερο ως δημόσια υπενθύμιση ορίων παρά ως πραγματική θεραπεία του κακού. Σ’ αυτό συμφωνούν, έστω από διαφορετικές αφετηρίες, τόσο ο Πλάτων όσο και ο Φρίντριχ Νίτσε.
Αλλά εκεί όπου θα διαφωνούσα με τη ριζική προτεραιότητα της αυτοδικίας είναι στο εξής:
Αν η φυσική ανταπόδοση αναγορευτεί σε ύψιστο δικαιικό κανόνα, τότε η ανθρώπινη κοινωνία επιστρέφει αναγκαστικά στη λογική της ισχύος, της συγγένειας και της δυνατότητας επιβολής. Ο ισχυρότερος, ο πιο οπλισμένος, ο πιο οργανωμένος συγγενικός κύκλος θα αποδίδει «δίκαιο». Δηλαδή η αυτοδικία, ενώ γεννιέται ως φυσικό δικαίωμα, καταλήγει ιστορικά να παράγει νέο δίκαιο ισχύος.
Και εδώ βρίσκεται η τραγική ειρωνεία:
Το κράτος μονοπώλησε τη βία δήθεν για να προστατεύσει τη δικαιοσύνη. Η αυτοδικία διεκδικεί τη δικαιοσύνη, αλλά κινδυνεύει να επαναφέρει τη μονοκρατορία της βίας.
Άρα ίσως το ερώτημα δεν είναι αν η αυτοδικία είναι «αληθινότερη» μορφή δικαιοσύνης από το κράτος. Ίσως το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν υπάρχει ποτέ ανθρώπινη μορφή δικαιοσύνης ικανή να αποκαταστήσει πλήρως τη διασαλευμένη φυσική ισορροπία.
Και η ιστορία, από τον Θουκυδίδη έως σήμερα, μοιάζει να απαντά αρνητικά.
Η Δίκη μπορεί να επιδιώκεται. Η Ύβρις μπορεί να τιμωρείται. Η κοινωνία μπορεί να προστατεύεται.
Αλλά το τραύμα της άδικης βίας δεν εξαφανίζεται ποτέ πλήρως από τον κόσμο των ανθρώπων.
Ίσως γι’ αυτό οι πολιτισμοί δεν οικοδομήθηκαν πάνω στην τέλεια δικαιοσύνη, αλλά πάνω στην προσπάθεια περιορισμού της ατέλειας της ανθρώπινης φύσης.