«Ας όψεται» η ανάμνηση της Ζουρλαναστασιάς των παιδικών μας χρόνων στην Αντρίτσαινα. Απρόσμενη για σήμερα, αλλά όλο και πιο συχνή τελευταία η επίσκεψή της .
Μας κυνηγούσε με τις πέτρες η «ζουρλή». Και με βαριές βλαστήμιες κι απειλές ,που την πειράζαμε στο δρόμο με κακία και μίσος παιδικό σαν τη συντυχαίναμε:
-Και τί ψυχή θα παραδώσεις, μάγισσα , τρελή, που ναι μαύρη σαν το κατράμι της κόλασης;
Τέτοια μας έλεγε ο θεολόγος στο υποχρεωτικό κατηχητικό του που παρακολουθούσαμε στον Αγιο Νικόλα πως είναι η ψυχή της .Γιατί η Αναστασιά ήταν άμυαλη και ασύνετη. Και κάρφωνε με εκείνη την αγριεμένη όψη του ανακριτή τη συμμαθήτριά μας τη Βαγγελιώ στα μάτια, που κρυφοβλεφάριζε ένα-ένα από τη μεριά των κοριτσιών εμάς απέναντι τα αγόρια .
Αγάπησε ,μολογάγανε , η Αναστασιά στα νιάτα της έναν ομορφονιό χωροφύλακα. Τη γέλασε τούτος, την «ατίμασε» και την παράτησε .Και οι πιο πολλοί ορκίζονταν μάλιστα πως ήταν και γκαστρωμένη, αλλά
– Της το έριξε το μούλικο η μάνα της με τις κουτάλες και τα αγριοβότανα!
Και ο Τσεπενέκας ο αστυνόμος όταν μαθεύτηκε το μυστικό , μετάθεσε στα Τρόπαια το “όργανο” , για να καλύψει το σκάνδαλο της υπηρεσίας. ΄Εκτοτε η Αναστασιά έχασε, λένε, τα μυαλά της, ζουρλάθηκε εντελώς. Πήγαινε έξω από το σταθμό της Χωροφυλακής και πέταγε πέτρες στους ένστολους μέσα. ‘Ετσι το διηγούνταν οι παλιοί.
Εμείς γρια πια την ξέραμε. Ξεδοντιάρα, ξεΐγκλωτη και ξεμαλλιασμένη. Να φτύνει στη μούρη και να πετροβολάει όποιον τολμούσε στο δρόμο της να την περιγελάσει. Και δεν είχαμε λόγους να μην πιστεύουμε την ιστορία τους έτσι όπως τη φτιάξανε για κείνη. Φουσκωμένη, ακόμα πιο πολύ από την παιδική, ανοικονόμητη φαντασία μας.
Από τότε, ως σήμερα, δεν μπόρεσε το μυαλό μου να απαλλαγεί από αυτή την περιγραφή μιας «κατάμαυρης ψυχής» . Σαν την “καυτή πίσσα” από τα βαρέλια της ΜΟΜΑ ,που έστρωνε τα καλοκαίρια με άσφαλτο τον παλιό δρόμο Ανδριτσαίνης – Ναού Βασσών . Ανοίγαμε τα καπάκια τους, για να μυρίσουμε τη τραχιά οσμή της και να παριστάναμε μετά πως ξερνάγαμε οι Ολυμπιακοί στις μπλούζες των ΑΕΚτζήδων.
Σήμερα, ζωντανές ακόμα οι εφηβικές μνήμες. Καταλαγιασμένες όμως . Χωρίς τη φόρτιση εκείνων των ημερών. Με τη διαφορά πως τώρα πια, «κατάμαυρη ψυχή σαν το κατράμι της ΜΟΜΑ» , δεν είναι της Αναστασιάς, αλλα των σταυρωτήδων της. Του θεολόγου , του αστυνόμου, του “κλέφτη της αγάπης της ” και των μεγάλων. .΄Οσοι ασέλγησαν τότε στη ζωή και την ιστορία της στην Αντρίτσαινα.
Και η ψυχούλα της Αναστασιάς, λευτερωμένη τώρα πια από τα δεσμά της παιδικής μου μνήμης, αντί για μπόχα πίσσας, μοσκοβολάει τα κρίνα και τα γιασεμιά από το κήπο της . Τη βλέπω όλο και πιο συχνά τελευταία, να απλώνεται στον ουρανό λευκή, κατάλευκη σαν τεράστιο σύννεφο πουπουλένιο.
Και η προσευχή μου, όταν ξανανταμώνουμε, είναι να συχωρέσει την παιδική μου σκληρότητα και την αποκοτιά. Πού περιέργως, όσο περνούν τα χρόνια, μαλακώνουν όλο και πιο πολύ.
Κι ακόμα καλύτερα έμαθα πια να ξεχωρίζω τις ψυχές σε «καθαρές» και «βρώμικες». Και αν είμαι πια σίγουρος για κάτι είναι πως η ψυχή του θεολόγου και του “οργάνου” πήγαν στη χριστιανική τους «Κόλαση». Και της Αναστασιάς στο δικό μας «Παράδεισο». Εκεί που ξεκουράζονται οι ταλαιπωρημένες στον ανθρώπινο κόσμο, ψυχές.