Εξουσία, Κράτος και Βία: Το Ιστορικό Κόστος της Υπακοής στις Ανθρώπινες Κοινωνίες (2ο)

Η Ιστορία δεν φαίνεται να δικαιώνει την άποψη ότι η Εξουσία υπήρξε πάντοτε ο προστάτης της κοινωνικής ειρήνης. Αντιθέτως, συχνά υπήρξε η γενεσιουργός αιτία συγκρούσεων, ανισοτήτων και εκτεταμένης βίας. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν οι άνθρωποι μπορούν να υπάρξουν χωρίς εξουσία, αλλά αν μπορούν να οικοδομήσουν μορφές συλλογικής οργάνωσης που να στηρίζονται περισσότερο στην αλληλεγγύη, την αμοιβαία αναγνώριση και την ελεύθερη συνεργασία παρά στον φόβο, την επιβολή και τον καταναγκασμό.

Είναι κοινά αποδεκτό  και ιστορικά δοκιμασμένο πως τα μέλη  σε μικρές κοινότητες συμβίωσης  επιδεικνύουν  ηπιότερη και  σπανιότερη  παραβατική συμπεριφορά από ό, τι στις  «αχανείς» κοινωνίες  που τα άτομα «χάνονται» ,αφού  δεν έχουν «ταυτότητα»,  δεν είναι αναγνωρίσιμα μεταξύ τους. Υπάρχει εκείνη  η αόρατη κλωστή στις μικρές κοινωνίες που δένει τα μέλη της και είναι αισθητό  σε όλους,  όταν η  αντοχής της καταπονείται. Αυτό, ακριβώς,  που δε συμβαίνει στις «μαζικές», τις κοινωνίες των «αγνώστων».

Σύγχρονες και παλιότερες  ανθρωπολογικές-κοινωνιολογικές μελέτες με κορυφαία  την «Αρχαία Κοινωνία» (Ancient Society) του Αμερικανού ανθρωπολόγου Λιούις Χένρι Μόργκαν   από τι πιο δυνατές επιρροές του Μαρξισμού, αποδεικνύουν πως δεν είναι «μύθος» η πρώτη αγνότητα-αθωότητα στο ξεκίνημα της ιστορικής πορείας του ανθρώπου σε μικρές κοινότητες  με ανύπαρκτη ή με χαλαρή εξουσία , αταξικές και «άναρχες».   Αρχές και   «νόμος» υπήρξε το άγραφο, το φυσικό δίκαιο . Και είναι αποδεκτό από την Ιστορία πως για μεγάλο διάστημα, ίσως το μεγαλύτερο ως τώρα, η ανθρωπότητα πορεύτηκε χωρίς «γραπτό» νόμο. Κι αν αυτό το  νέο «δίκαιο», τουλάχιστον από τις ιστορικές αναφορές  στην   κοινωνία της αρχαίας Αθήνας, με τους σκληρούς νόμους του αιμοσταγούς    Δράκοντα και τη “Σεισάχθεια” του  σοφού Σόλωνα, εξυπηρετούσε   και τότε και πάντα  κάποιον, ήταν το «συμφέρον του ισχυρότερου». Αυτό  που  η Εξουσία το διασφάλιζε  με την επιβολή των νόμων της δια των ΟΠΛΩΝ. Δικαίωμα από τα πρώτα που  αφαίρεσε η « νόμιμη ένοπλη  τάξη» από τις  υπόλοιπες άοπλες.

Αν, επομένως  κάποιους και αποκλειστικά εξυπηρέτησαν οι εξουσιαστικές κοινωνίες, αυτοί  ήταν και είναι οι  φορείς της  Εξουσίας.   Και η   ίδια, πάντα και ανελλιπώς,  προπαγάνδιζε  την  αξία  της «εφετμής»   «ου γάρ έστιν εξουσία ειμή από Θεού» , διατυπωθείσα  δια  γραφίδος Αποστόλου Παύλου  κατά τους  χριστιανικούς  χρόνους.     Και   αυτή   η   «ελέω θεού» άσκηση  της εξουσίας υπήρξε, ως φαίνεται, το ισχυρότερο επιχείρημα του ηγεμόνα σε όλες τις εποχές  μέχρι σήμερα, ακόμα .

 Μόνο που   τώρα  πια  την Εξουσία   την ασκεί το   Δημοκρατικό Κράτος,  «ελέω λαού»   από τον οποίο  πηγάζει(! ) και  για χάρη και στο όνομα του οποίου η κυβέρνησή του την  ασκεί.  (Ως εύηχη  «διακυβέρνηση»  πια και όχι ως κακόηχη, εξουσιαστική , λαϊκή εντολή).   Μια   νεφελώδης, ασφαλώς,  αντίληψη ,κοντινή με τη θεία προέλευση της νομιμότητας του  ηγεμόνα    περί  της «εκ των «ων ουκ άνευ»   ανάγκης  ύπαρξης  της εξουσίας   του  κράτους  για την  πρόληψης του χάους , την τήρηση και διασφάλιση   της τάξης στα  μέλη- υπηκόους   των κοινωνιών.

 Πάντως, το ιστορικό συμπέρασμα  κι αυτό είναι το ζητούμενο  στην αποδεικτική μας αυτή εδώ  διαδικασία  για την αξία και την αναγκαιότητα της Εξουσίας,  είναι τούτο:  Το κόστος  της υπακοής  δια της ένοπλής  ή άλλης, κάθε μορφής   ΒΙΑΣ των μελών της κοινωνίας στο Κράτος, υπήρξε φρικιαστικό. Ασύγκριτο με εκείνο  των αντιεξουσιαστικών κοινωνιών.  Αρχής γενομένης από την διείσδυση στην απλή  καθημερινότητα της ζωής και τον έλεγχό της, έως  την  μεταχείρισή της,  ως αναλώσιμο είδος. Τη χρησιμότητά της ζωής , ως «κιμά» στις άπειρες και συνεχείς  συγκρούσεις των κατακερματισμένων εξουσιών  για το ποιος θα την  ασκεί κάθε φορά  αποκλειστικά και αποτελεσματικά   γαρ τον πλήρη έλεγχο, τόσο της ζωής των  υπηκόων ,όσο και του «πλούτου»  τους.