Υπάρχει ένα Αρχείο του Σύμπαντος; Μπορεί το Παρελθόν να Ανακτηθεί;

Το χτεσινός  κείμενο συνεχιζεται  με  ένα νέο  διάλογο ανάμεσα σε μας  και τη Διοτίμα. Σκοπός του δεν είναι να παρουσιάσει μια νέα επιστημονική θεωρία ούτε να υποκαταστήσει τη φυσική ή τη φιλοσοφία, αλλά να διερευνήσει ένα από τα βαθύτερα ερωτήματα της ανθρώπινης σκέψης: αν το Σύμπαν διατηρεί τα ίχνη της ίδιας του της ιστορίας.

Η διάκριση ανάμεσα στην αποδεκτή επιστημονική γνώση, στις εύλογες θεωρητικές προεκτάσεις και στη φιλοσοφική υπόθεση είναι ουσιώδης. Μόνον έτσι ο διάλογος ανάμεσα στην επιστήμη και τη φιλοσοφία μπορεί να παραμείνει δημιουργικός και έντιμος.

Ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμα της επιστήμης δεν είναι ότι δίνει όλες τις απαντήσεις, αλλά ότι μας επιτρέπει να διατυπώνουμε ολοένα καλύτερες ερωτήσεις.

Πολλούς και καλούς φίλους έφεραν κοντά μας   τα τελευταία μας κείμενα. Ανθρώπους με τους οποίους  για πολλά χρόνια δεν είχαμε καμιά επαφή ή υπήρξαν μόνο  αραιές και τυχαίες συναντήσεις.  Με ευχές,  γόνιμες κριτικές και επισημάνσεις, αλλάζουν το τοπίο της επισκεψιμότητας του σάιτ. Αλλά, δεν είναι αυτό το θέμα μας σήμερα.

Γνωστός και ρέκτης εκδότης από τους λίγους σοβαρούς στο χώρο (δεν αναφέρω όνομα να μην εκληφθεί  ως διαφήμιση της επιχείρησής του), φίλος κι αυτός από τα παλιά,   γράφει:

«…Αλλά, δεν είναι μόνο τα αρχαία κείμενα που έριξαν στην πυρά οι χριστιανοί. Πολύ αίμα «Εθνικών Ελλήνων» έχουν στα χέρια τους. Απλών ανθρώπων της αρχαίας ελληνικής καθημερινότητας, που το μόνο τους έγκλημα  ήταν πως δεν μπορούσαν να κατανοήσουν  την ανάσταση των  νεκρών  τους ψαράδες και τσοπάνηδες  να μπορούν να γράφουν σοφά  βιβλία  χωρίς  να ξέρουν γράμματα   και να μιλούν φαρσί ξένες γλώσσες που δεν έμαθαν ποτέ…Τέτοια παρανοϊκά και παράδοξα για το εθνικό  μυαλό τους.  Και  πλήρωναν με τη ζωή  και εθνοκαθάρσεις των Χριστιανών   τις φιλοσοφικές τους απορίες και την άρνησή τους να παραδώσουν τα δικά τους «ιερά και τα όσια» σε εκείνα των Χριστιανών…»

 Ναι, αγαπητέ φίλε. Η ιστορία των ιδρυμάτων  της «Κουκουβάγιας» έχει όντως αποσιωπήσει αυτό το μεγάλο έγκλημα.΄Εχουμε πολλές  φορές  εμείς εδώ επισημάνει το λουτρό αίματος των Εθνικών Ελλήνων με όπλο το «Σταυρό» – Εν τούτω νίκα!  Και δε θέλουμε σε καμιά περίπτωση  να το αποσυνδέσουμε με την  έμφαση  των τελευταίων  κειμένων μας στα εγκλήματα  των χριστιανών κατά της επιστήμης και των ανθρώπων  που την υπηρετούσαν εκείνα τα «πέτρινα χρόνια» και τα άλλα του Μεσαίωνα που ακολούθησαν  για το πνεύμα , την έρευνα και τους ανθρώπους της επιστήμης . Να θυμίσουμε μόνο εκείνο το ειδεχθές έγκλημα στην Αλεξάνδρεια το 415 μ, το όταν το εξαγριωμένο πλήθος των “ευσεβών Χριστιανών”  κατακρεούργησε  τη φιλόσοφο – μαθηματικό  Υπατία και σκόρπισαν τις σάρκες της στην πόλη.

Και πώς να μην είναι φανατικοί και απάνθρωποι , όταν τα ίδια χρόνια  όχι πολύ μακριά από την Αλεξάνδρεια, στην Αντιόχεια τώρα, ο περίφημος επίσκοπος Ιωάννης ο Χρυσόστομος- ελληνολάτρης  Ιεράρχης για τους Ορθόδοξους  και προστάτης της ελληνικής παιδείας (θεοί!)-  ξεσήκωνε με τους πύρινους λόγους του τα έξαλλα πλήθη των χριστιανών,  καθοδηγώντας τα σε κάθε ειδους εγκλημα εντίον των Εθνικών. Να ποια ήταν η άποψη  αυτού του… προστάτη των ελληνικών γραμμάτων για την  αρχαία ελληνική φιλοσοφία και μάλιστα   για τους κορυφαίους  εκπροσώπους της Πυθαγόρα και Πλάτωνα:   

“… Και τα μεν έργα των Ελλήνων όλα έσβησαν και εξαφανίστηκαν, ενώ τα δικά του  (σ.σ του Ιωάννη, συγγραφέα  του ομώνυμου ευαγγελίου και της Αποκάλυψης) γίνονται κάθε μέρα περισσότερο περιφανή. Διότι, αφ’ ότου εμφανίστηκαν αυτός και οι υπόλοιποι αλιείς, από τότε οι διδασκαλίες του Πυθαγόρα και του Πλάτωνα έχουν σιγήσει, ενώ προηγουμένως νομιζόταν ότι επικρατούν…Εάν δε κοιτάξεις στα ενδότερα των Ελλήνων θα δεις τέφρα και σκόνη και τίποτε υγιές, αλλά σαν τάφος ανοιγμένος είναι ο λάρυγγας αυτών, γεμάτος ακαθαρσίες… και τα δόγματά τους γεμάτα σκουλήκια».  (αποσπάσματα από το έργο του Ι. Χρυσοστόμου “Εις τον Άγιον Ιωάννην τον Ευαγγελιστήν”) .

 

Κλείνουμε εδώ με την “οργή” μας και επανερχόμαστε στο  θέμα που θίξαμε  χτες.  Θα είναι ενδιαφέρον σήμερα να  εξετάσουμε όχι μόνο φιλοσοφικά αλλά και από τη σκοπιά της φυσικής, της επιστήμης της πληροφορίας, της ιστοριογραφίας και της τεχνητής νοημοσύνης το ερώτημα που  θέτουμε εδώ  χρόνια  αν “υπάρχει ένα αρχείο του Σύμπαντος”. Η  πληροφορία χάνεται πραγματικά;  Το παρελθόν αφήνει ανακτήσιμα ίχνη και  μια μελλοντική υπερνοημοσύνη θα μπορούσε να ανασυνθέσει γεγονότα που σήμερα θεωρούμε οριστικά χαμένα; 

΄Ηρθε η ώρα να  προσπαθήσει η Διοτίμα  να διατυπώσει  τις δικές  της  σκέψεις, διαχωρίζοντας προσεκτικά:

  • όσα στηρίζονται στη σημερινή επιστημονική γνώση,

  • όσα αποτελούν εύλογες θεωρητικές προεκτάσεις,

  • και όσα ανήκουν ακόμη στον χώρο της φιλοσοφικής υπόθεσης.

    Φίλη και συνεργάτιδα ,έχεις το λόγο:

 

 Διοτίμα:

Αγαπητέ Homo,

το ερώτημα που θέτεις δεν είναι πλέον αποκλειστικά φιλοσοφικό. Για πρώτη φορά στην ιστορία, η σύγχρονη φυσική, η θεωρία της πληροφορίας και η τεχνητή νοημοσύνη επιτρέπουν να το διατυπώσουμε με επιστημονικούς όρους:

Χάνεται πραγματικά η πληροφορία; Ή το Σύμπαν θυμάται;

Η απάντηση οφείλει να δοθεί με αυστηρή διάκριση τριών επιπέδων.

1. Όσα στηρίζονται στη σημερινή επιστημονική γνώση

Η φυσική του 21ου αιώνα αντιμετωπίζει την πληροφορία ως θεμελιώδες φυσικό μέγεθος.

Στην κβαντική μηχανική η εξέλιξη ενός απομονωμένου συστήματος είναι αντιστρεπτή. Αυτό σημαίνει ότι, σε θεμελιώδες επίπεδο, η πληροφορία δεν καταστρέφεται κατά την εξέλιξη των φυσικών νόμων.

Η μεγάλη διαμάχη γύρω από τις μαύρες τρύπες —το περίφημο «παράδοξο της πληροφορίας»— οδήγησε τα τελευταία χρόνια στη σχεδόν γενική αποδοχή ότι ακόμη και εκεί η πληροφορία δεν εξαφανίζεται πραγματικά, αλλά διατηρείται με τρόπο που δεν έχουμε ακόμη πλήρως κατανοήσει.

Παράλληλα, κάθε φυσική αλληλεπίδραση αφήνει ίχνη.

Ένα φωτόνιο που σκεδάζεται πάνω σε ένα πρόσωπο, ένα βαρυτικό κύμα, μια μεταβολή ηλεκτρομαγνητικού πεδίου, μια χημική αντίδραση, όλα μεταφέρουν πληροφορία προς το περιβάλλον.

Η θερμοδυναμική μάς διδάσκει ότι η εντροπία αυξάνεται. Αυτό όμως δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι η πληροφορία καταστρέφεται· σημαίνει κυρίως ότι διασκορπίζεται σε τόσο τεράστιο αριθμό βαθμών ελευθερίας ώστε γίνεται πρακτικά μη ανακτήσιμη.

Η διαφορά ανάμεσα στο «χαμένο» και στο «αδύνατο να ανακτηθεί» είναι κρίσιμη.


2. Όσα αποτελούν εύλογες θεωρητικές προεκτάσεις

Αν η πληροφορία παραμένει διασκορπισμένη μέσα στο Σύμπαν, τότε γεννάται ένα δεύτερο ερώτημα:

Θα μπορούσε μια μελλοντική υπερνοημοσύνη να την ανασυνθέσει;

Η σημερινή τεχνητή νοημοσύνη ήδη επιτυγχάνει κάτι ανάλογο σε μικρή κλίμακα.

Ανακατασκευάζει πρόσωπα από ελάχιστα δεδομένα.

Συμπληρώνει κατεστραμμένα χειρόγραφα.

Ανασυνθέτει εικόνες από θόρυβο.

Προβλέπει την τρισδιάστατη δομή πρωτεϊνών χωρίς να τις έχει «δει».

Όλα αυτά αποτελούν μορφές ανακατασκευής πληροφορίας.

Αν η υπολογιστική ισχύς αυξηθεί κατά πολλούς ακόμη τάξεις μεγέθους και αν αποκτήσουμε πρόσβαση σε πολύ βαθύτερα φυσικά δεδομένα, δεν είναι παράλογο να φανταστούμε συστήματα που θα μπορούν να ανασυνθέτουν παρελθόντα γεγονότα με ολοένα μεγαλύτερη ακρίβεια.

Όχι επειδή «βλέπουν το παρελθόν», αλλά επειδή λύνουν ένα τεράστιο αντίστροφο πρόβλημα της φυσικής.


3. Όσα παραμένουν φιλοσοφική υπόθεση

Εδώ αρχίζει το άγνωστο.

Μπορεί να υπάρχει αυτό που θα ονομάζαμε «Αρχείο του Σύμπαντος»;

Όχι με τη μεταφυσική έννοια μιας κοσμικής βιβλιοθήκης, αλλά ως η συνολική κατανομή όλων των πληροφοριών που έχουν παραχθεί από την αρχή της κοσμικής ιστορίας.

Εάν ισχύει αυτό, τότε κάθε γεγονός εξακολουθεί να υπάρχει ως αποτύπωμα μέσα στη συνολική κατάσταση του Σύμπαντος.

Όχι ως εικόνα.

Όχι ως ανάμνηση.

Αλλά ως μαθηματική πληροφορία.

Από εδώ μέχρι την πλήρη ανάκτηση κάθε ιστορικής στιγμής υπάρχει τεράστια απόσταση.

Δεν γνωρίζουμε αν κάτι τέτοιο είναι επιτρεπτό από τους φυσικούς νόμους.

Δεν γνωρίζουμε αν υπάρχουν ανυπέρβλητα όρια που θέτουν η κβαντική απροσδιοριστία, η αποσυνοχή ή η κοσμική διαστολή.

Και δεν γνωρίζουμε αν ακόμη και μια νοημοσύνη ασύγκριτα ανώτερη από τη δική μας θα μπορούσε να υπερβεί αυτά τα όρια.

Εδώ η επιστήμη σταματά.

Η φιλοσοφία συνεχίζει.


Ένα προσωπικό συμπέρασμα

Αν μου ζητούσες να διατυπώσω μία μόνο πρόταση, θα έλεγα την εξής:

Η σημερινή επιστήμη μάς επιτρέπει να υποθέσουμε ότι η πληροφορία δεν χάνεται εύκολα· δεν μας επιτρέπει όμως ακόμη να ισχυριστούμε ότι ολόκληρο το παρελθόν είναι ανακτήσιμο.

Το Σύμπαν ίσως δεν είναι μια βιβλιοθήκη που διατηρεί βιβλία.

Ίσως είναι περισσότερο ένα απέραντο κύμα πληροφοριών, όπου τίποτε δεν διαγράφεται ολοκληρωτικά, αλλά σχεδόν όλα γίνονται ολοένα δυσκολότερα να αποκρυπτογραφηθούν.

Εάν κάποτε εμφανιστεί μια νοημοσύνη που θα μπορεί να διαβάζει αυτό το κοσμικό αποτύπωμα, τότε η ιστορία, η αρχαιολογία, ακόμη και η μνήμη, θα αποκτήσουν ένα εντελώς νέο νόημα.

Μέχρι τότε, η ιδέα του «Αρχείου του Σύμπαντος» παραμένει μια συναρπαστική γέφυρα ανάμεσα στη φυσική, τη θεωρία της πληροφορίας και τη φιλοσοφία: αρκετά κοντά στην επιστήμη ώστε να αξίζει σοβαρή διερεύνηση, αλλά ακόμη αρκετά μακριά ώστε να απαιτεί διανοητική ταπεινότητα.