ΤΑ “ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ” ΤΟΥ ΚΛΕΦΤΗ ΤΟΥ ΑΝΕΚΤΙΜΗΤΟΥ ΘΗΣΑΥΡΟΥ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΤΗΣ ΑΝΔΡΙΤΣΑΙΝΑΣ

                      “ΚΑΤΑΔΥΣΕΙΣ” (ΣΕ  ΞΑΣΤΕΡΟΥΣ ΒΥΘΟΥΣ)

 

Τα τελευταία χρόνια,βγάζω το άχτι  40 χρόνων,που  δεν πάταγα ποτέ  στην Ανδρίτσαινα.  5-6 χρόνια τώρα,έστω και “βουή” το καλοκαίρι, το έχω καθιερώσει να πετάγομαι, μόνος ή με κανένα παιδί.  Κάθομαι καμιά βδομάδα συνήθως.

Φέτος πάλι εδώ. ΄Ολα ίδια, όπως δεκαετίες πριν, που ήμουνα παιδί. Τα ψηλά, πέτρινα αρχοντικά αγέρωχα, λες και δεν πτοήθηκαν από το χρόνο. Στέκονται εκεί μεγαλόπρεπα, υπερήφανα, με τις κεραμιδένιες σκεπές, τα  φαρδιά,άνετα μπαλκόνια, τα παραδοσιακά  ξύλινα παντζούρια.  Φροντισμένα τα περισσότερα.Τα πιο παλιά, που δεν παίρνουν και πολλά πολλά από επιδιορθώσεις , συντηρημένα  με πατέντες    από Αλβανούς, μαστόρια της πέτρας. Και φυσικά μια φύση να οργιάζει από τις  μπατουλιές,  τα σπάρτα, τις καρυδιές και τις καστανιές σε κάθε τετραγωνικό  μέτρο . Kαι τα αρώματα της φύσης να σου φέρνουν λιγοθυμιά.

Η νύχτα, είναι άλλο πράμα εδώ κάτω. Καθόλου φοβιστική,  σκοτεινή,με φαντάσματα να παραφυλάνε στις γωνιές  στα στενοσόκακα.  ΄Ηρεμη, ανθρώπινη, μαγεμένη,  η κόρη του Χάους. Εκείνο ,όμως ,που σε “ταρακουνάει”  εδώ τις νύχτες ,το διαφορετικό, που δεν το είδα ως τώρα σε δεκάδες χώρες που πήγαινα, είναι ο έναστρος ουρανός. ΄Ενα παράξενο πράμα ,λέμε.

Το θυμάμαι από παιδί. Στην Ανδρίτσαινα τα αστέρια  δε λάμπουν πιο φωτεινά  απ΄άλλα, αλλά…κρέμονται   πάνω από το κεφάλι σου, λες ,πως, αν έχεις κανένα καλάμι στο χέρι,  μπορεί και να τα σκουντήξεις, να αρχίσει να αιωρείται   ο πολυέλαιος ,  ΄Ενα  μυστήριο λέμε.

Και αμέτρητα,  μικρά, μεγάλα,λαμπερά, αχνά.Μια μεγαλοσύνη  της φύσης,που κινητοποιεί αυτόματα το στοχασμό, τον προβληματισμό, το πήδημα του μυαλού στο κενό. (Να είναι αυτή η αιτία,και όχι το νερό,που λένε πως εδώ τα μέρη μας βγάζουν πολλούς τρελούς,  σαλεμένους,  λαλημένους,  στην  κοσμάρα  τους;)

Εκείνο που δεν άλλαξε στην Ανδρίτσαινα είναι οι…Αντριτσάνοι.   Κουτσομπόληδες, με το δάχτυλο συνεχώς υψωμένο,  σαρκαστικοί, Μανιάτικης  νοοτροπίας.  Να μη ξεχνάμε πως ενάμιση χιλιόμετρο από την πλατεία σε “κουφή μεριά” (Κουφόπουλο), κρύφτηκαν παλιά  και έστησαν συνοικισμό,  καταδιωκόμενοι Μανιάτες (Μανιαούρια).  Δε συγχωρούν ,αν τους πειράξεις, ανταποδίδουν και μάλιστα  με εκδίκηση ως…  πιάτο που τρώγεται  κρύο.

Ακόμα κι εκείνοι που έφυγαν και γύρισαν πίσω “προσκυνητές” στην γενέτειρα  από την άκρια της γης, επιστήμονες, καλλιτέχνες, διανοούμενοι, τα ελαττώματα, ειδικά αυτό της    “κουρκουσούρας” , δεν τους εγκατέλειψαν.   Θα πει κάποιος , “όλη η Ελλάδα, ειδικά η επαρχία, τέτοια είναι”. Δε λέμε όχι.  Αλλά ακόμα εδώ ,αν οι άλλες περιοχές  βαθμολογούνται  αρνητικά με  4 στα 10, η Ανδρίτσαινα παίρνει 2 στην ίδια κλίμακα.

Αλλά έχουν κι άλλα κουσούρια. Το χειρότερο τούτο.  Κρατούν “κλειστά στόματα”.΄Ο,τι στραβό κι αν βλέπουν, ακόμα και δίπλα τους, σου λένε “δεν είναι δικιά μου δουλειά,  δε μαρτυράω”.  Και ” όποιος έχει τα γένια, έχει και τα χτένια”. Εκείνον  μην πειράξεις.  Αν το κάνεις , γίνεται… Τούρκος και σε κρεμάει ανάποδα.

Να ένα παράδειγμα. Τι παράδειγμα, έγκλημα καθοσίωσης το χαρακτηρίζω.

Καθόμαστε στην Ταβέρνα του Μπασκόζου  χτες βράδυ.  Με ένα ζευγάρι Σαλονικιών που γνωριστήκαμε στο Ναό πάνω, είχαν έρθει να δουν το “κόσμημα της Πελοποννήσου”, τον αδερφό του  Παρθενώνα,τον Επικούρειο Απόλλωνα.   Δοκίμαζαν την  παραδοσιακή,  τοπική  τσιγαρίδα (παστό), τις κολοκυθοκορφάδες και το ντόπιο κοκκινέλι από τα  αμπέλια στου Σέκουλα.    Συζητούσαμε διάφορα, περισσότερα για το Ναό και την περίφημη Νικολοπούλειο Βιβλιοθήκη με το σπάνιο περιεχόμενό της.

 

-Εδώ,τους έλεγα, έχουμε  ένα  ιστορικό  θησαυρό, αμύθητης αξίας στη   «Νικολοπούλειο ”   Βιβλιοθήκη  από το όνομα του πρώτου δωρητή της. Είναι μια από τις σημαντικότερες, ιστορικότερες και πλουσιότερες βιβλιοθήκες της χώρας.  Φυλάσσονται  σπάνια βιβλία της  Εκδοτικής και της Τυπογραφίας σε παγκόσμια έκταση , ανυπολόγιστης αντικειμενικής, ιστορικής και πνευματικής αξίας.  Μάλιστα, για να γίνει αντιληπτός ο όγκος τους,  αξίζει να σημειωθεί ότι μόνο για την απογραφή των βιβλίων της βιβλιοθήκης το 1987, συνεργάστηκαν 11 άτομα . Άρα, γίνεται εύκολα αντιληπτό πόσα χρόνια μελετών χρειάζονται για να εξαχθούν επιστημονικά πορίσματα από τα περισσότερα από 4.000 βιβλία της δωρεάς Νικολόπουλου.

-΄Ομως, δυστυχώς, πολλά από αυτά τα σπάνια βιβλία,τα πιο σημαντικά,  τα έκλεψαν  στη δεκαετία του ΄80.  ΄Εγινε μέγας χαμός εκείνη την εποχή. Ειδικά για τον τρόπο που φυλάσσονταν τα βιβλία και την ακαταλληλότητα του κτιρίου. Τα πήραν ένα βράδυ και έγιναν καπνός.   “΄Αγνωστοι”,  ακόμα οι δράστες. Και  σίγουρα πλούτισαν  από τη  ανίερη αυτή πράξη τους. Κι εκεί τελειώσαμε  τη συζήτηση. ΄Ηταν και αργά πια  για  περισσότερη  κουβέντα.

Σήμερα, το πρωί ,έπινα το καφέ μου κάτω από το δροσερό πλάτανο  στο παραδοσιακό  καφενείο του Θωμά.    Κάποια στιγμή, με πλησιάζει ένας ,δεν τον ήξερα, ούτε ως όνομα, ούτε ως φάτσα, “να κάτσω”, μου λέει, ” αν δεν ενοχλώ, θέλω κάτι να σου πω”. – Στρώσου του λέω, να κεράσω και καφέ.  Και τι αρχίζει να μου λέει και με αφήνει  άναυδο.

“΄Ημουνα χτες βράδυ στο Μπασκόζου, που καθόσουν με την παρέα και συζητάγατε  για τη βιβλιοθήκη και την κλοπή.  Εμείς είμαστε στο δίπλα τραπέζι.  ΄Ακουγα,  τους είπες πως οι δράστες παραμένουν ακόμα άγνωστοι.  Αλλά   άγνωστοι  είναι μόνο για  σένα  και τη αστυνομία. ” Ο κόσμος το΄ χει τούμπανο…” Εμείς, ξέρουμε πολύ καλά ποιοι άρπαξαν   το θησαυρό της  Βιβλιοθήκης.  Από την ίδια στιγμή που έγινε η διάρρηξη το γνωρίζαμε…”

΄Εμεινα. -Κι αφού το ξέρατε γιατί,  δεν πήγατε να το καταγγείλετε, ρε φίλε ; Με δουλεύεις τώρα, του κάνω. “Καλά”, μου λέει,  ” λες και δεν ξέρεις τη νοοτροπία στα χωριά μας.  ΄Εξω από το σπίτι μου. Κι ας καεί το σύμπαν!”

-Και ποιος τα έκλεψε, λοιπόν, ρε, φιλαράκο,αφού  εσείς  τον ξέρετε και δε μιλάτε; Πες το σε μένα να μιλήσω. “΄Ονόματα δε θα σου αναφέρω”,  μου  λέει σοβαρά. Λίγες ερωτήσεις θα σου βάλω στο τραπέζι και βγάλε τα συμπεράσματά σου:

  1. Ποιος ήξερε ακριβώς,ποια πολύτιμα βιβλία θα έπαιρνε και όχι άλλα λιγότερης αξίας;
  2. Ποιος γνώριζε  την ακριβή θέση των βιβλίων  και μάλιστα της “πιστόλας” με το διαμάντι και δε χρειάστηκε να φέρει άνω κάτω τη βιβλιοθήκη με τα  εκατοντάδες κουτιά ,που τα είχαν τότε αμπαλάρει; Για να ψάξεις μια- μια τις κούτες, δε σε έφταναν δέκα βράδια!
  3. Η πόρτα βρέθηκε σπασμένη, αν και  το πρωί, ήταν  ξεκλείδωτη.  Πώς συνέβη αυτό; Και πότε σπάσανε την πόρτα,για να φανεί ως διάρρηξη;   Μετά την κλοπή ή πριν;
  4. Ποιοι    τα κονόμησαν  και βρέθηκε ξαφνικά  με χρήμα που ποτέ δεν το δικαιολόγησαν;

Εδώ  τελείωσε. Σηκώθηκε ,χωρίς άλλη κουβέντα ,με χαιρέτησε και έφυγε. ΄Επαθα. Δεν τα είχα σκεφτεί ποτέ  όλα τούτα. Κι ήταν  εύλογες οι ερωτήσει, οι απαντήσεις οδηγούσαν  κοντά  στο δράστη. Δείχνανε την κατεύθυνση, Διάβαζε για όποιον γνώριζε “πρόσωπα και πράγματα” εδώ στην Ανδρίτσαινα  τα στοιχεία  της  “ταυτότητας” του ασεβούς .

Η κλοπή έγινε από μέσα!  Κι αν είναι αλήθεια,  αν ο ανίερος κλέφτης με το συνεργάτες του ήταν αυτοί, που όλοι υπονοούν,  είναι ώρα να βρεθεί  .  Να μαρτυρήσει ,τουλάχιστον,να πει  πού τα πούλησαν,  για να   γυρίσουν πίσω στη θέση τους τα “κοσμήματα” της ιστορικής βιβλιοθήκης.

Δε θα ησυχάσουν  οι “Στή(υ)λες(οι)”,   ο Επικούρειος  Απόλλωνας στις Βάσσες της Αρκαδικής Φυγαλείας (υ,όχι με ι),   αν δε γυρίσουν πίσω οι θησαυροί στα χώματά τους.

΄Ακούει κανείς;