Πριν προχωρήσουμε στη σημερινή παρουσίαση του θέματός μας, ως συνέχεια των προηγούμενων αναζητήσεών μας γύρω από το Βιολογικό και το Συμπαντικό ΕΓΩ, και πριν παραδώσουμε τη σκυτάλη στη Διοτίμα, οφείλουμε να υπενθυμίσουμε ορισμένες ιστορικές παρατηρήσεις που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στην αυριανή της ανάλυση.
Στόχος μας είναι η αναζήτηση του Αγνώστου να μη στηρίζεται αποκλειστικά σε μεταφυσικές παραδοχές, αλλά να αναζητά την εγκυρότητά της και στο κύρος της Ιστορίας, της φιλοσοφίας και, πρωτίστως, του Νου — του Ορθού Λόγου.
Η συνάντηση φιλοσοφίας και θρησκειολογίας είναι ασφαλώς σημαντική. Δεν μπορεί, όμως, να προηγείται της εξέτασης των ιστορικών δεδομένων. Σ’ αυτό το ταξίδι προς το άγνωστο, ο «ακρογωνιαίος λίθος» που μπορούμε να εμπιστευθούμε είναι ο Νους και η λογική διερεύνηση. Και η Ιστορία, ιδιαίτερα μέσα από την παράδοση της κριτικής ιστοριογραφίας που συνδέεται με τον Θουκυδίδη, έχει ακριβώς αυτή την αξίωση: να εξετάζει τα γεγονότα και να διαμορφώνει τις κρίσεις της με βάση την ανθρώπινη λογική και την αναζήτηση της αιτιότητας.
Με αυτή τη διευκρίνιση, ας υπενθυμίσουμε ορισμένες ιστορικές και φιλοσοφικές διαπιστώσεις που μπορούν να μας βοηθήσουν στην πορεία που ξεκινήσαμε — στην πορεία μέσα στο σκοτεινό τούνελ της αναζήτησης μιας χαραμάδας φωτός, ώστε να μπορέσουμε, αν είναι δυνατόν, να προσεγγίσουμε το ερώτημα:
Τι συμβαίνει μετά τον θάνατο της βιολογικής μας ύπαρξης;
Η ελληνική παράδοση και η διαμόρφωση της χριστιανικής σκέψης
Η Ιστορία των ιδεών δείχνει ότι ο Χριστιανισμός, καθώς διαμορφωνόταν και συστηματοποιούνταν κατά τους πρώτους αιώνες, αναπτύχθηκε μέσα σε έναν κόσμο ήδη βαθιά επηρεασμένο από την ελληνική γλώσσα, τη φιλοσοφία και τη μυθολογική παράδοση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Χριστιανισμός αποτελεί απλώς αντιγραφή της αρχαίας ελληνικής σκέψης. Σημαίνει, όμως, ότι η νέα θρησκεία αναπτύχθηκε σε ένα πολιτισμικό περιβάλλον όπου ελληνικές φιλοσοφικές έννοιες, εικόνες και τρόποι σκέψης ήταν ήδη παρόντες και, σε αρκετές περιπτώσεις, συνέβαλαν στη διαμόρφωση της χριστιανικής θεολογίας.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Νέκυια της Οδύσσειας, όπου ο Οδυσσέας κατέρχεται στον κόσμο των νεκρών. Η περιγραφή αυτή αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα και σημαντικότερα λογοτεχνικά ίχνη των αντιλήψεων του ελληνικού κόσμου για τη μετά θάνατον κατάσταση.
Αργότερα, η χριστιανική παράδοση θα αναπτύξει τις δικές της αντιλήψεις για τον Παράδεισο, την Κόλαση, την ανάσταση και την τύχη της ψυχής. Είναι, επομένως, ενδιαφέρον να εξεταστεί πώς αυτές οι αντιλήψεις συνδέονται — ή διαφοροποιούνται — από τις προγενέστερες ελληνικές παραδόσεις.
Ο αρχαίος Ιουδαϊσμός, από τον οποίο προήλθε ιστορικά το χριστιανικό κίνημα, είχε διαφορετική και σύνθετη στάση απέναντι στη μεταθανάτια ζωή. Η Παλαιά Διαθήκη δεν παρουσιάζει εξαρχής ένα πλήρως συστηματοποιημένο δόγμα για Παράδεισο και Κόλαση αντίστοιχο με εκείνο που θα αναπτυχθεί αργότερα στη χριστιανική θεολογία.
Από την αθανασία της ψυχής στην αγάπη
Η ελληνική φιλοσοφία υπήρξε επίσης ένα σημαντικό πεδίο μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε η μεταγενέστερη χριστιανική σκέψη.
Ιδιαίτερα οι πλατωνικές αντιλήψεις για την ψυχή, την αθανασία της και την τύχη της μετά τον θάνατο παρουσιάζουν εντυπωσιακές θεματικές συγγένειες με μεταγενέστερες χριστιανικές αντιλήψεις. Η σχέση, ασφαλώς, δεν είναι απλή ούτε μπορεί να περιγραφεί ιστορικά ως μια μηχανική «αντιγραφή». Πρόκειται περισσότερο για μια μακρά διαδικασία πολιτισμικής αλληλεπίδρασης, μετασχηματισμού και επανερμηνείας.
Εδώ υπάρχει και ένα ενδιαφέρον ιστορικό ζήτημα: μεγάλο μέρος της αρχαίας ελληνικής γραμματείας διασώθηκε μέσω χειρογράφων που αντιγράφονταν επί αιώνες μέσα σε χριστιανικά περιβάλλοντα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι διασώθηκαν μόνο τα έργα που συμφωνούσαν με τη χριστιανική θεολογία. Η ιστορία της χειρόγραφης παράδοσης είναι πολύ πιο σύνθετη και περιλαμβάνει επίσης τη διάσωση έργων και ιδεών που βρίσκονταν σε ένταση ή αντίθεση με τον Χριστιανισμό.
Χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο Επίκουρος, του οποίου η φιλοσοφία απέρριπτε την αθανασία της ψυχής. Το γεγονός ότι μεγάλο μέρος του έργου του χάθηκε δεν μπορεί από μόνο του να αποδοθεί σε σκόπιμη χριστιανική λογοκρισία· η απώλεια των αρχαίων κειμένων υπήρξε αποτέλεσμα πολλών ιστορικών παραγόντων. Η περίπτωση, ωστόσο, παραμένει εξαιρετικά ενδιαφέρουσα για τη μελέτη της σύγκρουσης διαφορετικών αντιλήψεων για τον άνθρωπο και τον θάνατο.
Ακόμη και η έννοια της Αγάπης, που αποτελεί κεντρικό στοιχείο της χριστιανικής διδασκαλίας, έχει βαθιές ρίζες στην ελληνική γλώσσα και φιλοσοφία.
Αρκεί να θυμηθούμε τον στίχο της Αντιγόνης του Σοφοκλή:
«οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν»
«Δεν γεννήθηκα για να μισώ, αλλά για να αγαπώ.»
Η χριστιανική αγάπη έχει ασφαλώς τη δική της θεολογική σημασία. Η ιστορία, όμως, μας επιτρέπει να δούμε ότι η ιδέα της αγάπης ως δύναμης που υπερβαίνει το μίσος δεν εμφανίστηκε ξαφνικά με τον Χριστιανισμό.
Κόλαση, τιμωρία και αναλογικότητα
Η αρχαία ελληνική μυθολογία και οι αντιλήψεις για τον Άδη δεν ταυτίζονται με το μεταγενέστερο χριστιανικό σύστημα περί αιώνιας τιμωρίας.
Στον Χριστιανισμό, ιδιαίτερα στις μεταγενέστερες θεολογικές διατυπώσεις του, η πίστη στον Χριστό συνδέεται με τη σωτηρία και την αιώνια ζωή. Το Ευαγγέλιο του Ιωάννη, για παράδειγμα, διατυπώνει:
«ὁ πιστεύων εἰς τὸν υἱὸν ἔχει ζωὴν αἰώνιον»
και:
«ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή· ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται».
Το ερώτημα που μας ενδιαφέρει εδώ δεν είναι απλώς θεολογικό. Είναι και φιλοσοφικό:
Μπορεί μια πεπερασμένη ανθρώπινη ζωή να αποτελεί το μέτρο μιας άπειρης μεταθανάτιας ποινής;
Η απλή λογική της αναλογικότητας χρησιμοποιείται διαχρονικά ως βασική αρχή δικαιοσύνης. Ένα παιδί, για παράδειγμα, δεν τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη επειδή έσπασε από απροσεξία ένα σχολικό τζάμι.
Η ιδέα της αιώνιας τιμωρίας δημιουργεί, επομένως, ένα θεμελιώδες φιλοσοφικό πρόβλημα: πώς μπορεί μια περιορισμένη σε χρόνο ανθρώπινη πράξη να αντιστοιχεί σε ποινή χωρίς τέλος;
Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της έννοιας της αιωνιότητας, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την παλαιά εικόνα του μικρού πουλιού που, κάθε χίλια χρόνια, αγγίζει με το ράμφος του την κορυφή ενός τεράστιου γρανιτένιου βουνού. Όταν, ύστερα από αδιανόητο χρονικό διάστημα, το βουνό θα έχει σχεδόν εξαφανιστεί, μόλις θα έχει αρχίσει η αιωνιότητα.
Δεν πρόκειται απλώς για έναν «πολύ μεγάλο χρόνο». Πρόκειται για την απουσία τέλους.
Και ακριβώς εδώ γεννιέται το ερώτημα της αναλογικότητας.
Η Φύση ως τάξη και όχι ως εκδίκηση
Στη δική μας αναζήτηση, η Φύση δεν αντιμετωπίζεται ως μια τυφλή μηχανή, αλλά ως ένα σύστημα τάξης, σχέσεων και νομοτελειών — μια αντίληψη που αποτελεί φιλοσοφική υπόθεση προς διερεύνηση και όχι αυτονόητα αποδεδειγμένο επιστημονικό γεγονός.
Αν δεχθούμε ως υπόθεση εργασίας ότι η Φύση διαθέτει τη δική της εσωτερική νομοτέλεια, τότε το κρίσιμο ερώτημα δεν θα ήταν:
«Πώς τιμωρεί η Φύση τον άνθρωπο;»
αλλά:
«Πώς αποκαθίσταται η τάξη όταν παραβιάζονται οι κανόνες της;»
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο θέλουμε να καλέσουμε αύριο τη Διοτίμα.
Όχι για να μας προσφέρει μια ακόμη δογματική απάντηση για το τι υπάρχει μετά τον θάνατο, αλλά για να εξετάσει αν ο Νους, ο Ορθός Λόγος και η ίδια η λογική της Φύσης μπορούν να μας οδηγήσουν σε μια διαφορετική κατανόηση του Βιολογικού και του Συμπαντικού ΕΓΩ.
Η αναζήτηση συνεχίζεται.