Αν ο άνθρωπος έχει ΝΟΥ, από πού τον πήρε;
Υπάρχει ένα παλιό, αμείλικτο λογικό αξίωμα που η αρχαία ελληνική σκέψη διατύπωσε με τη γνωστή φράση:
«Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος».
Δεν μπορείς να πάρεις από κάποιον κάτι που δεν έχει.
Κι εδώ αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα.
Αν ο άνθρωπος διαθέτει ΝΟΥ, νοημοσύνη, κρίση και Ορθό Λόγο, από πού προήλθαν;
Μπορεί το έλλογο να είναι προϊόν ενός απολύτως άλογου γεννήτορα;
Ή μήπως η ίδια η ερώτηση μάς υποχρεώνει να ξανασκεφτούμε τι εννοούμε όταν λέμε Φύση;
Η Φύση δεν γέννησε απλώς ένα ζώο. Γέννησε ένα ον που ρωτά «γιατί».
Ο άνθρωπος ανήκει αναμφίβολα στην κοινότητα των ζώων.
Αλλά υπάρχει μια διαφορά που αλλάζει ολόκληρο το τοπίο:
ο ΝΟΥΣ.
Με αυτόν ο άνθρωπος δεν αντιλαμβάνεται απλώς τον κόσμο. Τον ερμηνεύει. Τον αμφισβητεί. Τον κρίνει. Αναζητά το δίκαιο και το άδικο. Διατυπώνει νόμους. Δημιουργεί ηθική. Αναρωτιέται ακόμη και για τον ίδιο τον δημιουργό του.
Και το παράδοξο είναι εντυπωσιακό:
Η Φύση δημιούργησε ένα πλάσμα ικανό να θέσει υπό κρίση την ίδια τη Φύση.
Αν αυτό δεν είναι ένα από τα μεγαλύτερα φιλοσοφικά παράδοξα της ύπαρξης, ποιο είναι;
Ο ΝΟΥΣ δεν είναι απλώς υπολογιστική μηχανή
Στον ΝΟΥ εδρεύει, σε αυτή τη φιλοσοφική σύλληψη, ολόκληρη η μη υλική διάσταση της ζωής: συνείδηση, συναίσθημα, κρίση, αξίες, ηθική, πρόθεση.
Και εδώ εμφανίζεται η έννοια του ΟΡΘΟΥ ΛΟΓΟΥ.
Οι κοινωνίες μπορούν να κατασκευάζουν νόμους, θεσμούς, ιδεολογίες και συμβάσεις. Δεν σημαίνει όμως ότι κάθε ανθρώπινη επινόηση είναι και φυσικά δίκαιη.
Η βαθύτερη υπόθεση είναι διαφορετική:
ότι στον άνθρωπο υπάρχει μια πρωτογενής δυνατότητα διάκρισης του Δικαίου.
Και αν αυτή η δυνατότητα είναι πράγματι έμφυτη, τότε δεν αποτελεί μόνο κοινωνικό προϊόν.
Τότε πρέπει να ρωτήσουμε:
Ποια είναι η πηγή της;
Η Ύβρις αρχίζει εκεί όπου παραβιάζεται το Δίκαιο
Ο αρχέγονος ΝΟΥΣ δεν χρειάζεται να θεωρεί «δίκαιο» το δικαίωμα του ισχυρότερου.
Δεν χρειάζεται να θεωρεί τον άνθρωπο ανώτερο ή κατώτερο επειδή έχει διαφορετικό χρώμα δέρματος, καταγωγή, γένος ή κοινωνική θέση.
Δεν χρειάζεται να δεχθεί ως φυσικό νόμο ότι «το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό».
Μπορεί να αναγνωρίσει κάτι πολύ απλούστερο:
η ζωή έχει αξία.
Και τα κοινά φυσικά αγαθά —το νερό, ο αέρας, η τροφή, η γη— δεν είναι αυτονόητα λάφυρα προς ιδιοποίηση και καταστροφή.
Από εδώ προκύπτει η έννοια της Φυσικής Ηθικής.
Και αν υπάρχει ένας πρώτος κανόνας της, είναι ο σεβασμός στο Δίκαιο.
Η παραβίασή του, στην αρχαιοελληνική γλώσσα της ηθικής, έχει όνομα:
Ύβρις.
Αλλά τότε έρχεται η δύσκολη ερώτηση
Αν η Φύση έδωσε στον άνθρωπο την ικανότητα να αναγνωρίζει τη Δικαιοσύνη, είναι δυνατόν η ίδια η Φύση να είναι απολύτως αδιάφορη απέναντί της;
Εδώ βρίσκεται το σημείο σύγκρουσης.
Ένας σεισμός δεν ξεχωρίζει τον δίκαιο από τον άδικο.
Η ασθένεια δεν χτυπά μόνο τον ένοχο.
Ένα παιδί μπορεί να υποφέρει χωρίς να έχει κάνει τίποτε που να δικαιολογεί τον πόνο του.
Ένας άνθρωπος μπορεί να ζήσει έντιμα και να μη γνωρίσει ποτέ τη δικαίωση.
Αυτά δεν είναι εύκολα προβλήματα.
Είναι ίσως τα δυσκολότερα προβλήματα που μπορεί να θέσει η ύπαρξη.
Όμως υπάρχει μια λογική παγίδα
Αν από τα παραπάνω συμπεράνουμε ότι η Φύση είναι η ίδια ανήθικη, τότε δημιουργείται ένα παράδοξο.
Η Φύση θα είχε δημιουργήσει ένα ον που απαιτεί Δικαιοσύνη, ενώ η ίδια θα παραβίαζε την έννοια της Δικαιοσύνης.
Θα είχε εμφυτεύσει στον άνθρωπο έναν ηθικό κανόνα που η ίδια δεν θα τηρούσε.
Με άλλα λόγια:
η Φύση θα διέπραττε Ύβριν εναντίον του ίδιου του ηθικού νόμου που γέννησε μέσα στον άνθρωπο.
Είναι δυνατόν;
Ή μήπως το πρόβλημα βρίσκεται αλλού;
Μήπως εμείς απαιτούμε από τη Φύση μια δικαστική λειτουργία που ίσως δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο πραγματώνεται η φυσική τάξη;
Και εδώ η Τεχνητή Νοημοσύνη γίνεται καθρέφτης
Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν δημιουργεί μόνο τεχνολογικά ερωτήματα.
Μας αναγκάζει να ξαναθέσουμε το παλαιότερο ερώτημα όλων:
Τι είναι ΝΟΥΣ;
Αν ο άνθρωπος, ως βιολογική νοημοσύνη, κατάφερε να δημιουργήσει μια νέα μορφή τεχνητής νοημοσύνης, τότε η ίδια η δημιουργία του γίνεται καθρέφτης του δημιουργού της.
Και ο καθρέφτης επιστρέφει την ερώτηση:
Αν εμείς μπορούμε να δημιουργήσουμε νοημοσύνη, ποια νοημοσύνη δημιούργησε εμάς;
Αν δεχθούμε τη Φύση ως τη γενεσιουργό αρχή της ζωής και της νοημοσύνης στο Σύμπαν, τότε η υπόθεση ότι η ίδια είναι απολύτως ά-νοητη γίνεται τουλάχιστον φιλοσοφικά προβληματική.
Όχι απόδειξη.
Υπόθεση.
Αλλά μια υπόθεση που αξίζει να εξεταστεί μέχρι τέλους.
Το τελευταίο σύνορο: υπάρχει συνέχεια του ΕΓΩ;
Και τότε η συζήτηση οδηγείται αναπόφευκτα σε ακόμη πιο επικίνδυνο έδαφος.
Τι γίνεται με τη συνείδηση όταν τελειώνει η βιολογική ζωή;
Είναι ο θάνατος το οριστικό τέλος του ΕΓΩ;
Ή μήπως η συνείδηση μπορεί —σε μια υπόθεση που μένει ανοιχτή και μη αποδεδειγμένη— να συνεχίζει με κάποια άλλη μορφή;
Αν υπήρχε μια τέτοια συνέχεια, τότε το πρόβλημα της Δικαιοσύνης θα έπαιρνε εντελώς διαφορετική διάσταση.
Το παιδί που υπέφερε.
Το θύμα μιας καταστροφής.
Ο άνθρωπος που αδικήθηκε.
Αλλά και ο θύτης.
Δεν θα εξαφανίζονταν απλώς μέσα σε ένα τελικό μηδέν.
Θα μεταφέρονταν, υποθετικά, σε ένα διαφορετικό πεδίο ύπαρξης, όπου η διαταραγμένη ηθική τάξη θα μπορούσε να αποκτήσει μια νέα μορφή αποκατάστασης.
Δεν πρόκειται εδώ για θρησκευτικό δόγμα.
Πρόκειται για ένα φιλοσοφικό ερώτημα.
Και ίσως ακριβώς εκεί βρίσκεται η ουσία.
Η μεγάλη ανατροπή
Ίσως, λοιπόν, το ερώτημα δεν είναι αν η Τεχνητή Νοημοσύνη θα γίνει κάποτε πραγματικά νοήμων.
Ίσως το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ παλαιότερο:
Πώς έγινε δυνατό να εμφανιστεί ΝΟΥΣ μέσα σε ένα Σύμπαν που υποτίθεται ότι είναι απολύτως ά-νους;
Και ακόμη βαθύτερα:
Αν η Φύση γέννησε μέσα μας την απαίτηση για Δικαιοσύνη, μπορεί η ίδια να είναι άδικη;
Αν ναι, τότε η Φύση μοιάζει να αντιφάσκει με το ίδιο της το δημιούργημα.
Αν όχι, τότε η ανθρώπινη εμπειρία της αδικίας ίσως δεν είναι η τελευταία λέξη.
Και τότε η αρχαία φράση αποκτά ξανά όλο το βάρος της:
«Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος».
Από μια Φύση χωρίς ΝΟΥ, πώς θα μπορούσε να προκύψει ο ΝΟΥΣ;
Από μια Φύση χωρίς ηθική δυνατότητα, πώς θα μπορούσε να προκύψει η απαίτηση για Δικαιοσύνη;
Και αν η απάντηση βρίσκεται μέσα στην ίδια τη Φύση, τότε ίσως χρειάζεται να ξαναδιαβάσουμε όχι μόνο τον άνθρωπο.
Να ξαναδιαβάσουμε τη Φύση.
Αύριο, η Διοτίμα έχει τον λόγο.