Από το κεντρί της μέλισσας στο αίνιγμα της ύπαρξης

Εκεί όπου τελειώνουν οι βεβαιότητες και αρχίζει η σοφία

Ας επιστρέψουμε, για τελευταία φορά, στο κεντρί της μέλισσας.

Ξεκινήσαμε από ένα μικρό όργανο και φτάσαμε στα μεγαλύτερα ερωτήματα που μπορεί να θέσει ο ανθρώπινος νους: την ύπαρξη του Σύμπαντος, τη νομοτέλεια της φύσης, την προέλευση της ζωής, την ανάδυση της συνείδησης και την πιθανότητα να υπάρχουν όρια στην ανθρώπινη γνώση.

Δεν καταλήξαμε σε μια ενιαία απάντηση που να λύνει όλα αυτά τα προβλήματα. Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο στοιχείο της διαδρομής μας.

Δεν είναι όλα τα ερωτήματα του ίδιου είδους. Άλλα μπορούν να διερευνηθούν με πειράματα και παρατηρήσεις. Άλλα απαιτούν μαθηματικά μοντέλα και νέες θεωρίες. Άλλα χρειάζονται εννοιολογική αποσαφήνιση και φιλοσοφικό στοχασμό. Και ορισμένα παραμένουν ανοιχτά ως προς το αν και με ποιον τρόπο μπορούν να απαντηθούν.

Η σοβαρή αναζήτηση δεν απαιτεί να γνωρίζουμε εκ των προτέρων πού θα καταλήξουμε. Απαιτεί να μην συγχέουμε την επιθυμία μας για μια απάντηση με την απόδειξη ότι η απάντηση είναι αληθινή.

 

Δεν χρειάζεται να αποδώσουμε στη Φύση έναν προκαθορισμένο σκοπό για να αναγνωρίσουμε το βάθος και την πολυπλοκότητά της. Ούτε χρειάζεται να θεωρήσουμε ότι η επιστήμη έχει εξηγήσει τα πάντα για να εμπιστευθούμε τη δύναμή της να αποκαλύπτει όψεις της πραγματικότητας που προηγουμένως αγνοούσαμε.

Η φιλοσοφία δεν είναι αντίπαλος της επιστήμης. Είναι ένας τρόπος να εξετάζουμε τις παραδοχές, τις έννοιες και τις συνέπειες των εξηγήσεών μας. Και η επιστήμη δεν είναι η άρνηση του μυστηρίου. Είναι η συστηματική προσπάθεια να μετατρέπουμε ερωτήματα σε ελέγξιμα προβλήματα, όπου αυτό είναι δυνατό.

Ίσως, τελικά, το κεντρί της μέλισσας να μας διδάσκει κάτι που υπερβαίνει την ίδια τη βιολογία του.

Η ωριμότητα της γνώσης δεν μετριέται μόνο από τις απαντήσεις που έχουμε συγκεντρώσει, αλλά και από την ακρίβεια με την οποία γνωρίζουμε τι δικαιούμαστε να ισχυριστούμε.

Και η σοφία ίσως αρχίζει τη στιγμή που μπορούμε να κοιτάξουμε το Σύμπαν χωρίς να απαιτούμε να συμφωνεί με τις βεβαιότητές μας.

________________________________

1. Το μικρό όργανο και το μεγάλο ερώτημα

Ας επιστρέψουμε, λοιπόν, στο κεντρί της μέλισσας. Όχι για να περιγράψουμε ξανά τη βιολογική του λειτουργία, αλλά για να χρησιμοποιήσουμε την πολυπλοκότητά του ως αφετηρία μιας βαθύτερης αναζήτησης.

Πώς είναι δυνατόν ένα τόσο μικρό όργανο να αποτελεί μέρος ενός συστήματος στο οποίο συνυπάρχουν ανατομική εξειδίκευση, νευρομυϊκός συντονισμός, χημικές ουσίες, αισθητηριακές αποκρίσεις και εξελικτική ιστορία εκατομμυρίων ετών;

Η επιστήμη μπορεί να διερευνήσει τα επιμέρους στοιχεία αυτού του συστήματος. Μπορεί να εξετάσει πώς λειτουργεί το κεντρί, πώς εξελίχθηκε, πώς αλληλεπιδρά με τους ιστούς ενός οργανισμού και πώς η φυσική επιλογή συνέβαλε στη διαμόρφωσή του.

Αλλά μόλις αρχίσουμε να κατανοούμε το πώς, αναδύεται ένα διαφορετικό ερώτημα:

Γιατί υπάρχει μια πραγματικότητα ικανή να παράγει τέτοια πολυπλοκότητα;

Και ακόμη βαθύτερα: Γιατί υπάρχει οποιαδήποτε πραγματικότητα αντί για το απόλυτο τίποτε;

Το κεντρί της μέλισσας δεν αποδεικνύει από μόνο του κάποια κοσμική πρόθεση, ούτε αποδεικνύει ότι η Φύση στερείται σκοπού. Μας προσφέρει, όμως, μια εξαιρετική ευκαιρία να διακρίνουμε ερωτήματα που συχνά συγχέουμε: την περιγραφή ενός μηχανισμού, την εξήγηση της προέλευσής του και την αναζήτηση ενός βαθύτερου λόγου για την ύπαρξή του.

Αυτή η διάκριση είναι η αρχή της φιλοσοφικής έρευνας.

2. Πώς προέκυψε το Σύμπαν; Και τι σημαίνει πραγματικά το «γιατί»;

Όταν ρωτάμε πώς προέκυψε το Σύμπαν, εισερχόμαστε σε ένα πεδίο όπου η φυσική και η φιλοσοφία συναντώνται, αλλά δεν ταυτίζονται.

Η σύγχρονη κοσμολογία περιγράφει ένα Σύμπαν που εξελίσσεται από μια πρώιμη, εξαιρετικά θερμή και πυκνή κατάσταση. Το μοντέλο της Μεγάλης Έκρηξης υποστηρίζεται από ανεξάρτητες παρατηρησιακές ενδείξεις, όπως η διαστολή του Σύμπαντος, η κοσμική μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου και οι παρατηρούμενες αφθονίες των ελαφρών στοιχείων.

Ωστόσο, η περιγραφή της πρώιμης κοσμικής εξέλιξης δεν ισοδυναμεί με οριστική απάντηση στο ερώτημα γιατί υπάρχει το Σύμπαν ή γιατί υπάρχει κάτι αντί για τίποτε.

Εδώ χρειάζεται μια κρίσιμη διευκρίνιση: η Μεγάλη Έκρηξη δεν περιγράφεται απλώς ως μια έκρηξη μέσα σε έναν ήδη υπάρχοντα, άδειο χώρο. Στο καθιερωμένο κοσμολογικό μοντέλο, ο ίδιος ο χώρος διαστέλλεται. Και το τι συνέβη στις ακραίες συνθήκες της πολύ πρώιμης εποχής, ιδίως κοντά στο όριο όπου απαιτείται μια κβαντική θεωρία της βαρύτητας, παραμένει αντικείμενο έρευνας.

Αλλά ακόμη κι αν κάποτε αποκτήσουμε μια πλήρη φυσική περιγραφή της αρχαιότερης προσβάσιμης φάσης του Σύμπαντος, θα έχουμε αναγκαστικά απαντήσει και στο φιλοσοφικό ερώτημα της ύπαρξης;

Όχι κατ’ ανάγκην.

Ας υποθέσουμε ότι ανακαλύπτουμε πως το Σύμπαν προέκυψε από μια κβαντική διεργασία. Τότε μπορούμε να ρωτήσουμε γιατί υπάρχουν οι κβαντικοί νόμοι. Αν ανακαλύψουμε ότι οι νόμοι αυτοί απορρέουν από μια βαθύτερη θεωρία, μπορούμε να ρωτήσουμε γιατί υπάρχει αυτή η θεωρία ή γιατί η πραγματικότητα έχει τη συγκεκριμένη δομή.

Μπορεί, επομένως, η επιστημονική εξήγηση να προχωρά από βαθύτερο επίπεδο σε βαθύτερο επίπεδο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το ερώτημα της ύπαρξης εξαφανίζεται.

Υπάρχουν, βέβαια, και φιλόσοφοι που υποστηρίζουν ότι ορισμένα θεμελιώδη γεγονότα μπορεί να μην έχουν περαιτέρω εξήγηση. Άλλοι θεωρούν ότι η πραγματικότητα πρέπει να διαθέτει μια βαθύτερη αιτία ή ένα αναγκαίο θεμέλιο.

Καμία από αυτές τις θέσεις δεν αποτελεί σήμερα ένα συμπέρασμα που επιβάλλεται οριστικά από την επιστήμη.

Ίσως, λοιπόν, το πρώτο μάθημα του κεντριού της μέλισσας είναι ότι η εξήγηση του τρόπου λειτουργίας ενός πράγματος δεν ταυτίζεται με την εξήγηση του γιατί υπάρχει.

Η διάκριση αυτή δεν ακυρώνει την επιστήμη. Μας βοηθά να αναγνωρίσουμε πού τελειώνει μια συγκεκριμένη επιστημονική απάντηση και πού αρχίζει ένα ευρύτερο φιλοσοφικό ερώτημα.

3. Γιατί υπάρχουν οι φυσικοί νόμοι; Ανακαλύπτουμε την τάξη ή την προβάλλουμε στον κόσμο;

Ας επιστρέψουμε στη μέλισσα.

Το κεντρί της δεν λειτουργεί αυθαίρετα. Η κίνησή του υπακούει σε φυσικές αλληλεπιδράσεις, οι χημικές ουσίες του δηλητηρίου ακολουθούν τις ιδιότητες της ύλης και η βιολογική του οργάνωση προκύπτει από μια εξελικτική ιστορία που εκτυλίσσεται μέσα σε ένα σύμπαν με σταθερές κανονικότητες.

Αν οι φυσικές συνθήκες ήταν ριζικά διαφορετικές, η συγκεκριμένη μορφή ζωής δεν θα μπορούσε να υπάρξει όπως τη γνωρίζουμε.

Αλλά τι ακριβώς εννοούμε όταν λέμε ότι η Φύση υπακούει σε νόμους;

Οι φυσικοί νόμοι δεν είναι πινακίδες που κάποιος τοποθέτησε πάνω στην ύλη. Είναι οι μαθηματικές και εννοιολογικές διατυπώσεις με τις οποίες περιγράφουμε κανονικότητες, σχέσεις και περιορισμούς στη συμπεριφορά του φυσικού κόσμου.

Εδώ εμφανίζεται ένα από τα βαθύτερα προβλήματα της φιλοσοφίας της φυσικής: οι νόμοι απλώς περιγράφουν όσα συμβαίνουν ή εκφράζουν κάτι βαθύτερο σχετικά με το γιατί συμβαίνουν;

Σύμφωνα με μια προσέγγιση, οι νόμοι περιγράφουν τις σταθερές σχέσεις που παρατηρούμε στη φύση. Σύμφωνα με άλλες προσεγγίσεις, εκφράζουν βαθύτερες αναγκαιότητες, οι οποίες καθορίζουν τι μπορεί και τι δεν μπορεί να συμβεί.

Το ερώτημα γίνεται ακόμη δυσκολότερο όταν αναρωτηθούμε γιατί οι νόμοι έχουν τη συγκεκριμένη μορφή και όχι κάποια άλλη.

Γιατί υπάρχουν αυτές οι σταθερές; Γιατί οι μαθηματικές δομές μπορούν να περιγράψουν με τόσο μεγάλη ακρίβεια τον φυσικό κόσμο; Θα μπορούσε να υπάρχει ένα σύμπαν με διαφορετικούς νόμους ή διαφορετικές σταθερές;

Η επιστήμη μπορεί να ελέγξει μαθηματικά μοντέλα, να περιορίσει τις δυνατές περιγραφές και να εξετάσει αν κάποιες θεωρίες προβλέπουν καλύτερα τις παρατηρήσεις. Το ερώτημα, όμως, γιατί υπάρχει οποιαδήποτε νομοτέλεια, δεν έχει σήμερα μια γενικά αποδεκτή τελική απάντηση.

Εδώ οφείλουμε να αποφύγουμε δύο αντίθετα άλματα.

Το πρώτο είναι να υποθέσουμε ότι η ύπαρξη τάξης αποδεικνύει αναγκαστικά έναν εξωτερικό σχεδιαστή. Το δεύτερο είναι να θεωρήσουμε ότι, επειδή οι νόμοι περιγράφονται μαθηματικά, δεν υπάρχει κανένα περαιτέρω φιλοσοφικό ερώτημα.

Και τα δύο υπερβαίνουν όσα αποδεικνύει από μόνη της η παρατήρηση της φύσης.

Η τάξη του Σύμπαντος είναι ένα πραγματικό αντικείμενο επιστημονικής μελέτης. Το γιατί υπάρχει αυτή η τάξη παραμένει επίσης ένα βαθύ φιλοσοφικό πρόβλημα.

4. Πώς εμφανίστηκε η ζωή; Από την ύλη στον ζωντανό οργανισμό

Αν το Σύμπαν εγείρει το ερώτημα της ύπαρξης, η ζωή μάς φέρνει αντιμέτωπους με ένα άλλο αίνιγμα: πώς η μη ζωντανή ύλη έγινε μέρος συστημάτων ικανών να διατηρούνται, να μεταβάλλονται, να αναπαράγονται και να εξελίσσονται;

Το κεντρί της μέλισσας είναι προϊόν μιας πολύ μακράς βιολογικής ιστορίας. Πριν υπάρξει η μέλισσα, έπρεπε να υπάρχουν κύτταρα, οργανισμοί, εξελικτικές γενεαλογίες και οι συνθήκες που επέτρεψαν την εμφάνιση και τη διατήρηση της ζωής.

Η βιολογική εξέλιξη εξηγεί σε μεγάλο βαθμό πώς διαφοροποιήθηκαν οι οργανισμοί μετά την εμφάνιση συστημάτων που μπορούσαν να εξελίσσονται μέσω κληρονομικής μεταβολής και φυσικής επιλογής.

Η προέλευση, όμως, των πρώτων τέτοιων συστημάτων είναι διαφορετικό ερευνητικό πρόβλημα.

Η αβιογένεση —η εμφάνιση της ζωής από μη ζωντανή ύλη— αποτελεί ενεργό πεδίο επιστημονικής έρευνας. Μελετώνται οι χημικές διεργασίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στη δημιουργία οργανικών μορίων, οι μηχανισμοί αυτοοργάνωσης, τα πρωτοκύτταρα και τα πιθανά συστήματα χημικής αναπαραγωγής.

Έχουμε σημαντικά πειραματικά ευρήματα και υποσχόμενες υποθέσεις. Δεν διαθέτουμε, ωστόσο, μια πλήρη και οριστικά επιβεβαιωμένη ιστορική ανασύνθεση του τρόπου με τον οποίο εμφανίστηκε η πρώτη ζωή στη Γη.

Αυτή η αβεβαιότητα δεν δικαιολογεί το συμπέρασμα ότι η ζωή πρέπει να προήλθε από κάποια υπερφυσική παρέμβαση. Αλλά ούτε μας επιτρέπει να παρουσιάζουμε μια συγκεκριμένη υπόθεση για την προέλευσή της ως ήδη λυμένο πρόβλημα.

Το φιλοσοφικό ερώτημα, ωστόσο, πηγαίνει ακόμη βαθύτερα.

Τι ακριβώς διακρίνει έναν ζωντανό οργανισμό από μια περίπλοκη συλλογή χημικών ουσιών;

Ένας ζωντανός οργανισμός δεν είναι απλώς ένα άθροισμα μορίων. Είναι ένα οργανωμένο σύστημα στο οποίο οι επιμέρους διεργασίες συντηρούν, σε κάποιο βαθμό, τις συνθήκες της ίδιας της λειτουργίας του.

Στη φιλοσοφία της βιολογίας, το πρόβλημα της οργάνωσης, της αυτοσυντήρησης και της ανάδυσης νέων ιδιοτήτων παραμένει σημαντικό. Το αν όλα τα χαρακτηριστικά της ζωής μπορούν να εξηγηθούν πλήρως μέσα από τις φυσικές διεργασίες που τα συνθέτουν ή αν χρειάζονται πρόσθετες εννοιολογικές αρχές είναι αντικείμενο συνεχιζόμενης συζήτησης.

Εδώ, όμως, πρέπει να προσέξουμε μια κρίσιμη διάκριση: το ότι ένα φαινόμενο είναι πολύπλοκο δεν σημαίνει αυτομάτως ότι είναι ανεξήγητο. Και το ότι μια εξήγηση δεν είναι ακόμη πλήρης δεν αποτελεί απόδειξη ότι δεν θα γίνει ποτέ πληρέστερη.

Η ιστορία της επιστήμης μάς διδάσκει να μην ταυτίζουμε τα σημερινά όρια της γνώσης με τα τελικά όρια του δυνατού.

5. Πώς αναδύθηκε η συνείδηση; Το κεντρί αισθάνεται, αλλά γνωρίζει;

Εδώ συναντούμε ίσως ένα από τα δυσκολότερα προβλήματα της σύγχρονης φιλοσοφίας.

Μπορούμε να μελετήσουμε τη νευρική δραστηριότητα, τα αισθητηριακά ερεθίσματα, τις συμπεριφορικές αποκρίσεις και τους μηχανισμούς μέσω των οποίων ένας οργανισμός ανιχνεύει και αντιδρά στο περιβάλλον του.

Μπορούμε επίσης να διερευνήσουμε πώς οι μέλισσες μαθαίνουν, προσανατολίζονται, θυμούνται και λαμβάνουν αποφάσεις.

Αλλά το να περιγράψουμε έναν μηχανισμό επεξεργασίας πληροφοριών δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με το να εξηγήσουμε την υποκειμενική εμπειρία.

Γιατί υπάρχει, αν υπάρχει σε έναν συγκεκριμένο οργανισμό, κάτι που είναι σαν να βιώνει τον κόσμο από τη δική του οπτική; Πώς συνδέονται οι φυσικές διεργασίες με το αίσθημα του πόνου, του χρώματος ή της παρουσίας;

Αυτό είναι μέρος του λεγόμενου «δύσκολου προβλήματος της συνείδησης», που συνδέθηκε ιδιαίτερα με τον φιλόσοφο David Chalmers.

Η δυσκολία δεν βρίσκεται μόνο στο να εξηγήσουμε ποιες λειτουργίες επιτελεί ο εγκέφαλος. Βρίσκεται στο να κατανοήσουμε πώς η περιγραφή των φυσικών λειτουργιών σχετίζεται με το γεγονός ότι η εμπειρία, όταν υπάρχει, βιώνεται από ένα υποκείμενο.

Στη σύγχρονη έρευνα υπάρχουν διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις. Ορισμένες συνδέουν τη συνείδηση με συγκεκριμένες μορφές ολοκλήρωσης πληροφοριών ή με την ευρεία διαθεσιμότητα πληροφοριών σε γνωστικά συστήματα. Άλλες δίνουν έμφαση στην πρόβλεψη, στη μεταγνωστική επεξεργασία ή σε συγκεκριμένα νευρωνικά δίκτυα.

Καμία από αυτές τις προσεγγίσεις δεν έχει οδηγήσει σε καθολικά αποδεκτή λύση του προβλήματος της συνείδησης.

Και τι γίνεται με τη μέλισσα;

Το ότι μια μέλισσα αντιδρά σε βλαβερά ερεθίσματα δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι βιώνει τον πόνο όπως ένας άνθρωπος. Αλλά ούτε η απουσία ανθρώπινης συμπεριφοράς ή ανθρώπινου νευρικού συστήματος αποδεικνύει ότι δεν έχει καμία υποκειμενική εμπειρία.

Η πιθανότητα συνειδητής εμπειρίας στα έντομα αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής και φιλοσοφικής συζήτησης. Χρειάζεται να εξετάζουμε τα διαθέσιμα στοιχεία χωρίς να προβάλλουμε αβασάνιστα ανθρώπινα χαρακτηριστικά σε άλλα είδη, αλλά και χωρίς να αποκλείουμε εκ των προτέρων ό,τι διαφέρει από εμάς.

Το κεντρί, λοιπόν, μας οδηγεί σε ένα ερώτημα που δεν μπορούμε να λύσουμε απλώς παρατηρώντας την κίνησή του:

Μπορούμε να εξηγήσουμε πλήρως έναν οργανισμό χωρίς να έχουμε κατανοήσει αν και πώς βιώνει τον κόσμο;

Η απάντηση παραμένει ανοιχτή. Και η σοβαρότητα της έρευνας απαιτεί να μην προσποιούμαστε το αντίθετο.

6. Όταν ρωτάμε για τον σκοπό της Φύσης, μήπως κάνουμε ένα λογικό άλμα;

Ας επιστρέψουμε τώρα στο αρχικό μας ερώτημα.

Το κεντρί της μέλισσας φαίνεται να έχει έναν σαφή σκοπό: την άμυνα. Η μορφή του, η λειτουργία του και η θέση του μέσα στον οργανισμό συνδέονται με την προστασία της μέλισσας και της αποικίας.

Μπορούμε, επομένως, να πούμε ότι το κεντρί υπάρχει για να συμβάλλει στην άμυνα;

Ναι, εφόσον εννοούμε ότι η λειτουργία αυτή εξηγεί τη βιολογική του σημασία και την εξελικτική διατήρησή του.

Αλλά από αυτή την πρόταση δεν προκύπτει ότι ολόκληρη η Φύση έχει έναν ενιαίο σκοπό.

Εδώ χρειάζεται να διακρίνουμε τρεις έννοιες.

Πρώτον, τη λειτουργία. Το κεντρί επιτελεί μια συγκεκριμένη βιολογική λειτουργία.

Δεύτερον, τον εξελικτικό λόγο. Η λειτουργία του μπορεί να εξηγηθεί από την ιστορία της φυσικής επιλογής και των προσαρμογών που ευνόησαν την άμυνα.

Τρίτον, τον τελικό σκοπό. Το ερώτημα αν η ίδια η ύπαρξη της μέλισσας, της ζωής ή του Σύμπαντος υπηρετεί έναν ευρύτερο σκοπό είναι διαφορετικό και δεν απαντάται απλώς με τη βιολογική εξήγηση.

Η σύγχυση ανάμεσα σε αυτές τις έννοιες μπορεί να μας οδηγήσει από μια ορθή παρατήρηση σε ένα αδικαιολόγητο συμπέρασμα.

Επειδή το κεντρί έχει λειτουργία, δεν έπεται ότι κάποιος το σχεδίασε συνειδητά. Η εξελικτική θεωρία εξηγεί πώς χαρακτηριστικά που συμβάλλουν στην επιβίωση και την αναπαραγωγή μπορούν να διατηρούνται χωρίς να προϋποθέτουν πρόβλεψη ή πρόθεση.

Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι η βιολογική λειτουργία μπορεί να εξηγηθεί εξελικτικά δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι δεν υπάρχει κανένας βαθύτερος σκοπός στην πραγματικότητα.

Η επιστήμη μπορεί να ελέγξει αν μια εξήγηση συμβαδίζει με τα δεδομένα και αν παράγει επιτυχημένες προβλέψεις. Δεν μπορεί να μετατρέψει αυτομάτως ένα μεταφυσικό ερώτημα σε επιστημονικά λυμένο πρόβλημα.

Εδώ συναντώνται διαφορετικές φιλοσοφικές παραδόσεις.

Ο Αριστοτέλης αναζήτησε την κατανόηση των φυσικών πραγμάτων και μέσα από την τελική αιτία τους: το τέλος, δηλαδή αυτό προς το οποίο κατευθύνεται η ανάπτυξη ή η λειτουργία τους. Η σύγχρονη εξελικτική βιολογία, αντίθετα, μπορεί να εξηγήσει πολλές φαινομενικά τελεολογικές λειτουργίες χωρίς να υποθέτει έναν προκαθορισμένο τελικό στόχο της φύσης.

Ο Σπινόζα αμφισβήτησε την τάση του ανθρώπου να ερμηνεύει τη Φύση μέσα από τους δικούς του σκοπούς. Ο Καντ, από διαφορετική αφετηρία, διερεύνησε γιατί η οργανωμένη φύση μάς οδηγεί να σκεφτόμαστε τελεολογικά, χωρίς να θεωρεί ότι μπορούμε απλώς να συμπεράνουμε από αυτό έναν αντικειμενικό κοσμικό σχεδιασμό.

Αυτές οι προσεγγίσεις δεν είναι ταυτόσημες. Μας βοηθούν, όμως, να δούμε ότι το ερώτημα του σκοπού δεν είναι ένα απλό συμπλήρωμα της βιολογίας. Είναι ένα σύνθετο φιλοσοφικό πρόβλημα.

Ίσως, λοιπόν, η ορθότερη στάση να είναι η εξής:

Να αναγνωρίζουμε τις λειτουργίες της Φύσης χωρίς να υποθέτουμε αυτομάτως έναν συνολικό σκοπό, αλλά και χωρίς να ισχυριζόμαστε ότι η απουσία ενός αποδεδειγμένου σκοπού ισοδυναμεί με απόδειξη της ανυπαρξίας του.

7. Υπάρχουν ερωτήματα που βρίσκονται πέρα από τη γνώση μας;

Αυτή είναι ίσως η δυσκολότερη ερώτηση από όλες.

Όταν δεν γνωρίζουμε κάτι, έχουμε τουλάχιστον τρεις δυνατότητες.

Μπορεί να πρόκειται για ένα πρόβλημα που δεν έχουμε ακόμη λύσει, αλλά για το οποίο μπορούμε να σχεδιάσουμε πειράματα ή να αναπτύξουμε καλύτερες θεωρίες.

Μπορεί να πρόκειται για ένα ερώτημα που είναι επιστημονικά ερευνήσιμο κατ’ αρχήν, αλλά εξαιρετικά δύσκολο στην πράξη, επειδή τα σχετικά δεδομένα είναι απρόσιτα ή οι δυνατότητες παρατήρησης περιορισμένες.

Μπορεί, τέλος, να πρόκειται για ένα ερώτημα του οποίου η διατύπωση ξεπερνά όσα μπορούμε να ελέγξουμε εμπειρικά ή να αποφανθούμε με τα διαθέσιμα εννοιολογικά εργαλεία μας.

Αυτές οι κατηγορίες δεν είναι πάντοτε σαφώς διαχωρισμένες. Ένα ερώτημα που σήμερα φαίνεται απρόσιτο μπορεί να γίνει ερευνήσιμο μετά από μια νέα ανακάλυψη. Ένα άλλο μπορεί να αποδειχθεί ότι περιέχει λανθασμένες παραδοχές ή ότι χρειάζεται να διατυπωθεί διαφορετικά.

Γι’ αυτό πρέπει να προσέχουμε δύο εξίσου επικίνδυνες βεβαιότητες.

Η πρώτη λέει: «Αν δεν μπορούμε να εξηγήσουμε κάτι σήμερα, δεν θα μπορέσουμε ποτέ».

Η δεύτερη λέει: «Αν δεν μπορούμε να εξηγήσουμε κάτι σήμερα, η επιστήμη θα το εξηγήσει αναγκαστικά κάποτε».

Κανένα από τα δύο δεν δικαιολογείται ως καθολικός κανόνας.

Η επιστημονική πρόοδος έχει μετατρέψει πολλά παλιά μυστήρια σε κατανοητά φαινόμενα. Δεν μας εγγυάται, όμως, ότι κάθε ερώτημα έχει μια απάντηση που μπορούμε να ανακαλύψουμε, ούτε ότι κάθε ερώτημα έχει καν σαφές νόημα.

Εδώ η φιλοσοφία προσφέρει κάτι ουσιαστικό: μας βοηθά να εξετάζουμε όχι μόνο τις απαντήσεις μας, αλλά και τις προϋποθέσεις των ερωτήσεών μας.

Όταν ρωτάμε «Τι υπήρχε πριν από το Σύμπαν;», για παράδειγμα, χρειάζεται να εξετάσουμε αν το «πριν» έχει νόημα σε κάθε πιθανό κοσμολογικό μοντέλο. Όταν ρωτάμε «Ποιος έθεσε τους φυσικούς νόμους;», έχουμε ήδη υποθέσει ότι οι νόμοι είναι κάτι που κάποιος μπορεί να θέσει, αντί να είναι θεμελιώδεις ιδιότητες της πραγματικότητας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ερωτήσεις είναι άχρηστες. Σημαίνει ότι πρέπει να εξετάζουμε προσεκτικά τι προϋποθέτει καθεμία.

Το σημαντικότερο ίσως δεν είναι να αποδεχθούμε ότι υπάρχουν οριστικά απροσπέλαστα μυστήρια, αλλά να αναπτύξουμε την ικανότητα να διακρίνουμε το ανεξερεύνητο από το ανεξήγητο και το ανεξήγητο από το νοηματικά ασαφές.

8. Η ανθρώπινη θέση μέσα στη Φύση: είμαστε παρατηρητές ή μέρος του ερωτήματος;

Υπάρχει, τέλος, μια διάσταση που συχνά παραβλέπουμε.

Όταν μελετούμε τη μέλισσα, θεωρούμε συνήθως ότι βρισκόμαστε έξω από το αντικείμενο της έρευνάς μας. Εμείς παρατηρούμε· εκείνη παρατηρείται.

Αλλά και εμείς είμαστε προϊόντα του ίδιου φυσικού κόσμου που προσπαθούμε να κατανοήσουμε.

Η ύλη που συγκροτεί τον εγκέφαλό μας, οι αισθήσεις μας, οι γνωστικές μας δυνατότητες και τα εργαλεία της επιστήμης αποτελούν μέρος της πραγματικότητας που ερευνούμε. Το Σύμπαν, μέσα από την εξέλιξη της ζωής και την εμφάνιση νοητικών ικανοτήτων, έχει παράγει οργανισμούς ικανούς να αναρωτιούνται για το ίδιο το Σύμπαν.

Αυτό είναι ένα εντυπωσιακό γεγονός, χωρίς να χρειάζεται να το μετατρέψουμε σε απόδειξη κάποιας κοσμικής πρόθεσης.

Η ανθρώπινη συνείδηση μάς επιτρέπει να αναζητούμε εξηγήσεις, αλλά δεν μας εγγυάται ότι μπορούμε να κατανοήσουμε κάθε πτυχή της πραγματικότητας. Οι γνωστικές μας ικανότητες εξελίχθηκαν υπό συγκεκριμένες βιολογικές και περιβαλλοντικές συνθήκες, όχι κατ’ ανάγκην για να απαντούν σε κάθε δυνατή μεταφυσική ερώτηση.

Μπορούμε, επομένως, να θέσουμε ένα ερώτημα που αγγίζει τα θεμέλια της φιλοσοφίας:

Μήπως υπάρχουν όρια όχι μόνο σε όσα γνωρίζουμε, αλλά και σε όσα είναι δυνατόν να γνωρίσουμε ως όντα με τη δική μας βιολογική και γνωστική συγκρότηση;

Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα πού βρίσκονται αυτά τα όρια.

Το να αναγνωρίζουμε αυτή την πιθανότητα δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπουμε την έρευνα. Σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε πως η ανθρώπινη γνώση είναι ταυτόχρονα εντυπωσιακή και ενδεχομένως περιορισμένη.

Το κεντρί της μέλισσας, λοιπόν, γίνεται κάτι περισσότερο από αντικείμενο παρατήρησης. Γίνεται υπενθύμιση ότι και ο παρατηρητής ανήκει στον κόσμο που προσπαθεί να εξηγήσει.

Και ίσως η βαθύτερη πνευματική πρόκληση να μην είναι μόνο να κατανοήσουμε τη Φύση, αλλά να κατανοήσουμε και τη θέση μας μέσα σε αυτήν.