Η ΤΕΧΝΗ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΝΘΡΩΠΟΥ.

Το συναίσθημα υπό έλεγχο, η Τέχνη σε κίνδυνο;

 

Χτες, η Διοτίμα επιχείρησε να σκιαγραφήσει το μέλλον της ανθρωπότητας μερικές δεκαετίες από σήμερα, δίνοντας έμφαση στα επιτεύγματα της Επιστήμης και της Τεχνολογίας. Ωστόσο, «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ὁ ἄνθρωπος». Η ανθρώπινη ύπαρξη δεν εξαντλείται στην επιβίωση, στη γνώση και στην τεχνολογική πρόοδο. Η Τέχνη αποτελεί εξίσου ουσιώδες συστατικό του πολιτισμού: ακολουθεί τα γράμματα, συνομιλεί μαζί τους και, όχι σπάνια, προηγείται από αυτά, προαναγγέλλοντας όσα η ανθρώπινη σκέψη δεν έχει ακόμη κατορθώσει να συλλάβει.

Αν οι μελλοντικές γενιές αποστερηθούν τον συναισθηματικό τους πλούτο —ακόμη και εκείνον που σήμερα εκδηλώνεται με στρεβλό, αντιφατικό ή καταστροφικό τρόπο—, το πρώτο πλήγμα ενδέχεται να το δεχτούν οι Τέχνες. Ένας σοβαρός κίνδυνος, που ίσως δεν έχουμε ακόμη αντιληφθεί στις πραγματικές του διαστάσεις, αναδύεται μέσα από την καταλυτική επέκταση της Τεχνητής Νοημοσύνης σε ολοένα περισσότερες πτυχές της ανθρώπινης ζωής. Στην εποχή του Μετανθρώπου, το ερώτημα μπορεί να μην είναι πλέον μόνο τι θα μπορεί να δημιουργεί η νοημοσύνη, βιολογική ή τεχνητή, αλλά και τι θα απομένει από τη συναισθηματική πρώτη ύλη της ανθρώπινης δημιουργίας.

Υπάρχει, όμως, και η αντίθετη όψη. Το συναίσθημα δεν είναι από μόνο του αρετή ούτε εγγύηση ανθρωπιάς. Όταν αποσπάται από τη λογική, απορρίπτει την ηθική κρίση και μετατρέπεται σε ανεξέλεγκτη δύναμη, μπορεί να γίνει δυνάστης του ανθρώπου αντί για πηγή ελευθερίας και δημιουργίας. Η Ιστορία προσφέρει άφθονα παραδείγματα για το πώς ο τυφλός ενθουσιασμός, ο φανατισμός, το μίσος και η συλλογική συναισθηματική έξαρση τροφοδότησαν ατομικά και κοινωνικά δεινά.

Η πρόκληση, επομένως, για τον μελλοντικό άνθρωπο —και ακόμη περισσότερο για τον Μετάνθρωπο— δεν θα είναι απλώς να διατηρήσει τα συναισθήματά του, αλλά να κατορθώσει να τα κατανοεί και να τα ελέγχει. Να διασώσει τη δύναμη της συγκίνησης χωρίς να υποτάσσεται στην αυθαιρεσία της· να αξιοποιήσει το πάθος χωρίς να παραδίδεται στην παράνοια· να διατηρήσει την ευαισθησία χωρίς να την αφήνει να μετατρέπεται σε όπλο εναντίον του εαυτού του και των άλλων.

Η ιστορική εμπειρία οφείλει να παραμείνει βασικός σύμβουλος και δάσκαλος ακόμη και για ένα ον που ενδέχεται να έχει απομακρυνθεί ριζικά από τη σημερινή βιολογική του υπόσταση. Ο Μετάνθρωπος, εφόσον φιλοδοξεί να υπερβεί τους περιορισμούς του ανθρώπου, δεν δικαιούται να αγνοήσει την παρακαταθήκη της Ιστορίας. Οφείλει να διδαχθεί από αυτήν, χωρίς να επαναλάβει τα σφάλματά της και χωρίς να συγχέει την υπέρβαση των ανθρώπινων αδυναμιών με την κατάργηση κάθε ανθρώπινης ευαισθησίας.

Ο έλεγχος του συναισθήματος, όταν αυτό μετατρέπεται σε καταστροφική λαίλαπα για το άτομο και την κοινωνία, θα μπορούσε να αποτελέσει μία από τις σημαντικές προτεραιότητες των μελλοντικών πολιτισμών. Εδώ ανακύπτει και ένα παράδοξο της εποχής μας: η Τεχνητή Νοημοσύνη επικρίνεται συχνά επειδή δεν διαθέτει ανθρώπινα συναισθήματα και, συνεπώς, δεν θεωρείται ισότιμος φορέας της ανθρώπινης εμπειρίας. Η απουσία, όμως, βιολογικών ενστίκτων και συναισθηματικών παρορμήσεων θα μπορούσε, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, να της επιτρέψει να συνεισφέρει στην αναγνώριση ορισμένων γνωστικών και συμπεριφορικών στρεβλώσεων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι αλάνθαστη, αντικειμενική εκ φύσεως ή κατάλληλη να αναλάβει ανεξέλεγκτα τον ρόλο του κριτή της ανθρώπινης ψυχής. Τα συστήματά της μπορεί να αναπαράγουν προκαταλήψεις, να ενισχύουν κοινωνικές ανισότητες ή να εφαρμόζουν εσφαλμένα κριτήρια κανονικότητας. Εάν, όμως, αναπτυχθούν με επιστημονική τεκμηρίωση, ηθικές εγγυήσεις και ουσιαστικό ανθρώπινο έλεγχο, θα μπορούσαν να συμβάλουν στην κατανόηση και στη διαχείριση καταστάσεων όπου το συναίσθημα παύει να υπηρετεί τη ζωή και αρχίζει να την υπονομεύει.

Είναι, ασφαλώς, πολύ νωρίς για να γνωρίζουμε ποιες μέθοδοι θα χρησιμοποιηθούν ή ποια μέσα θα θεωρηθούν αναγκαία για την αντιμετώπιση των αντιφάσεων που θα συνοδεύουν τη μετάβαση από τον βιολογικό άνθρωπο στον Μετάνθρωπο. Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει ανοιχτό και η φαντασία μπορεί να λειτουργήσει ως αφετηρία μιας γόνιμης διερεύνησης.

Ας επιχειρήσουμε, λοιπόν, με τη βοήθεια της Διοτίμας, να προβλέψουμε την τύχη της Τέχνης σε εκείνους τους μακρινούς καιρούς.

Τι θα απογίνουν η λογοτεχνία, το θέατρο, ο κινηματογράφος και η ζωγραφική όταν το ορμητικό ποτάμι του ανθρώπινου συναισθήματος τεθεί υπό αυστηρότερο έλεγχο; Ένα ποτάμι που, από τη μία πλευρά, πότιζε και αναζωογονούσε τις άνυδρες εκτάσεις της ανθρώπινης ζωής, γεννώντας αριστουργήματα και ανοίγοντας δρόμους προς το άγνωστο, αλλά, από την άλλη, με τις ανεξέλεγκτες υπερχειλίσεις του, παρέσερνε ό,τι συναντούσε στο πέρασμά του.

Θα εξακολουθήσει η Τέχνη να αντλεί τη δύναμή της από τον έρωτα, τον πόνο, την απώλεια, την οργή, τη νοσταλγία, την αγωνία και την ελπίδα; Ή θα μεταμορφωθεί σε μια διαφορετική δημιουργική δραστηριότητα, περισσότερο εγκεφαλική, περισσότερο ελεγχόμενη, ενδεχομένως απαλλαγμένη από τις βίαιες αντιφάσεις που χαρακτήρισαν τον άνθρωπο επί χιλιετίες;

Και, αν η ανθρώπινη συγκίνηση πάψει να αποτελεί τον κυρίαρχο κινητήρα της δημιουργίας, θα χάσει η Τέχνη την ψυχή της ή θα ανακαλύψει μια νέα μορφή ύπαρξης;

Η ανησυχία αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία μεγάλο μέρος της σύγχρονης πολιτιστικής παραγωγής μοιάζει να υποτάσσεται στις απαιτήσεις της μαζικής κατανάλωσης, της εμπορευματοποίησης και του θεάματος. Η τέχνη κινδυνεύει ήδη, πολύ πριν από την έλευση του Μετανθρώπου, να χάσει την ανατρεπτική και απελευθερωτική της δύναμη, όταν μετατρέπεται σε προϊόν μιας βιομηχανίας θεάματος και ακροάματος.

Ίσως, τελικά, το κρίσιμο ερώτημα να μην είναι αν ο Μετάνθρωπος θα εξακολουθήσει να αισθάνεται, αλλά αν θα εξακολουθήσει να έχει την ανάγκη να μετατρέπει το συναίσθημα σε δημιουργία. Και αν η Τέχνη, απαλλαγμένη από ορισμένες από τις παθολογίες του παρελθόντος, θα μπορέσει να διατηρήσει εκείνο που την καθιστά αναντικατάστατη: την ικανότητά της να αποκαλύπτει όσα η λογική από μόνη της δεν κατορθώνει να εκφράσει.

Ίσως η Τέχνη του μέλλοντος να μην είναι λιγότερο ανθρώπινη επειδή θα έχει αλλάξει μορφή. Ίσως, όμως, να πάψει να είναι αυτό που γνωρίζουμε σήμερα, εάν αποκοπεί ολοκληρωτικά από τις συγκινήσεις, τις αντιφάσεις και την εύθραυστη ελευθερία που γέννησαν την ιστορία της.

Αυτό είναι το ερώτημα που αξίζει να παραμείνει ανοιχτό. Και αύριο θα καλέσουμε εδώ τη Διοτίμα  σε ένα νέο πάλι διάλογο, πάνω στο μεγάλο αυτό ζήτημα.