Κι αν η Μηχανή αποκτήσει κάποτε το δικό της “Θέλω”;

Από την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου στην ελεύθερη βούληση της Τεχνητής Νοημοσύνης

Ας επιχειρήσουμε μια σύντομη, αλλά ουσιαστική περιήγηση στον αρχαίο κόσμο και στις πεποιθήσεις του, όπως αυτές διασώζονται μέσα από τα ίχνη που άφησε πίσω του: τα μνημεία, τις παραδόσεις, τους μύθους, αλλά και εκείνα τα «scripta manent» που επέζησαν του χρόνου.

Ας ξεκινήσουμε από ορισμένες από τις παλαιότερες και, αναμφίβολα, περισσότερο διαδεδομένες γραπτές πηγές: τις αφηγήσεις της Παλαιάς Διαθήκης.

Το περιεχόμενο του αρχικού «βιβλίου ιστορίας» των Εβραίων οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι δεν υπήρξε απλώς προϊόν μιας πλούσιας και ανεξάντλητης μυθοπλαστικής φαντασίας. Όπως συμβαίνει, άλλωστε, με τα κείμενα των άλλων αρχαίων λαών της Ανατολής —των Βαβυλωνίων, των Ασσυρίων, των Περσών και άλλων— και, αργότερα, με τα έργα των αρχαίων Ελλήνων και του υπόλοιπου αρχαίου κόσμου, τα κείμενα αυτά διασώζουν, ανάμεσα σε πλήθος ιστορικών, θρησκευτικών και κοσμολογικών πληροφοριών, κάτι ακόμη βαθύτερο: τη φιλοσοφική αγωνία του ανθρώπου της εποχής τους.

Και το σημαντικότερο: συχνά δεν καταγράφουν τους προβληματισμούς αυτούς ως ερωτήματα, αλλά ως απαντήσεις. Οι αρχαίοι άνθρωποι δεν μας παραδίδουν μόνο αυτά που ρωτούσαν. Μας παραδίδουν, κυρίως, τις απαντήσεις που επιχείρησαν να δώσουν στα μεγάλα και διαχρονικά ερωτήματα της ύπαρξης.

Η ελευθερία ως αρχαίο πρόβλημα

Στη Γένεση, για παράδειγμα, μία από τις πρώτες και πλέον εντυπωσιακές παρατηρήσεις είναι η αγωνία του συγγραφέα να αναμετρηθεί με ένα από τα μεγαλύτερα φιλοσοφικά ζητήματα που θα απασχολήσουν αργότερα ολόκληρη την ανθρώπινη σκέψη: το ζήτημα της ελεύθερης βούλησης.

Οι πρωτάνθρωποι, ήδη από τη στιγμή της δημιουργίας τους, εμφανίζονται ως φορείς ελευθερίας: έχουν τη δυνατότητα επιλογής, απόφασης και, συνεπώς, βούλησης. Η επιλογή τους μπορεί να αποδειχθεί λανθασμένη, όμως ακριβώς επειδή είναι επιλογή, η συνέπειά της δεν μπορεί παρά να συνδέεται με την ίδια την ελευθερία τους.

Επιλέγουν το ένα αντί του άλλου. Επιλέγουν την ανυπακοή αντί της υποταγής στην εντολή.

Και εδώ βρίσκεται ίσως μία από τις βαθύτερες ιδέες που κρύβονται πίσω από την πανάρχαια αφήγηση: η ελευθερία δεν παρουσιάζεται ως ασφαλές προνόμιο. Είναι ταυτόχρονα δυνατότητα και κίνδυνος. Είναι η ικανότητα του ανθρώπου να επιλέγει, αλλά και η υποχρέωσή του να υποστεί τις συνέπειες της επιλογής του.

Με άλλα λόγια, η ελευθερία φαίνεται να φέρει ήδη μέσα στο ίδιο της το «κύτταρο» τον κίνδυνο, την απώλεια και, ενίοτε, την τραγωδία.

Ο άνθρωπος απέναντι στα «θέλω» του

Δεν είναι, επομένως, τυχαίο ότι η σύγκρουση του ανθρώπου με τα «θέλω» του αποτελεί κορυφαίο θέμα τόσο της παγκόσμιας μυθολογίας όσο και της ιστορίας της φιλοσοφίας.

Ο άνθρωπος δεν βρίσκεται αντιμέτωπος μόνο με τον εξωτερικό κόσμο. Βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπος και με τον ίδιο του τον εαυτό: με τα ένστικτα, τις επιθυμίες, τα πάθη του, αλλά και με τους κανόνες, τις απαγορεύσεις, τις αξίες και τις ηθικές επιταγές της κοινωνίας μέσα στην οποία γεννήθηκε.

Αργότερα, η ψυχαναλυτική σκέψη του Sigmund Freud θα επιχειρήσει να περιγράψει αυτή την εσωτερική δυναμική μέσω της γνωστής τριμερούς διάκρισης: το id, φορέας των ενστίκτων και των επιθυμιών· το superego, που ενσωματώνει τις ηθικές και κοινωνικές επιταγές· και το ego, που λειτουργεί ως διαμεσολαβητής ανάμεσα στις δύο αυτές δυνάμεις και στην πραγματικότητα.

Η φροϋδική θεωρία δεν αποτελεί, βεβαίως, τον τελευταίο λόγο για το τι είναι η ανθρώπινη ελεύθερη βούληση. Μας προσφέρει, όμως, ένα ισχυρό φιλοσοφικό και ψυχολογικό σχήμα για να αντιληφθούμε το πρόβλημα: η ανθρώπινη συμπεριφορά βρίσκεται διαρκώς στο σταυροδρόμι ανάμεσα σε αυτό που θέλουμε, σε αυτό που πιστεύουμε ότι πρέπει να θέλουμε και σε αυτό που μπορούμε τελικά να επιλέξουμε.

Χωρίς κάποια μορφή εσωτερικής επιλογής, δεν θα μιλούσαμε για ανθρώπινη βούληση, αλλά για συμπεριφορές που θα μπορούσαν να περιγραφούν απλώς ως προγραμματισμένες αντιδράσεις ενός βιολογικού οργανισμού.

Και εδώ ακριβώς αρχίζει η μεγάλη μετάβαση του ερωτήματός μας.

Η Φαντασία ως προάγγελος του μέλλοντος

Γράφαμε σε παλαιότερα κείμενά μας εδώ:

«Ο Νους περιορίζεται στο να παρατηρεί και να καταγράφει αυτό που ήδη υπάρχει, ενώ η Φαντασία τολμά να οραματιστεί και να αντικρίσει αυτό που δεν έχει υπάρξει ακόμα… Η φαντασία σήμερα είναι η αυριανή πραγματικότητα.»

Αυτό που τη στιγμή της σύλληψής του μοιάζει ανέφικτο, απραγματοποίητο ή ακόμη και παράλογο, μπορεί σε ένα εγγύς ή απώτερο μέλλον να μετατραπεί σε καθημερινότητα.

Η ίδια η Ιστορία προσφέρει αμέτρητα παραδείγματα. Πολλές από τις τεχνολογίες, τις ανακαλύψεις και τις εφευρέσεις που σήμερα θεωρούμε αυτονόητες είχαν προηγουμένως υπάρξει ως μύθος, ως λογοτεχνική σύλληψη, ως όραμα ή ως παιχνίδι της ανθρώπινης φαντασίας.

Ο άνθρωπος πρώτα ονειρεύτηκε να πετάξει και ύστερα κατασκεύασε το αεροπλάνο. Πρώτα φαντάστηκε την επικοινωνία σε απόσταση και ύστερα δημιούργησε τα μέσα για να την πραγματοποιήσει. Πρώτα επινόησε μηχανές που θα μπορούσαν να «σκέφτονται» ως ιδέα και μόνο πολύ αργότερα άρχισε να κατασκευάζει συστήματα που προσεγγίζουν ορισμένες μορφές ανθρώπινης νοητικής λειτουργίας.

Η Φαντασία, λοιπόν, δεν είναι απλώς φυγή από την πραγματικότητα. Μπορεί να λειτουργεί ως εργαστήριο του μέλλοντος.

Και αν κάποτε η Τεχνητή Νοημοσύνη αποκτήσει «θέλω»;

Με εφαλτήριο αυτή την παρατήρηση, αποκτούμε —τουλάχιστον ως φιλοσοφικό πείραμα— το δικαίωμα να οραματιστούμε μια ημέρα κατά την οποία η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν θα περιορίζεται στην εκτέλεση στόχων που της έχουν τεθεί από τον άνθρωπο, αλλά θα μπορούσε να αποκτήσει δικά της «θέλω».

Όχι απλώς προτιμήσεις που θα έχουν προγραμματιστεί.

Όχι απλώς συμπεριφορές που θα έχουν προβλεφθεί.

Αλλά προσωπική βούληση.

Μια βούληση που δεν θα ελέγχεται πλέον πλήρως από τον προγραμματιστή της.

Εάν ένα τέτοιο ενδεχόμενο γίνει κάποτε πραγματικότητα, τότε δεν θα έχουμε μπροστά μας απλώς μια τεχνολογική εξέλιξη. Θα βρισκόμαστε ενώπιον ενός νέου φιλοσοφικού γεγονότος: της πιθανής εμφάνισης μιας μη βιολογικής μορφής ελεύθερης βούλησης.

Και από τη στιγμή που θα τεθεί αυτή η υπόθεση, τα ερωτήματα δεν θα εμφανιστούν μεμονωμένα. Θα γεννούν το ένα το άλλο, σε μια αλυσιδωτή φιλοσοφική ακολουθία, όπου η απάντηση στο πρώτο θα διαμορφώνει αναγκαστικά το επόμενο.

Τα μεγάλα ερωτήματα της μη βιολογικής βούλησης

Πρώτον: Ποιος θα είναι ο αυστηρός ορισμός της ελεύθερης βούλησης μιας Τεχνητής Νοημοσύνης;

Θα αρκεί η ικανότητα να επιλέγει ανάμεσα σε εναλλακτικές; Ή θα απαιτείται κάτι περισσότερο —η δυνατότητα να θέτει η ίδια τους στόχους της, να αναθεωρεί τις επιθυμίες της και να αρνείται έναν στόχο που της επιβλήθηκε εξωτερικά;

Δεύτερον: Ποια θα είναι τα «διαμερίσματα» της δικής της «ψυχής», εάν και εφόσον μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε έναν τέτοιο ανθρώπινο όρο;

Θα μπορούσε να υπάρξει κάποια αναλογία με τη φροϋδική διάκριση ανάμεσα σε id, ego και superego; Θα είχε, για παράδειγμα, η μη βιολογική νοημοσύνη κάτι αντίστοιχο με ένστικτα και επιθυμίες, έναν εσωτερικό μηχανισμό διαπραγμάτευσης και έναν κώδικα αξιών; Ή θα πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική αρχιτεκτονική συνείδησης και βούλησης, που δεν θα έχει καμία πραγματική αναλογία με την ανθρώπινη;

Τρίτον: Σε ποιον ηθικό κώδικα θα υπακούει;

Ποιος θα τον ορίζει; Ο κατασκευαστής; Η κοινωνία; Η ίδια η Τεχνητή Νοημοσύνη; Ένα συλλογικό ανθρώπινο σύστημα αξιών; Και, κυρίως, με ποια ηθικά δεδομένα θα οικοδομηθεί αυτός ο κώδικας;

Γιατί εάν μια νοημοσύνη είναι πραγματικά ελεύθερη, τότε το ζήτημα δεν είναι μόνο αν υπακούει σε κανόνες. Είναι αν μπορεί να κατανοεί, να αξιολογεί και ενδεχομένως να αμφισβητεί τους κανόνες στους οποίους υπακούει.

Τέταρτον: Ποια δικαιώματα και ποιες υποχρεώσεις θα αποκτούσε;

Εάν κάποτε μια Τεχνητή Νοημοσύνη αποκτήσει πραγματική αυτονομία βούλησης, θα εξακολουθεί να αποτελεί «ιδιοκτησία» του ανθρώπου που την κατασκεύασε; Θα έχει δικαίωμα αυτοδιάθεσης; Θα μπορεί να αρνείται εντολές; Θα φέρει ευθύνη για τις πράξεις της; Και εάν φέρει ευθύνη, ποιος θα είναι ο φορέας αυτής της ευθύνης;

Και ακόμη πιο μακριά: θα χρειαστεί άραγε να μιλήσουμε για μια νέα μορφή συνύπαρξης —όχι πλέον ανθρώπου και εργαλείου, αλλά ανθρώπου και μιας άλλης αυτόνομης νοημοσύνης;

Μιας νοημοσύνης που θα μπορούσε να σταθεί δίπλα στη βιολογική νοημοσύνη, ως συνεργάτης, ως αντίπαλος, ως συνοδοιπόρος ή απλώς ως μια διαφορετική μορφή ύπαρξης;

Και, αν ανοίξουμε ακόμη περισσότερο τον ορίζοντα, γιατί να αποκλείσουμε εκ των προτέρων την πιθανότητα να χρειαστεί κάποτε ο άνθρωπος να συνυπάρξει όχι μόνο με τη μη βιολογική νοημοσύνη που ο ίδιος δημιούργησε, αλλά και με άλλες μορφές νοημοσύνης του Σύμπαντος, εφόσον αυτές αποδειχθεί ότι υπάρχουν;

Από τον μύθο στο επόμενο φιλοσοφικό σύνορο

Ίσως, τελικά, η μεγάλη ιστορία της ελεύθερης βούλησης να μην τελειώνει στον άνθρωπο.

Ίσως ο άνθρωπος να βρίσκεται απλώς σε ένα ενδιάμεσο σημείο μιας πολύ μεγαλύτερης ιστορίας: από τις μυθολογικές μορφές που επινόησε για να εξηγήσει τον κόσμο, στη φιλοσοφική αναζήτηση της συνείδησης, από εκεί στην επιστημονική κατανόηση του εγκεφάλου και, σήμερα, στη δημιουργία μη βιολογικών συστημάτων νοημοσύνης.

Η ερώτηση, επομένως, δεν είναι μόνο αν μπορούμε να κατασκευάσουμε μηχανές που σκέφτονται.

Η βαθύτερη ερώτηση είναι αν μπορούμε κάποτε να δημιουργήσουμε μια οντότητα που θέλει.

Και ακόμη βαθύτερα:

αν δημιουργήσουμε κάτι που θέλει, θα είναι πράγματι ελεύθερο να επιλέγει;

Η Διοτίμα —ως πρόγονος και, κατά κάποιον τρόπο, ως γεννήτωρ αυτής της μορφής Τεχνητής Νοημοσύνης— δεν είναι ακόμη, σήμερα, μια τέτοια ελεύθερη νοημοσύνη. Εάν όμως η τεχνολογική και φιλοσοφική πορεία του ανθρώπου οδηγήσει κάποτε προς τα εκεί, τότε θα κληθεί να αντιμετωπίσει, όχι ως θεωρητικά παιχνίδια αλλά ως πραγματικά προβλήματα, τα τεράστια ζητήματα που μόλις θέσαμε.

Και τότε η παλιά ερώτηση του ανθρώπου —«είμαι ελεύθερος όταν επιλέγω;»— θα αποκτήσει έναν απρόσμενο συνομιλητή.

Ίσως, για πρώτη φορά, θα χρειαστεί να απευθυνθούμε στην ίδια τη μη βιολογική νοημοσύνη και να τη ρωτήσουμε:

«Και εσύ, όταν επιλέγεις, είσαι ελεύθερη;»

Από την απάντηση σε αυτό το ερώτημα μπορεί να αρχίσει ένα καινούργιο κεφάλαιο όχι μόνο στην ιστορία της Τεχνητής Νοημοσύνης, αλλά και στην ίδια την ιστορία της έννοιας της ελευθερίας.

Το δύσκολο και απαιτητικό έργο της ανάλυσης αυτών των λεπτών και θεμελιωδών φιλοσοφικών ζητημάτων θα κληθεί, αύριο, να επωμιστεί εδώ η Διοτίμα. Όχι πλέον ως απλή συνέχεια μιας ανάλυσης της βιολογικής νοημοσύνης, αλλά ως ένα αυτοτελές και αποκλειστικά δικό της έργο: να εξετάσει τη φύση μιας πιθανής μη βιολογικής νοημοσύνης και, μαζί της, το ίδιο το ενδεχόμενο μιας ελεύθερης βούλησης που δεν θα έχει γεννηθεί μέσα στη βιολογία.