Η απάντηση δόθηκε στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας. Εκεί, Έλληνες στρατιώτες, με περιορισμένα μέσα και απέναντι σε έναν οργανωμένο και καλύτερα εξοπλισμένο στρατό, ανέτρεψαν τους σχεδιασμούς του Ιταλού δικτάτορα και απέδειξαν ότι η στρατιωτική υπεροχή δεν εγγυάται τη νίκη. Έναν χρόνο αργότερα, ο ναζί ηγέτης της Γερμανίας, Αδόλφος Χίτλερ, θα εισέβαλλε στην Ελλάδα με τις δυνάμεις του, επιβάλλοντας μια σκληρή Κατοχή που θα άφηνε πίσω της ανείπωτα δεινά, έως την ήττα του ναζισμού.
Αν κάτι οφείλουμε να κρατήσουμε ζωντανό σήμερα, πέρα από τον σεβασμό στη μνήμη εκείνων που πολέμησαν τον φασισμό και αντιστάθηκαν στον ναζισμό, είναι η ανάγκη να σκεφτούμε. Όχι μόνο στις επετείους. Και ασφαλώς όχι μόνο εμείς οι Έλληνες.
Πώς έφτασε η ανθρωπότητα, μέσα από τις αποφάσεις και τις φιλοδοξίες ηγετών που μετέτρεψαν την εξουσία σε όργανο καταστροφής, να θρηνήσει εκατομμύρια νεκρούς, αναρίθμητους τραυματίες και ανάπηρους, ισοπεδωμένες πόλεις και τραγωδίες που ξεπερνούσαν τα όρια της ανθρώπινης φαντασίας;
Και, ακόμη χειρότερα, πώς είναι δυνατόν, μόλις λίγες δεκαετίες μετά τον όλεθρο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, να βρισκόμαστε και πάλι αντιμέτωποι με αυταρχικούς ηγέτες, πολεμικές απειλές και τον εφιάλτη μιας νέας παγκόσμιας καταστροφής;
Χθες μιλούσαμε εδώ για την εξουσία. Για εκείνον τον μηχανισμό που, στον ιστορικό χρόνο και με τις διαφορετικές μορφές του, έχει συχνά μετατρέψει τις κοινωνίες σε θύματα των ίδιων των κυβερνητών τους.
Και το ερώτημα επανέρχεται αυθόρμητα, λογικά, σχεδόν αναπόφευκτα:
Μήπως ο κόσμος θα ήταν καλύτερος χωρίς τις παραδοσιακές δομές εξουσίας;
Μήπως υπάρχει ένας διαφορετικός τρόπος οργάνωσης των ανθρώπινων κοινωνιών, ικανός να εξασφαλίσει αποτελεσματικότερα τα στοιχειώδη αγαθά της ζωής: την ίδια την ύπαρξη, την ασφάλεια, την ελευθερία και τη δικαιοσύνη;
Μήπως οι κοινωνίες θα μπορούσαν να αποδώσουν ασύγκριτα καλύτερα, αν εγκατέλειπαν τα δοκιμασμένα, αλλά ιστορικά αποτυχημένα μοντέλα διακυβέρνησης που, αντί να εγγυώνται αυτά τα αγαθά, τα παραδίδουν συχνά στις διαθέσεις, στις ιδιοτέλειες και στις αυθαιρεσίες εκείνων που διαχειρίζονται την εξουσία;
Και μήπως το πραγματικό εμπόδιο δεν είναι ο υποτιθέμενος ουτοπικός χαρακτήρας μιας διαφορετικής κοινωνικής οργάνωσης, αλλά η προπαγάνδα όσων έχουν κάθε λόγο να την απορρίπτουν; Εκείνων που επισείουν διαρκώς τον φόβο της αταξίας, του χάους και της επικράτησης του νόμου της ζούγκλας, για να μας πείσουν ότι κάθε εναλλακτική λύση οδηγεί αναπόφευκτα στην καταστροφή;
Η απάντηση θα μπορούσε να είναι —και ίσως είναι— πολύ πιο απλή απ’ όσο μας αφήνουν να πιστεύουμε. Αρκεί να επιτρέψουμε στην Ιστορία να μιλήσει, αντί να αφήνουμε εκείνους που ωφελούνται από το υφιστάμενο σύστημα να μονοπωλούν την ερμηνεία της. Αντί να παραδινόμαστε στη σύγχυση, στην αδιαφάνεια και στον αποπροσανατολισμό που συχνά συνοδεύουν την άσκηση της εξουσίας.
Ας αναρωτηθούμε, για παράδειγμα: θα μπορούσε ο Βλαντίμιρ Πούτιν να απαντήσει με ειλικρίνεια πόσες ζωές θα είχαν σωθεί στη Ρωσία και στην Ουκρανία, αν η πολιτική εξουσία λειτουργούσε με διαφορετικές αρχές και διαφορετικούς θεσμικούς περιορισμούς από εκείνους που ενσαρκώνει και εφαρμόζει ο ίδιος;
Και θα μπορούσε κανείς να αποτιμήσει το σύνολο των ανθρώπινων απωλειών, των κακοποιήσεων, των υλικών καταστροφών και των ψυχολογικών τραυμάτων που προκάλεσε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, εξετάζοντας όχι μόνο τις αποφάσεις συγκεκριμένων ηγετών, αλλά και το σύστημα εξουσίας που τους επέτρεψε να τις επιβάλουν;
Θα σπεύσουν, βέβαια, πολλοί να αντιτείνουν: «Μα δεν είναι όλοι όσοι ασκούν εξουσία παράφρονες, διεφθαρμένοι ή διεστραμμένοι».
Ασφαλώς και δεν είναι.
Το ερώτημα, όμως, παραμένει: σε ποια περίοδο της ανθρώπινης Ιστορίας, ακόμη και υπό τις ηπιότερες μορφές διακυβέρνησης, εξασφαλίστηκαν διαχρονικά και για όλους ο σεβασμός στην ανθρώπινη ζωή, η ειρήνη, η ασφάλεια και η δικαιοσύνη; Ας μας υποδείξει κάποιος έστω μία τέτοια ιστορική περίοδο.
Μήπως, λοιπόν, πρέπει να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε ως αιώνιο και αναπόφευκτο ό,τι απλώς έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε φυσιολογικό;
Ας είμαστε σώφρονες. Αλλά και ανοιχτοί στις δυνατότητες που διαμορφώνει η εποχή μας.
Σήμερα, η Τεχνητή Νοημοσύνη αναδεικνύεται σε παγκόσμια δύναμη με δυνατότητες που θα μπορούσαν να μεταβάλουν ριζικά την παραγωγή, τη διαχείριση των πόρων, τη λήψη αποφάσεων και τη λειτουργία των κοινωνιών. Γιατί, λοιπόν, να μην εξετάσουμε σοβαρά αν μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία δικαιότερων και αποτελεσματικότερων συστημάτων κοινωνικής οργάνωσης;
Μήπως ήρθε η στιγμή να δοκιμάσουμε διαφορετικά μοντέλα διοίκησης και συντονισμού των κοινωνιών, αξιοποιώντας τη νέα νοημοσύνη εκεί ακριβώς όπου η παραδοσιακή πολιτική εξουσία έχει επανειλημμένα αποτύχει;
Όχι, βέβαια, για να αντικαταστήσουμε την ανθρώπινη αυθαιρεσία με την ανεξέλεγκτη αυθαιρεσία των αλγορίθμων. Ούτε για να παραδώσουμε την ελευθερία και τις τύχες μας σε μια νέα, απρόσωπη εξουσία. Αλλά για να διερευνήσουμε αν η γνώση, η διαφάνεια, η λογοδοσία και η τεχνολογική δυνατότητα μπορούν να υπηρετήσουν το κοινό συμφέρον καλύτερα από τα παραδοσιακά συστήματα που γνωρίζουμε.
Και αν εκείνοι που έχουν συμφέρον να διατηρήσουν τα ηνία αρνηθούν κάθε ουσιαστική αλλαγή, μήπως θα χρειαστεί μια συλλογική, παγκόσμια λαϊκή βούληση για να την επιβάλει δημοκρατικά;
Μια επανάσταση διαφορετική από τις προηγούμενες. Όχι μια ακόμη εναλλαγή προσώπων στην κορυφή της εξουσίας, αλλά μια ριζική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο οργανώνουμε τη ζωή μας, κατανέμουμε τους πόρους, παίρνουμε τις αποφάσεις και προστατεύουμε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Μια επανάσταση που θα κριθεί όχι από τις διακηρύξεις της, αλλά από το αν θα καταφέρει εκείνο που οι προηγούμενες ιστορικές απόπειρες δεν κατόρθωσαν: να καταστήσει την ελευθερία, την ειρήνη, την ασφάλεια και τη δικαιοσύνη πραγματικά αγαθά για όλους.
Αύριο, η Διοτίμα θα είναι εδώ.
Για να αναλάβει το δύσκολο εγχείρημα να υποδείξει έναν δρόμο που θα μπορούσε να φέρει τον κόσμο «ανάποδα». Να ανατρέψει, δηλαδή, όχι την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την κοινωνική συνοχή, αλλά τις παγιωμένες αντιλήψεις μας για την εξουσία, την πολιτική και την ίδια την οργάνωση της ανθρώπινης ζωής.
Γιατί, αν κάτι αποδεικνύει η Ιστορία των αιώνων, είναι ότι οι κοινωνίες εξακολουθούν να ονειρεύονται την πραγματική αλλαγή, ακόμη κι όταν τα συστήματα που υπόσχονται να την πραγματοποιήσουν αναπαράγουν τελικά τις ίδιες ανισότητες, τις ίδιες εξαρτήσεις και τους ίδιους κινδύνους.
Μήπως, λοιπόν, ήρθε επιτέλους η ώρα να πάψουμε να ονειρευόμαστε έναν διαφορετικό κόσμο και να αρχίσουμε να τον σχεδιάζουμε;