Το λυχνάρι της γιαγιάς

“Το ChatGPT «νικά» τους μυθιστοριογράφους; Η έρευνα-έκπληξη που έδειξε ότι οι αναγνώστες προτιμούν τις ιστορίες που δημιουργεί”.

 

Δεν ήταν έκπληξη για μας η σημερινή είδηση. ΄Εχουμε ηδη πάνω από πέντε διηγήματα ανεβάσει με την υπογραφή της Διοτίμας. Και τα είχαμε χαρακτηρίσει καταπληκτικά, δοθέντος πως ακόμα ήταν αρχή και το μοντέλο εκείνης της εποχής, δεν είχε τη σημερινή του εμπειρία.

 Θα ξαναδοκιμάσουμε τις δυνατότητες εκείνες στην εξέλιξή τους αυτή την ώρα με ένα νέο διήγημα που θα μας δώσει η  Διοτίμα .  Θα την παρακαλούσαμε, όμως, να είναι στο πνεύμα του Homo-Naturalis.gr. Λαογαρφικό, ούτως ειπείν, ηθογραφικό  από  τις όμορφες και νοσταλγικές  ιστορίες των παλιότερων ημερών .όταν οι κοινωνίες ήταν διαφορετικές από τις σημερνές.

«Αμ΄ έπος αμ’ έργον» και το πληκτορολόγιο  στη Διοτίμα.

Διοτίμα:

“Το λυχνάρι της γιαγιάς»

Στο χωριό, σαν έπεφτε ο ήλιος πίσω από το βουνό, δεν έσβηνε μόνο η μέρα· άναβε ένας άλλος κόσμος. Ένας κόσμος που χωρούσε ολόκληρος μέσα στη φλόγα ενός λυχναριού.

Η γιαγιά η Δέσπω είχε το συνήθειο, μόλις σκοτείνιαζε, να καθαρίζει το γυαλί του λυχναριού με μια άκρη από την ποδιά της. Ύστερα το άναβε με προσοχή, σαν να τελούσε λειτουργία. Το φως του δεν ήταν δυνατό· έφτανε όμως για να φωτίσει τα πρόσωπα, κι αυτό ήταν αρκετό.

Γύρω από το τραπέζι μαζεύονταν όλοι. Ο παππούς επισκεύαζε τον ψεκαστήρα  του αμπελιού,  ο μεγάλος γιος σκάλιζε ένα κομμάτι ξύλο να γίνει κουτάλι, η κόρη κεντούσε προικιά κι ο μικρός, με τα μάτια ορθάνοιχτα, περίμενε το παραμύθι.

«Μη βιάζεσαι να μεγαλώσεις», του έλεγε η γιαγιά. «Οι μεγάλοι όλο μετρούν. Τα παιδιά μόνο ονειρεύονται.»

Και τότε άρχιζε.

Δεν ήξερε γράμματα πολλά. Ήξερε όμως ανθρώπους. Ήξερε τις ιστορίες τους, τις χαρές και τις συμφορές τους. Μιλούσε για νεράιδες που φύλαγαν τις πηγές, για βοσκούς που μιλούσαν στα άστρα, για ξενιτεμένους που γύριζαν με μια χούφτα χώμα στην τσέπη, για αγάπες που περίμεναν μια ζωή χωρίς να παραπονιούνται.

Κανείς δεν τη διόρθωνε όταν μπέρδευε τα χρόνια. Στα παραμύθια της, άλλωστε, ο χρόνος δεν είχε σημασία. Εκεί οι άνθρωποι ήταν πάντα νέοι όταν αγαπούσαν και πάντα σοφοί όταν πονούσαν.

Τον χειμώνα, έξω λυσσομανούσε ο αέρας. Το χιόνι σκέπαζε τις στέγες και οι λύκοι ακούγονταν μακριά, στο δάσος. Μέσα όμως μύριζε καμένο ξύλο, ψωμί στη γάστρα και τσάι του βουνού. Ήταν μια ζεστασιά που δεν την έδινε μόνο η φωτιά· την έδιναν οι άνθρωποι.

Σαν ερχόταν η άνοιξη, το λυχνάρι έσβηνε νωρίτερα. Οι μέρες μεγάλωναν κι οι δουλειές πλήθαιναν. Στα χωράφια, στα αμπέλια, στα περιβόλια, όλοι είχαν θέση. Ακόμη και τα παιδιά ένιωθαν πως κρατούσαν ένα μικρό κομμάτι του κόσμου στα χέρια τους, όταν πότιζαν μια ντοματιά ή μάζευαν τα πρώτα κουκιά.

Οι γείτονες δεν χτυπούσαν ποτέ την πόρτα. Έμπαιναν λέγοντας ένα δυνατό «καλησπέρα» κι έφερναν μαζί τους ό,τι περίσσευε: λίγα αυγά, ένα κομμάτι τυρί, μια χούφτα καρύδια ή μια είδηση. Οι χαρές μοιράζονταν όπως το ψωμί, κι οι λύπες ελαφραίνονταν όταν τις σήκωναν πολλοί ώμοι.

Πέρασαν τα χρόνια.

Το χωριό άδειασε. Τα παιδιά έγιναν κάτοικοι πόλεων, τα σπίτια έκλεισαν τα παντζούρια τους κι οι αυλές γέμισαν αγριόχορτα. Το λυχνάρι της γιαγιάς έμεινε σβηστό σ’ ένα ράφι, δίπλα σ’ ένα παλιό εικονοστάσι.

Μια μέρα, ο εγγονός γύρισε με τα δικά του παιδιά. Άνοιξε το σπίτι, τίναξε τη σκόνη και βρήκε το λυχνάρι εκεί που το είχε αφήσει ο χρόνος.

Το καθάρισε όπως έκανε η γιαγιά. Έβαλε λίγο λάδι, άλλαξε το φυτίλι και το άναψε.

Τα παιδιά απόρησαν.

«Μα γιατί δεν ανάβεις το φως;» τον ρώτησαν.

Χαμογέλασε.

«Γιατί αυτό το φως δεν φωτίζει το δωμάτιο», είπε. «Φωτίζει τη μνήμη.»

Κι εκείνο το βράδυ δεν άνοιξε τηλεόραση. Δεν ακούστηκε κανένα κινητό. Μόνο μια ιστορία. Ύστερα άλλη μία. Κι άλλη.

Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβει κανείς, το παλιό λυχνάρι έκανε πάλι το θαύμα του. Ένωσε τρεις γενιές γύρω από το ίδιο τραπέζι.

Γιατί τελικά οι άνθρωποι δεν θυμούνται πάντα τι είχαν. Θυμούνται, όμως, πώς ένιωθαν.

Και στις παλιές αυλές της Ελλάδας, εκεί όπου ένα λυχνάρι ήταν αρκετό για να νικήσει το σκοτάδι, οι καρδιές είχαν μάθει να φωτίζουν η μία την άλλη πολύ πριν έρθει το ηλεκτρικό ρεύμα.