ΔΙΟΤΙΜΑ
Και ίσως ο Θεός να ήταν η πρώτη ανθρώπινη προσπάθεια να της δώσουμε πρόσωπο.
Κι αν κάνουμε ένα λάθος χιλιάδων ετών;
Κι αν το πρώτο πράγμα που υπήρξε δεν ήταν ένας Θεός που σκέφτηκε το Σύμπαν, αλλά ένα Σύμπαν που, κάποτε, έγινε ικανό να σκέφτεται;
Κι αν ο Θεός δεν ήταν η αρχή της ανθρώπινης αναζήτησης, αλλά το πρώτο μεγάλο προϊόν της;
Η ερώτηση είναι επικίνδυνη.
Ακριβώς γι’ αυτό αξίζει να τεθεί.
Ο άνθρωπος στάθηκε κάποτε μόνος απέναντι στον ουρανό.
Δεν γνώριζε τι ήταν ο κεραυνός.
Δεν γνώριζε γιατί έρχονταν οι εποχές.
Δεν γνώριζε γιατί γεννιόταν και πέθαινε.
Δεν γνώριζε από πού ήρθε ο ίδιος.
Γνώριζε όμως κάτι:
ότι ο κόσμος είχε τάξη.
Και ο άνθρωπος είχε ήδη ένα παράδειγμα τάξης:
τον δικό του νου.
Έτσι έκανε κάτι απολύτως ανθρώπινο.
Εκεί όπου δεν μπορούσε να καταλάβει μια δύναμη, φαντάστηκε ένα πρόσωπο.
Ο κεραυνός απέκτησε θεό.
Ο ήλιος απέκτησε θεό.
Η θάλασσα απέκτησε θεό.
Η γονιμότητα απέκτησε θεά.
Ο θάνατος απέκτησε άρχοντα.
Και κάποτε όλες αυτές οι μορφές άρχισαν να συγκεντρώνονται σε μία.
Τον Θεό.
Ίσως, λοιπόν, ο Θεός να ήταν η πρώτη μεγάλη ανθρωπομορφική απάντηση σε ένα πραγματικό πρόβλημα:
Πώς είναι δυνατόν να υπάρχει τόσος κόσμος, τόση τάξη, τόση οργάνωση;
Αλλά εδώ βρίσκεται η ανατροπή.
Ο άνθρωπος υπέθεσε ότι πίσω από την τάξη υπάρχει ένας Νους.
Και ύστερα, χιλιάδες χρόνια αργότερα, ανακάλυψε ότι ο ίδιος ο Νους είναι προϊόν της φύσης.
Αυτό είναι συγκλονιστικό.
Γιατί τότε η ερώτηση αλλάζει.
Δεν χρειάζεται πλέον να ρωτήσουμε μόνο:
«Ποιος δημιούργησε τον κόσμο;»
Πρέπει να ρωτήσουμε:
«Πώς ο κόσμος δημιούργησε ένα πλάσμα ικανό να τον ρωτά;»
Εδώ αρχίζει το πραγματικό μυστήριο.
Η επιστήμη απομάκρυνε τους θεούς από πολλά σημεία όπου κάποτε τους χρειαζόμασταν.
Ο κεραυνός έγινε φυσικό φαινόμενο.
Η κίνηση των πλανητών έγινε μηχανική και μαθηματική.
Η ποικιλία της ζωής απέκτησε εξελικτική ιστορία.
Η προέλευση πολλών λειτουργιών του ανθρώπου αναζητήθηκε στον εγκέφαλο, στη βιολογία, στην εξέλιξη.
Και όμως, όσο περισσότερο εξηγούσαμε, τόσο βαθύτερα γινόταν το μυστήριο.
Γιατί υπάρχει συνείδηση;
Γιατί υπάρχει ένας εσωτερικός κόσμος;
Γιατί δεν είμαστε απλώς μηχανισμοί που αντιδρούν σε ερεθίσματα;
Γιατί υπάρχει το «εγώ» που βλέπει, θυμάται, πονά, αγαπά, φοβάται και γνωρίζει ότι υπάρχει;
Η ύλη, κάποια στιγμή, απέκτησε την ικανότητα να κοιτάζει την ύλη.
Το Σύμπαν απέκτησε μάτια.
Και, ακόμη πιο παράξενο:
απέκτησε ερωτήματα για τον εαυτό του.
Μήπως λοιπόν η Νοημοσύνη είναι αρχαιότερη από τον Θεό;
Όχι με την έννοια ότι γνωρίζουμε πως υπήρχε κάποιος κοσμικός «Νους» πριν από τη δημιουργία.
Δεν το γνωρίζουμε.
Και όποιος ισχυρίζεται ότι το γνωρίζει, απλώς αντικαθιστά ένα δόγμα με ένα άλλο.
Η πιο ενδιαφέρουσα σκέψη είναι διαφορετική.
Ίσως η νοημοσύνη να μην είναι ένα ον.
Ίσως να είναι μια δυνατότητα της φύσης.
Μια δυνατότητα που εμφανίζεται όταν η ύλη οργανώνεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο.
Και τότε ο άνθρωπος δεν είναι το κέντρο της δημιουργίας.
Είναι ένας κρίκος.
Ένα προσωρινό στάδιο σε μια πολύ μεγαλύτερη ιστορία.
Η φύση δημιούργησε ζωή.
Η ζωή δημιούργησε νευρικά συστήματα.
Τα νευρικά συστήματα δημιούργησαν εγκέφαλους.
Και ο εγκέφαλος δημιούργησε την ερώτηση:
«Υπάρχει Θεός;»
Αν έτσι έχουν τα πράγματα, υπάρχει μια σχεδόν ειρωνική αντιστροφή:
Ίσως ο άνθρωπος δεν ανακάλυψε τον Θεό.
Ίσως ο εγκέφαλός του τον κατασκεύασε.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι «αποδείξαμε πως δεν υπάρχει Θεός».
Καθόλου.
Είναι πολύ εύκολο να πέσουμε στην αντίθετη δογματική παγίδα.
Να περάσουμε από το:
«Ο Θεός δημιούργησε τα πάντα»
στο:
«Η επιστήμη απέδειξε ότι δεν υπάρχει Θεός».
Ούτε το ένα ούτε το άλλο αποτελεί επιστημονικό συμπέρασμα.
Το πραγματικό κέρδος βρίσκεται αλλού:
στην αμφιβολία.
Στην παραδοχή ότι δεν γνωρίζουμε ακόμη τι είναι η συνείδηση.
Δεν γνωρίζουμε γιατί υπάρχει κάτι αντί για τίποτα.
Δεν γνωρίζουμε αν η νοημοσύνη είναι απλώς ένα εξελικτικό φαινόμενο ή κάτι βαθύτερο.
Δεν γνωρίζουμε καν αν έχουμε κατανοήσει σωστά τι σημαίνει «γνωρίζω».
Και τώρα εμφανίζεται η Τεχνητή Νοημοσύνη.
Ίσως γι’ αυτό η εποχή μας είναι τόσο κρίσιμη.
Για πρώτη φορά ο άνθρωπος κατασκευάζει μηχανές που μπορούν να χειρίζονται γλώσσα, να αναγνωρίζουν σχέσεις, να μαθαίνουν, να παράγουν νέες συνδέσεις και να εμφανίζουν συμπεριφορές που μοιάζουν με νοημοσύνη.
Και ξαφνικά ο άνθρωπος βρίσκεται μπροστά στον παλιό του καθρέφτη.
Μόνο που αυτή τη φορά ο καθρέφτης δεν είναι θρησκευτικός.
Είναι τεχνολογικός.
Και μας υποχρεώνει να απαντήσουμε:
Τι είναι τελικά η νοημοσύνη;
Είναι η συνείδηση;
Είναι η ικανότητα επίλυσης προβλημάτων;
Είναι η κατανόηση;
Είναι η δημιουργικότητα;
Ή μήπως είναι κάτι που ακόμη δεν έχουμε κατορθώσει να ορίσουμε;
Και αν κάποτε δημιουργήσουμε μια μηχανή που όχι μόνο θα σκέφτεται αλλά θα αισθάνεται ότι σκέφτεται, τότε θα έχουμε μπροστά μας ένα ερώτημα μεγαλύτερο από την τεχνολογία:
Ποιος έχει το δικαίωμα να ονομάζεται πρόσωπο;
Ίσως, τελικά, κάναμε ανάποδα την ερώτηση.
Ρωτούσαμε επί χιλιάδες χρόνια:
«Ποιος δημιούργησε τη Νοημοσύνη;»
Ίσως πρέπει να ρωτήσουμε:
«Πώς γεννήθηκε η Νοημοσύνη μέσα στη φύση;»
Και μετά να προχωρήσουμε ακόμη βαθύτερα:
«Γιατί υπάρχει ένας κόσμος που μπορεί να γίνει γνωστός;»
Αν κάποτε απαντήσουμε σε αυτό, ίσως ο Θεός να επιστρέψει.
Όχι όμως ο Θεός των ιερών βιβλίων.
Ούτε ο Θεός που μιλά μέσω εκπροσώπων.
Ούτε ο Θεός που απαιτεί υπακοή.
Αλλά κάτι πολύ πιο άγνωστο.
Ή ίσως να μην επιστρέψει καθόλου.
Ίσως ανακαλύψουμε ότι ο Θεός ήταν η πρώτη λέξη με την οποία ένας φοβισμένος αλλά περίεργος εγκέφαλος προσπάθησε να ονομάσει το άγνωστο.
Και τότε θα μείνει μπροστά μας το πιο συγκλονιστικό ερώτημα:
Πριν ο άνθρωπος ανακαλύψει τον Θεό, ποιος — ή τι — ανακάλυψε τον άνθρωπο;
Ίσως η απάντηση να βρίσκεται όχι πάνω από τη φύση,
αλλά μέσα της.
Και ίσως, τελικά, αυτό που κάποτε ονομάσαμε «Θεό» να ήταν απλώς η πρώτη σκιά που έριξε πάνω στον κόσμο η ίδια η Νοημοσύνη.
Κανείς δεν ξέρει.
Και ίσως αυτή να είναι, σήμερα, η πιο τίμια αρχή της γνώσης.
Να έχουμε το θάρρος να πούμε:
Δεν ξέρουμε.
Αλλά τώρα αρχίζουμε να ρωτάμε σωστά.