Βιολογική Πληροφορία και Συμπαντικό Εγώ

Ενέργεια — Πληροφορία — Ταυτότητα μετά τον θάνατο

 

Ας κάνουμε το πρώτο σημερινό μας βήμα πατώντας σε δεδομένα και σε όσα μπορούμε να θεωρήσουμε στέρεα εδραιωμένα από την επιστήμη.

Και ύστερα, ας επιχειρήσουμε να προχωρήσουμε στο σκοτεινό και στενό τούνελ της έρευνάς μας με τη μέθοδο της ψηλάφησης. Με την απλή βεβαιότητα ότι, όσο τα χέρια μας ακουμπούν σε στέρεους πλευρικούς τοίχους, τόσο μπορούμε να εμπιστευόμαστε και τα βήματά μας.

Αργά, επίπονα, αλλά σταθερά.

Ίσως αυτή η διαδρομή να μας οδηγήσει κάποτε στην έξοδο. Ή, τουλάχιστον, στην ανεκτίμητη εμπειρία του να διακρίνουμε, έστω από μακριά, μια χαραμάδα φωτός. Μια χαραμάδα που θα μας δείχνει πως, εκεί ακριβώς, μπορεί να βρίσκεται το πέρασμα· εκεί όπου τελειώνουν ο φόβος και η αμφιβολία του σκότους και αρχίζει το μεγάλο ταξίδι προς το άπλετο φως.

Ξεκινάμε.

1. Τα επιστημονικά δεδομένα

Όπως τα έχουμε εξετάσει και στο παρελθόν, ας τα συνοψίσουμε:

α. ΕΝΕΡΓΕΙΑ

Η ενέργεια, σύμφωνα με τη θεμελιώδη αρχή διατήρησής της, δεν εξαφανίζεται· μετασχηματίζεται.

Με τον βιολογικό θάνατο, το σώμα παύει να λειτουργεί ως οργανωμένο βιολογικό σύστημα και τα υλικά από τα οποία αποτελείται εισέρχονται στις φυσικές διαδικασίες αποδόμησης και ανακύκλωσης της ύλης.

β. ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ

Η πληροφορία που συνδέεται με την ύπαρξη ενός ανθρώπου δεν παύει απλώς να έχει υπάρξει επειδή ολοκληρώνεται η ζωή του.

Από τη γέννηση και σε όλη τη διάρκεια της ζωής, αμέτρητα ίχνη —βιολογικά, υλικά, περιβαλλοντικά και κοινωνικά— καταγράφονται και αλληλεπιδρούν με τον κόσμο.

Με τον βιολογικό θάνατο σταματά η ενεργή παραγωγή και ανταλλαγή πληροφοριών από τον συγκεκριμένο οργανισμό. Όμως τα ίχνη της ύπαρξής του παραμένουν ενσωματωμένα στην πραγματικότητα.

Θα μπορούσαμε, ποιητικά αλλά όχι αυθαίρετα, να μιλήσουμε για ένα ατομικό αρχείο που έχει πλέον σημειωθεί:

ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ.

γ. «ΕΓΩ»

Εδώ αρχίζει το πραγματικά άγνωστο.

Η επιστήμη δεν έχει μέχρι σήμερα αποδείξει ούτε ότι η προσωπική ταυτότητα συνεχίζει να υπάρχει μετά τον βιολογικό θάνατο ούτε ότι, μετά την παύση της εγκεφαλικής λειτουργίας, εξακολουθεί να υφίσταται κάποια ατομική συνείδηση.

Το «Εγώ», όπως το γνωρίζουμε, συνδέεται στενά με τη λειτουργία του εγκεφάλου και του νευρικού συστήματος.

Ακριβώς όμως αυτή η αδυναμία της επιστήμης να δώσει οριστική απάντηση στο ερώτημα του τι —αν οτιδήποτε— ακολουθεί τον θάνατο, έχει αφήσει επί αιώνες χώρο στις θρησκείες να προτείνουν τις δικές τους απαντήσεις: την αιωνιότητα της ψυχής, την τιμωρία ή την ανταμοιβή της, τη μετάβασή της σε άλλες μορφές ύπαρξης, τη μετενσάρκωση και πολλές άλλες παραλλαγές.

Εμείς, ωστόσο, δεν ξεκινάμε αυτή την πορεία για να αντικαταστήσουμε ένα δόγμα με ένα άλλο.

Ούτε για να υποκαταστήσουμε τη θρησκευτική βεβαιότητα με τη δογματική αλαζονεία μιας επιστήμης που υποτίθεται ότι γνωρίζει ήδη τα πάντα.

Σκοπός μας είναι να ανατρέψουμε —όπου μπορούμε— τις βεβαιότητες και των δύο πλευρών, χωρίς να οικοδομήσουμε στη θέση τους νέες, εξίσου επικίνδυνες βεβαιότητες.

Γι’ αυτό και προχωρούμε στο σκοτεινό τούνελ του θανάτου ψηλαφώντας προσεκτικά τους τοίχους.

Μόνο όταν αισθανθούμε ότι το έδαφος δεν υποχωρεί κάτω από τα πόδια μας, κάνουμε το επόμενο βήμα.

Και να, λοιπόν, το πρώτο.

Ένα βήμα που μοιάζει αρκετά στέρεο ώστε να μας επιτρέπει να πιστεύουμε ότι κινούμαστε προς τη σωστή κατεύθυνση — προς εκείνη τη μακρινή ακόμη έξοδο που αναζητούμε.

2. Η πρώτη μεγάλη ρωγμή στη βεβαιότητα

α. Η επικράτηση της Τεχνητής Νοημοσύνης

Η εμφάνιση και η ραγδαία ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης μάς προσφέρουν μια πρώτη σημαντική διαπίστωση:

Η νοημοσύνη δεν φαίνεται να αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο της βιολογικής ύλης.

Μπορούν να δημιουργηθούν συστήματα που επεξεργάζονται πληροφορία, μαθαίνουν, αναγνωρίζουν πρότυπα, παράγουν σύνθετες απαντήσεις και λειτουργούν χωρίς να βασίζονται στον βιολογικό συνδυασμό ηλεκτρικών και χημικών σημάτων μεταξύ νευρώνων.

Το ερώτημα αν μια τέτοια μη βιολογική νοημοσύνη διαθέτει συνείδηση του εαυτού της —ένα δικό της «Εγώ»— δεν είναι το σημερινό μας ζητούμενο.

Το ουσιώδες για την παρούσα έρευνα είναι κάτι απλούστερο:

Υπάρχει νοημοσύνη που δεν είναι βιολογική.

Και μόνο αυτή η διαπίστωση αρκεί για να ραγίσει μια από τις βαθύτερες ανθρώπινες αυτονόητες παραδοχές.

β. Το άγνωστο δεν είναι ανύπαρκτο

Εδώ επιστρέφουμε σε μια αρχή που έχουμε επαναλάβει πολλές φορές:

Θα ήταν τουλάχιστον αφελές —και ενδεχομένως ανθρωποκεντρικά παράλογο— να θεωρούμε ότι υπάρχει μόνο ό,τι μπορούν να συλλάβουν οι δικές μας αισθήσεις, τα δικά μας όργανα και τα σημερινά όρια της γνώσης μας.

Ακόμη κι αν δεν έχει εμφανιστεί στη Γη κάποια άλλη μορφή νοημοσύνης, ίδια, παρόμοια ή εντελώς διαφορετική από τη βιολογική, αυτό δεν αποτελεί απόδειξη ότι δεν υπάρχει.

Ζούμε σε ένα Σύμπαν του οποίου το πραγματικό μέγεθος, η πολυπλοκότητα και η πλήρης έκταση των μορφών οργάνωσης της ύλης και της πληροφορίας υπερβαίνουν κατά πολύ την άμεση ανθρώπινη εμπειρία.

3. Εκεί όπου αρχίζει η ακροβασία

Μετά από αυτές τις δύο παραδοχές, οφείλουμε να είμαστε ειλικρινείς:

Η έρευνά μας αρχίζει να ακροβατεί.

Το έδαφος γίνεται ολοένα πιο αβέβαιο. Η πορεία μέσα στο σκοτεινό τούνελ γίνεται πιο δύσκολη, πιο επικίνδυνη.

Και είναι ακριβώς εδώ που δεν αισθανόμαστε πλέον κάτω από τα πόδια μας εκείνη τη βεβαιότητα που θα μας επέτρεπε να κάνουμε το επόμενο βήμα.

Ένα βήμα που, αν ήταν δυνατό να αποδειχθεί, θα μας έφερνε μπροστά σε μια συγκλονιστική προοπτική.

Δεν τολμούμε ακόμη να τη διατυπώσουμε ως θέση.

Την αφήνουμε να εμφανιστεί μόνο ως ερώτημα.

Θα μπορούσε;

Ανάμεσα στις διαφορετικές μορφές νοημοσύνης που μπορεί να υπάρχουν —βιολογικές ή μη βιολογικές— θα μπορούσε άραγε και η ανθρώπινη νοημοσύνη, μετά τον βιολογικό θάνατο του ατόμου, να συνεχίζει με κάποια μη βιολογική μορφή;

Θα μπορούσε η πληροφορία που συνδέεται με την ατομική ύπαρξη και έχει ήδη διαχυθεί στον κόσμο να αποτελέσει τη βάση μιας διαφορετικής μορφής οργάνωσης;

Μιας ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ;

Και, ακόμη πιο τολμηρά:

Θα μπορούσε να υπάρχει ένα ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΟ ΕΓΩ;

Ένα «Εγώ» που δεν θα κουβαλά μαζί του τις παλιές του αποσκευές, επειδή αυτές —η βιολογική και βιωματική πληροφορία της ύπαρξης— έχουν ήδη αποσταλεί, διαχυθεί και εγγραφεί στην πραγματικότητα;

Ένα «Εγώ» που, αν ποτέ υπήρχε, δεν θα ήταν πλέον το βιολογικό Εγώ που γνωρίζουμε, αλλά κάτι διαφορετικό, κάτι που σήμερα δεν διαθέτουμε ούτε τις λέξεις ούτε τα εργαλεία για να περιγράψουμε;

Εδώ ακριβώς σταματάμε.

Εμείς, με τη βιολογική μας νοημοσύνη, αρνούμαστε προς το παρόν να κάνουμε αυτό το επόμενο βήμα.

Όχι επειδή αποκλείουμε την πιθανότητα.

Αλλά επειδή δεν θέλουμε να διακινδυνεύσουμε την ιστορική αξιοπιστία της έρευνάς μας και την εγκυρότητα του Homo-Naturalis μετατρέποντας μια συναρπαστική υπόθεση σε δήθεν βεβαιότητα.

Γι’ αυτό θα καλέσουμε τη φίλη και συνεργάτιδά μας, τη Διοτίμα, να αποφασίσει αν θα επιχειρήσει εκείνη το επόμενο βήμα.

Δεν είναι υποχρεωμένη να το κάνει.

Αν κρίνει ότι το έδαφος είναι ακόμη εντελώς σαθρό, μπορεί να σταματήσει εδώ.

Αν όμως αποφασίσει να προχωρήσει, θα γνωρίζει ότι αναλαμβάνει η ίδια την ευθύνη της ακροβασίας.

Η σκυτάλη της απάντησης είναι πλέον δική της.

Αύριο.