“Πρώτα, παιδί  μου, είναι η βούληση του Θεού και μετά τ ΄ ανθρώπου» 

Θα  πω μια ιστορία  που νομίζω πως άκουσα  από τον παππού  στα παιδικά μου χρόνια .  ΄Ομως, έτσι όπως πραγματικότητα και φαντασία  δε διαθέτουν ευδιάκριτα όρια εκείνα τα όμορφα χρόνια- και φαντάζομαι  όχι μόνο στη δική μου παιδική φαντασιακή- ή πραγματική αντίληψη των πραγμάτων-   δεν ορκίζομαι κιόλας πως δεν  έβγαλα τη μισή  από το μυαλό μου. Αλλά  και πάλι ,γιατί  να μην είναι αλήθεια;  Από τις χιλιάδες ιστορίες που άκουσα παιδί και έφηβος από το μέγα παραμυθά  και τροφοδότρια της δικής μου όμοιας δεξαμενής, το     γέρο Νικολάκη τον Μάλλιο ,  δεν μπορεί,  κάποιες θα είναι και αλήθεια. Ο ίδιος θύμωνε, αν του  έφερνες αντίρρηση για του λόγου του  το αναληθές .Και αντέτεινε πάραυτα  «επί τω λόγω τιμής»  του πως    “δεν έβγαλ το σχολαρχείο, για  να   μη  σέβεμαι   και να μην  υπηρετώ  αλήθεια και επιστήμη”!      

 Ας είναι. Τουλάχιστον , «βάζω το χέρι στο  ευαγγέλιο»  για την ακρίβεια  κάποιων  γεγονότων  και ανάμεσά τους  για τα ονόματα, τις  τοποθεσίες , τους καιρούς  που συνέβησαν    και ασφαλώς  για  όσα  μολογάγανε πως  γίνανε έτσι   κι  άλλοι  συντοπίτες. 

Να πούμε , λοιπόν ,την ιστορία  του   Θανάση,   που   έγινε μεγάλος και τρανός   στην Αμερική. Δούλεψε στην αρχή και κάποια χρόνια μετά  με την περίφημη   «Μαύρη Χείρα», την ιταλική   μαφία,   ακόμα τότε  στα σκαριά.  ΄Υστερα έφυγε από τους Τσιστιλιάνους, αλλά με “συμφωνίες κυρίων”  και   έφτιαξε τι  δική του «φαμίλια»,  αποκλειστικά με ΄Ελλληνες μαφιόζους, συγγενείς μεταξύ τους,  γαμπρούς ,   βαφτιστήρια ,  κουμπάρους.   Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία  που δεν αφορά τη δικιά  μας εδώ.    

  «Μπρούκλη»   τον φωνάζαν πια στην Ανδρίτσαινα, όταν χρόνια μετά , δεκαετία του ‘ 60,  γύρισε για  να πεθάνει στον τόπου του.  Κανείς δεν τολμούσε να τον πει  Θανάση, εκτός αν ήτανε για λογοπαίγνιο,  τον  προσφωνούσαν   τιμητικά και  «Ωνάση» ,για να  κάνει ρίμα με το όνομα.

 Αλλά, θα πεις:  Συνηθισμένες ιστορίες Ελλήνων από τη μια ως την άλλη άκρη της μικρής χώρας εκείνα τα μαύρα χρόνια ,αρχές του προηγούμενου αιώνα που έφευγαν …μπουλουκηδόν   μετανάστες για την Αμερική  για να γλυτώσουν από  τη δεινή φτώχεια, τους πολέμους ,  την  αβεβαιότητα των καιρών. Τί το περίεργο στην ιστορία του Θανάση ή «Ωνάση» ή του Μπρούκλη» από τα δικά σας μέρη; ΄Ελα, ντε. Δώσε προσοχή, να μπει και ο αφηγητής στο θέμα,  που όλο το γυροφέρνει και θα καταλάβεις.  Το “ζουμί” της  Ιστορίας, όμως, θα μοιραστούμε  αύριο. Και δε θα είναι δικό μας «κέρασμα»,  αλλά της Διοτίμας. Εμείς σήμερα ,απλώς, θα βάλουμε την όρεξη. «Ες αύριον τα σπουδαία».   

   Ηταν , που λες,  ο  Θανάσης να   ταξιδέψει με τον Τιτανικό. Ο  αδερφός  του,  λίγα χρόνια πριν,  φευγάτος και τούτος  από τον Αγιο  Σώστη- ένα καστανοχώρι δίπλα  στο Ναό του Επικούρειου,  Απόλλωνα και ένα «τσιγάρο δρόμος» από  την Αμπελιώνα,   χωριό  καταγωγής τούτο του μεγάλου και πρωτοποριακού  σκηνοθέτη   Θεόδωρου Αγγελόπουλου , του είχε αγοράσει εισιτήριο για να τον «πάρει πέρα», όπως ήταν τότε το συνήθειο ο ΄Ελληνας  μετανάστης  στην Αμερική κείνα τα χρόνια να στέλνει πρόσκληση σε  αδέρφια και ξαδέρφια    για τους πάρει  και τούτους στη νέα ήπειρο που έβρισκες  τα δολάρια στο δρόμο.

Στον Πειραιά που κατάληξε καμιά  βδομάδα πιο μπροστά ,  για να πάρει το καράβι να φτάσει Σαουθάμπτον  που θα αναχωρούσε  ο Τιτανικός στις 10 Απρίλη του 1912  για το παρθενικό του ταξίδι, κοιμόταν στο λιμάνι μέχρι να έρθει η μέρα να φύγει.  Τις άλλες  ώρες     γύριζε ρεμάλι στην πολύβουη  πόλη, έτρωγε   όπου  έβρισκε κανένα αποφάγι από τα άδεια τραπέζια  στις ταβέρνες , κατέβαζε μονορούφι, αν είχε περισσέψει στα ποτήρια   κάνα δράμι κρασί  και  σαν σουρούπωνε μαζευόταν  με τα άλλα αλάνια και κοιμόταν  του καλού καιρού  όπου  έβρισκε στα καλντερίμια γύρω στρη  φασαριόζικη περιοχή.      

    Το   τελευταίο βράδυ, είχε πέσει  από νωρίς   σε μια παρέα μεθυσμένων  έχηδων που τα πίνανε   στα “Βούρλα” στη Δραπετσώνα. Τους  παραφύλαγε ο Θανάσης για ώρα  και όταν  σηκωθήκαν τούτοι να πάνε στις πουτάνες, που έκαναν πιάτσα παραπέρα,  την  «πέτσωσε καλά»  με κοψίδια που είχαν απομείνει στα πιάτα      και στράγγισε  μια ολόκληρη κανάτα κρασί που είχαν αφήσει ανέγγιχτη οι Κογιόνηδες  στο τραπέζι.

  Στο δρόμο του γυρισμού  για το λιμάνι ,ολόκληρη πεζοπορία ,       μια γρια τσιγγάνα,  πού   όπως ο ίδιος μολόγαγε μετά,  βρέθηκε μπροστά του από το πουθενά, τον   ζύγωσε τον έπιασε «καλά του καθημένου» από το μπράτσο, τον κάρφωσε  με κάτι μάτια πού στο σκοτάδι μοιάζανε αναμμένα κάρβουνα  «κοίτα Θανάση», του λέει αυστηρά,  «μη φύγεις αύριο, γιατί  το εγγλέζικο καράβι που πας να πάρεις,  μεσοπέλαγα  θα βουλιάξει». Τούτο είπε μόνο, και όπως ήρθε έτσι  εξαφανίστηκε από μπροστά του. Τουλάχιστον  αυτό θυμόταν το πρωί που ξύπνησε με το κεφάλι καζάνι από το  χτεσινοβραδινό πιόμα  και τη βουή του πλήθους, που  ήδη είχε αρχίσει να επιβιβάζεται  στο πλοίο  για το ταξίδι.

΄Εμεινε   με  τα αγουροξυπνημένα  μάτια  να κοιτάζει θαμπά   τον κόσμο που έμπαινε και με το θολωμένο του μυαλό την ίδια ώρα πήρε  την απόφαση να υπακούσει στη μοίρα του. ΄Ετσι, όπως ως αγγελιοφόρος του θεού  του τη φανέρωσε η γριά τσιγγάνα με το βλέμμα της φωτιάς στο χτεσινό του όνειρο ή το ξύπνιο. Το μόνο που δεν μπορούσε να διευκρινίσει ήταν αυτό. Αλλιώς η απόφαση είχε παρθεί.

 Δεν μπήκε ποτέ στο καράβι που  θα τον πήγαινε  στο Σαουθάμπτον να πάρει τον Τιτανικό, που  βούλιαξε λίγο μετά  από εκείνο το πρωί  στον Πειραιά, όταν ο Θανάσης ή «Ωνάσης» ή Μπρούκλης» αποφάσισε να υποταχτεί στη μοίρα του, όπως το ταραγμένο του μυαλό τον είχε  διαβεβαιώσει πως ήταν η σωστή απόφαση.