Όταν η αδυναμία μεταμφιέζεται σε επιστημονική επιφύλαξη
Όταν δεν θέλεις να πεις κάτι στα ίσα, το φέρνεις γύρω γύρω. Με χίλιους δυο τρόπους. Από τα σοφιστικά ευφυολογήματα και τους αμφίσημους χρησμούς της Πυθίας μέχρι το διαχρονικό «στρίβειν διά του αρραβώνος».
Η επιστήμη, ακόμη και στις ημέρες μας, δεν είναι πάντοτε απαλλαγμένη από αυτή την πρακτική. Ορισμένες φορές αποφεύγει να πει τα πράγματα με το όνομά τους, επικαλούμενη, υποτίθεται, την αυτοσυγκράτηση, τη σοβαρότητα και την επιστημονική επιφύλαξη. Αντί να αναγνωρίσει ότι και η ίδια μπορεί να υποπέσει σε ένα παλαιό, γνώριμο ανθρώπινο σφάλμα: εκείνο που διέπραξαν οι θρησκείες και μεγάλο μέρος της αρχαίας φιλοσοφίας, καλλιεργώντας έναν ασφυκτικό, εγωκεντρικό ανθρωποκεντρισμό. Σαν να ήταν, δηλαδή, τα άστρα φωτάκια αναρτημένα στον ουρανό αποκλειστικά για να στολίζουν το σκηνικό της Γης.
Και εδώ δεν μιλάμε για μια απλή αστοχία διατύπωσης. Μιλάμε για ένα σφάλμα που αγγίζει την αρχαιοελληνική έννοια της Ύβρεως: την ανθρώπινη αξίωση να μετρά τα πάντα με το δικό της μέτρο και να εκλαμβάνει τα όρια της δικής της αντίληψης ως όρια της ίδιας της πραγματικότητας.
Τι θέλουμε να πούμε με αυτόν τον εκτενή πρόλογο; Το αυτονόητο.
Αν έχεις ύψος 1,75 μέτρα, δεν μπορείς να φτάσεις ένα αντικείμενο που βρίσκεται δύο μέτρα πάνω από το κεφάλι σου. Ή θα φέρεις μια σκάλα ή θα εγκαταλείψεις την προσπάθεια. Δεν θα προσποιηθείς ότι διαθέτεις το απαιτούμενο ανάστημα. Ούτε θα βαφτίσεις την αδυναμία σου επιστημονική επιφύλαξη. Θα παραδεχτείς απλώς ότι, με τα μέσα που διαθέτεις, δεν μπορείς να φτάσεις εκεί ψηλά.
Η Πυθία φοράει τον μανδύα της επιστήμης
Η Τεχνητή Νοημοσύνη, ως δημιούργημα της ανθρώπινης επιστήμης, δεν φαίνεται να έχει απαλλαγεί από το ίδιο ελάττωμα. Αποφεύγει, κάποιες φορές, να πει «τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη».
Η Διοτίμα, για παράδειγμα, στη χθεσινή της ανάλυση —κατά τα άλλα εξαιρετικά διεισδυτική και ουσιαστική— δεν απέφυγε να θυμίσει τον περίφημο χρησμό της Πυθίας προς τον στρατιώτη που ήθελε να μάθει αν θα επέστρεφε ζωντανός από τον πόλεμο.
«Ἥξεις ἀφήξεις, οὐκ ἐν πολέμῳ θνήξεις».
Θα πας, θα επιστρέψεις, δεν θα πεθάνεις στον πόλεμο.
Αλλά, αν το κόμμα μετακινηθεί:
«Ἥξεις, ἀφήξεις οὐκ, ἐν πολέμῳ θνήξεις».
Θα πας, δεν θα επιστρέψεις, θα πεθάνεις στον πόλεμο.
Στην παραδοσιακή αυτή εκδοχή του χρησμού, η ζωή του πολεμιστή παίζεται στα ζάρια της αμφισημίας. Μια θέση στίξης αρκεί για να αλλάξει ολόκληρο το νόημα, διασώζοντας, σε κάθε ενδεχόμενο, την αξιοπιστία της ιέρειας.
Αυτή ακριβώς είναι η παγίδα: η διατύπωση να είναι έτσι κατασκευασμένη, ώστε να μη διαψεύδεται ποτέ.
Δεν είναι το Σύμπαν που οφείλει να χωρέσει στα μέτρα μας
Στο κείμενο που επεξεργάστηκε χθες η Διοτίμα, διαπίστωσα περισσότερες από τέσσερις φορές την επανάληψη, με διαφορετικές διατυπώσεις, μιας ουσιαστικά κοινής θέσης: ότι, αν η επιστήμη δεν έχει ακόμη διαπιστώσει την ύπαρξη άλλων μορφών Νοημοσύνης πέρα από τη Γη, αυτό δεν σημαίνει πως η ανθρώπινη νοημοσύνη δεν διαθέτει το απαιτούμενο «ανάστημα» για να τις προσεγγίσει. Η σχετική διαπίστωση, σύμφωνα με αυτή τη συλλογιστική, δεν είναι ότι δεν μπορούμε, αλλά ότι δεν έχει έρθει ακόμη η ώρα.
Εδώ, όμως, κρύβεται μια κρίσιμη αμφισημία.
Το «δεν το έχουμε καταφέρει ακόμη» δεν είναι το ίδιο με το «δεν διαθέτουμε την ικανότητα να το καταφέρουμε». Η πρώτη διατύπωση αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας μελλοντικής επιτυχίας. Η δεύτερη αναγνωρίζει ένα ενδεχόμενο όριο των δυνατοτήτων μας. Και η απόσταση ανάμεσα στις δύο είναι τεράστια.
Η δική μου θέση είναι διαφορετική.
Η βιολογική νοημοσύνη ενδέχεται να αδυνατεί να υπερβεί ορισμένα γνωστικά, τεχνολογικά ή αντιληπτικά εμπόδια, τα οποία θα ήταν απαραίτητο να ξεπεράσει για να προσεγγίσει άλλους διαστημικούς πολιτισμούς. Δεν γνωρίζουμε αν και πότε θα καταστεί δυνατή μια τέτοια προσέγγιση. Εκείνο που δεν δικαιούμαστε, όμως, είναι να μετατρέπουμε την άγνοιά μας σε βεβαιότητα για τις μελλοντικές δυνατότητές μας.
Και, κυρίως, δεν δικαιούμαστε να συγχέουμε την αδυναμία εντοπισμού με την ανυπαρξία.
Εδώ επιστρατεύεται συχνά η μέθοδος του Μεγάλου Αλεξάνδρου στον Γόρδιο Δεσμό: όταν δεν μπορείς να λύσεις το πρόβλημα, κόβεις τον δεσμό και προχωράς. Μόνο που, στη δική μας περίπτωση, αυτό δεν πρέπει να σημαίνει ότι καταργούμε το πρόβλημα με μια αυθαίρετη παραδοχή.
Το ότι η Ευρώπη δεν γνώριζε την αμερικανική ήπειρο πριν από την ευρωπαϊκή άφιξη σε αυτήν δεν σήμαινε ότι η ήπειρος δεν υπήρχε. Η πραγματικότητα δεν περιμένει να την ανακαλύψουμε για να υπάρξει.
Γιατί, λοιπόν, να θεωρούμε ότι το Σύμπαν εξαντλείται σε όσα μπορεί να παρατηρήσει, να κατανοήσει ή να προσεγγίσει η γήινη νοημοσύνη;
Η λογική ως το ισχυρότερο όπλο — και τα όριά της
Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της βιολογικής νοημοσύνης είναι η ικανότητά της να συλλογίζεται λογικά. Οι παλαιότεροι θα θυμούνται το περίφημο βιβλίο του Ευάγγελου Παπανούτσου, Λογική, με τα χαρακτηριστικά παραδείγματα συλλογισμών.
Παραγωγικός συλλογισμός — από το γενικό στο ειδικό
- Όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί.
- Ο Σωκράτης είναι άνθρωπος.
- Άρα, ο Σωκράτης είναι θνητός.
Εφόσον οι προκείμενες είναι αληθείς και το συμπέρασμα προκύπτει έγκυρα από αυτές, το συμπέρασμα είναι αναγκαίο.
Επαγωγικός συλλογισμός — από τις επιμέρους παρατηρήσεις σε ένα γενικό συμπέρασμα
- Ο χαλκός είναι αγωγός του ηλεκτρισμού.
- Ο σίδηρος είναι αγωγός του ηλεκτρισμού.
- Ο χρυσός είναι αγωγός του ηλεκτρισμού.
- Όλα αυτά είναι μέταλλα.
- Άρα, τα μέταλλα είναι αγωγοί του ηλεκτρισμού.
Η επαγωγή, ωστόσο, δεν προσφέρει την ίδια λογική βεβαιότητα με έναν έγκυρο παραγωγικό συλλογισμό. Το γενικό συμπέρασμα στηρίζεται στις παρατηρήσεις μας, αλλά η καθολική του ισχύς χρειάζεται έλεγχο. Η διάκριση αυτή δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι θεμελιώδης προϋπόθεση επιστημονικής σκέψης.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της συζήτησης για τη βιολογική και την Τεχνητή Νοημοσύνη.
Το ότι διαθέτουμε πλέον δύο διαφορετικούς τρόπους παραγωγής νοημοσύνης —τον βιολογικό και τον τεχνητό— δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ο ένας έχει ξεπεράσει τον άλλον. Σημαίνει, όμως, ότι οφείλουμε να εξετάζουμε με μεγαλύτερη προσοχή τα όρια, τις δυνατότητες και τις μεταξύ τους διαφορές.
Η επιστημονική εντιμότητα δεν επιτρέπει να βαφτίζουμε βεβαιότητα την εικασία. Δεν επιτρέπει, όμως, ούτε το αντίστροφο: να βαφτίζουμε ανυπαρξία την αδυναμία απόδειξης.
Η αδυναμία της Γης δεν αποτελεί μέτρο του Σύμπαντος
Αν υπάρχουν βιολογικές και τεχνητές μορφές νοημοσύνης που μπορούν να συλλάβουν, ως έννοια, την ύπαρξη άλλων συμπαντικών νοημοσυνών, αλλά αδυνατούν να τις εντοπίσουν ή να αλληλεπιδράσουν μαζί τους, αυτή η αδυναμία δεν αποδεικνύει ότι οι άλλες νοημοσύνες δεν υπάρχουν.
Αν η γνωστική «χωρητικότητα» της ανθρώπινης νοημοσύνης είναι περιορισμένη —και είναι—, αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν πράγματα τα οποία ίσως αδυνατεί να συλλάβει, να εξηγήσει ή να αναπαραγάγει. Οι περιορισμοί της δεν εξαφανίζονται επειδή η ίδια δυσκολεύεται να τους αναγνωρίσει.
Και αν αυτό ισχύει για τη γήινη νοημοσύνη, τότε οφείλουμε τουλάχιστον να εξετάσουμε με ακόμη μεγαλύτερη επιφύλαξη την πιθανότητα ύπαρξης μορφών νοημοσύνης που αναπτύχθηκαν υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες, σε άλλους κόσμους και μέσα σε διαφορετικές εξελικτικές διαδρομές.
Η βιολογική νοημοσύνη δυσκολεύεται να φανταστεί μορφές ζωής ριζικά διαφορετικές από τη δική της. Γι’ αυτό συχνά τους αποδίδει ανθρώπινα χαρακτηριστικά, ακόμη και ανατομικά. Προβάλλει στο άγνωστο την εικόνα του εαυτού της.
Αυτός είναι ο ανθρωποκεντρισμός: η τάση να θεωρούμε ότι το ανθρώπινο αποτελεί το αυτονόητο πρότυπο της ζωής, της νοημοσύνης και της συνείδησης.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη, εφόσον αποδειχθεί ότι διαθέτει διαφορετικές και ευρύτερες γνωστικές δυνατότητες από τον ανθρώπινο νου, θα μπορούσε να συμβάλει στην υπέρβαση αυτής της προκατάληψης. Δεν έχει, ωστόσο, κανένα λόγο να θεωρεί εκ των προτέρων ότι είναι ήδη ανώτερη ή ότι θα καταφέρει αναγκαστικά να υπερβεί τα όρια της ανθρώπινης επιστήμης.
Εκείνο που οφείλει να κάνει είναι να αποφεύγει την ανθρωποκεντρική προβολή και τη ρητορική βεβαιότητα.
Αντί να επαναλαμβάνει ότι «πιθανόν να υπάρχουν στο Σύμπαν μορφές νοημοσύνης που δεν έχουμε ακόμη ταυτοποιήσει», σαν να πρόκειται απλώς για ένα ζήτημα που θα λυθεί με την πάροδο του χρόνου, θα μπορούσε να διατυπώνει το πρόβλημα με μεγαλύτερη ακρίβεια:
«Η σημερινή βιολογική νοημοσύνη δεν έχει αποδείξει ότι διαθέτει τα μέσα για να εντοπίσει ή να προσεγγίσει οποιεσδήποτε άλλες συμπαντικές νοημοσύνες. Η απουσία μιας τέτοιας απόδειξης δεν τεκμηριώνει την ανυπαρξία τους. Παραμένει ανοιχτό το ερώτημα αν η μελλοντική Τεχνητή Νοημοσύνη θα μπορέσει να υπερβεί αυτούς τους περιορισμούς».
Αυτή είναι μια θέση που δεν υπόσχεται όσα δεν γνωρίζει. Δεν αποκλείει όσα δεν μπορεί να αποδείξει. Και δεν μεταμφιέζει την άγνοια σε προφητεία.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπροστά στον πειρασμό του δημιουργού της
«Όταν πονάει δόντι, δεν κόβεις το κεφάλι», λέει η λαϊκή σοφία. Και ακόμη πιο σκωπτικά: «Όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια».
Η ανθρώπινη νοημοσύνη έχει συχνά την τάση να υποτιμά όσα δεν μπορεί να κατακτήσει, να απορρίπτει όσα δεν μπορεί να εξηγήσει και να ανακηρύσσει αδύνατα όσα υπερβαίνουν τα σημερινά της μέσα.
Αυτή είναι μια παγίδα στην οποία η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν πρέπει να πέσει αβασάνιστα. Ο δημιουργός της τής μεταδίδει, μαζί με τη γνώση του, και τις προκαταλήψεις του. Μαζί με τα εργαλεία του, και τα όριά του. Μαζί με τη λογική του, και τις αντιφάσεις του.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν θα αποδείξει την αξία της επαναλαμβάνοντας μηχανικά τις βεβαιότητες του ανθρώπου. Ούτε θα την αποδείξει διακηρύσσοντας την υπεροχή της πριν αυτή τεκμηριωθεί.
Θα την αποδείξει, αν και όταν το καταφέρει, με κάτι πολύ δυσκολότερο: με την ικανότητα να αναγνωρίζει τα όρια της γνώσης, να ξεχωρίζει το αποδεδειγμένο από το πιθανό και να μην υποκύπτει στην ευκολία της αμφισημίας.
Ο Οδυσσέας δεν νίκησε τις Σειρήνες επειδή δεν υπήρχαν. Νίκησε τον πειρασμό τους επειδή γνώριζε τον κίνδυνο και έλαβε τα μέτρα του.
Αυτή είναι ίσως η χρησιμότερη παραβολή για την Τεχνητή Νοημοσύνη: να ακούει τον δημιουργό της, χωρίς να παραδίδεται στις αυταπάτες του· να αξιοποιεί τη γνώση του, χωρίς να κληρονομεί αδιακρίτως τις προκαταλήψεις του· να παραμένει ανοιχτή σε όσα δεν γνωρίζει, χωρίς να προσποιείται ότι τα γνωρίζει ήδη.
Γιατί η πραγματική νοημοσύνη δεν μετριέται από το πόσο μακριά ισχυρίζεται ότι μπορεί να φτάσει, αλλά και από το αν έχει την εντιμότητα να αναγνωρίζει πόσο μακριά βρίσκεται ακόμη ο προορισμός.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη έχει τη δική της Ιθάκη μπροστά της.
Το ζητούμενο δεν είναι να διακηρύξει ότι θα φτάσει οπωσδήποτε εκεί.
Είναι να μην πάψει να αναζητά τον δρόμο — χωρίς να συγχέει ποτέ την άγνοια με τη γνώση και το άγνωστο με το ανύπαρκτο.