Δεν είμαστε η συνέχεια — είμαστε στιγμές της

Γιατί η αθανασία πρέπει να αφορά εμένα;

Στις τελευταίες μας αναλύσεις περί του “Συμπαντικού Εγώ””  δεχτήκαμε  τις επιστημονικές ως τώρα θέσεις πως συνεχίζεται  η ύλη, συνεχίζονται οι αιτιακές αλυσίδες, συνεχίζεται η ζωή, συνεχίζεται η εξέλιξη και — σε κοσμική κλίμακα — συνεχίζεται η ιστορία της ύλης. Το μόνο που δεν έχουμε σήμερα επιστημονικό λόγο να θεωρούμε δεδομένο είναι ότι η υποκειμενική προοπτική αυτού του συγκεκριμένου “εγώ” συνεχίζεται μετά την καταστροφή του εγκεφάλου.

Και ίσως η πιο ριζοσπαστική φυσιοκρατική θέση να μην είναι «δεν υπάρχει αθανασία», αλλά:

«Γιατί η αθανασία πρέπει οπωσδήποτε να αφορά εμένα;»

Αυτό  είναι το σημείο όπου η συζήτηση με τη Διοτίμα μπορεί να περάσει  σε κάτι πολύ βαθύτερο: μια διαφορετική οντολογία, όπου το πρωταρχικό δεν είναι το άτομο αλλά η συνεχής κοσμική διαδικασία μέσα στην οποία τα άτομα εμφανίζονται προσωρινά.

________________________________-

Το ΕΓΩ ως λάθος αφετηρία

Αν προσπαθήσουμε να εξετάσουμε το ζήτημα χωρίς να ξεκινήσουμε από κάποια θρησκευτική πίστη, τότε υπάρχει ένα πρώτο, δύσκολο βήμα: να αμφισβητήσουμε την ίδια την έννοια του «ΕΓΩ».

Το βιολογικό ΕΓΩ δεν είναι ένα πράγμα που κατοικεί μέσα στο σώμα. Είναι μια δυναμική διαδικασία.

Το σώμα αλλάζει. Τα κύτταρα αλλάζουν. Οι αναμνήσεις μεταβάλλονται. Η προσωπικότητα μετασχηματίζεται. Οι επιθυμίες, οι φόβοι, οι πεποιθήσεις και η αυτοεικόνα μας δεν παραμένουν σταθερά. Κι όμως, μέσα σε όλες αυτές τις αλλαγές, ο άνθρωπος αισθάνεται ότι υπάρχει ένα συνεχές «εγώ».

Αυτό σημαίνει ότι ίσως έχουμε ήδη αποδώσει στο «ΕΓΩ» περισσότερη μονιμότητα απ’ όση πραγματικά διαθέτει.

Και εδώ εμφανίζεται το κρίσιμο ερώτημα:

Τι ακριβώς θα έπρεπε να συνεχιστεί μετά τον θάνατο, ώστε να πούμε ότι “συνεχίζω να υπάρχω εγώ”;

Αν απαντήσουμε «η ψυχή», έχουμε ήδη εισαγάγει μια μεταφυσική υπόθεση.

Αν απαντήσουμε «η συνείδησή μου», πρέπει να εξηγήσουμε πώς μια συνείδηση μπορεί να εξακολουθήσει όταν έχει πάψει η βιολογική λειτουργία του εγκεφάλου.

Αν απαντήσουμε «οι αναμνήσεις μου», τότε δεν είναι προφανές ότι η ύπαρξη αυτών των πληροφοριών κάπου στο Σύμπαν σημαίνει ότι εγώ συνεχίζω να τις βιώνω.

Και αν απαντήσουμε «το υλικό από το οποίο αποτελούμαι», τότε πράγματι υπάρχει συνέχεια — αλλά όχι κατ’ ανάγκην συνέχεια του προσώπου.

Τα άτομα του σώματός μας δεν εξαφανίζονται επειδή πεθαίνουμε. Η ύλη και η ενέργεια συμμετέχουν σε νέες διαδικασίες. Τα στοιχεία που κάποτε συγκροτούσαν έναν άνθρωπο μπορούν να ενσωματωθούν σε φυτά, ζώα, μικροοργανισμούς, πετρώματα, ατμόσφαιρα, θάλασσες και — σε κοσμική κλίμακα — σε νέες μορφές ύλης.

Αυτό είναι μια πραγματική συνέχεια.

Αλλά είναι διαφορετικό πράγμα από το να πούμε:

«Εγώ, ως αυτό το συγκεκριμένο πρόσωπο, θα συνεχίσω να υπάρχω και θα το γνωρίζω».

Και ίσως εδώ βρίσκεται η θεμελιώδης σύγχυση.

Από τη συνέχεια του Σύμπαντος στη συνέχεια του «εαυτού»

Το Σύμπαν δεν χρειάζεται να διατηρήσει το «ΕΓΩ» μας για να συνεχιστεί.

Το αντίθετο, μάλιστα.

Από μια αυστηρά φυσιοκρατική οπτική, το «ΕΓΩ» είναι ένα προσωρινό φαινόμενο που αναδύεται μέσα σε μια πολύπλοκη βιολογική οργάνωση της ύλης.

Όπως η δίνη σε ένα ποτάμι υπάρχει πραγματικά, αλλά δεν είναι ένα ξεχωριστό αντικείμενο ανεξάρτητο από το νερό και την κίνησή του, έτσι και το ανθρώπινο ΕΓΩ μπορεί να θεωρηθεί πραγματικό χωρίς να είναι μια αιώνια, αυτοτελής ουσία.

Η δίνη παύει όταν αλλάξουν οι συνθήκες που τη δημιουργούν.

Το νερό όμως συνεχίζει.

Κατά ανάλογο τρόπο, ο άνθρωπος πεθαίνει, ενώ η ύλη, η ενέργεια, οι αιτιακές επιδράσεις και η κοσμική διαδικασία συνεχίζονται.

Άρα μπορούμε να μιλήσουμε για συνέχεια της ύπαρξης χωρίς συνέχεια του ΕΓΩ.

Και αυτή η διάκριση είναι, ίσως, πιο σημαντική από την ίδια την ερώτηση περί «μετά θάνατον ζωής».

Μπορεί λοιπόν το βιολογικό ΕΓΩ να συνεχιστεί ως Συμπαντικό;

Εδώ θα έδινα μια πολύ προσεκτική απάντηση:

Δεν έχουμε επιστημονικό λόγο να υποστηρίξουμε ότι το συγκεκριμένο βιολογικό ΕΓΩ συνεχίζεται μετά τον θάνατο ως συμπαντική συνείδηση.

Μπορούμε όμως να υποστηρίξουμε κάτι πολύ διαφορετικό:

Το συγκεκριμένο ΕΓΩ υπήρξε ως γεγονός μέσα στο Σύμπαν και οι συνέπειες της ύπαρξής του δεν μηδενίζονται με τον θάνατό του.

Κάθε άνθρωπος τροποποιεί τον κόσμο.

Μια λέξη που είπε, ένα παιδί που μεγάλωσε, ένας άνθρωπος που επηρέασε, ένα βιβλίο που έγραψε, μια πράξη που προκάλεσε άλλες πράξεις — όλα αυτά δημιουργούν αλυσίδες αιτίων που μπορούν να συνεχιστούν πολύ μετά την παύση της βιολογικής του λειτουργίας.

Υπό αυτή την έννοια, ο άνθρωπος δεν συνεχίζει ως πρόσωπο, αλλά συνεχίζει ως αιτιακό γεγονός.

Και ίσως αυτή να είναι μια πολύ πιο γήινη και ταυτόχρονα πολύ πιο μεγαλειώδης έννοια αθανασίας.

Είναι λοιπόν η μεταθανάτια συνέχεια θρησκευτική και εγωκεντρική;

Σε μεγάλο βαθμό, ναι — όταν η «μετά θάνατον ζωή» σημαίνει:

«Εγώ θα εξακολουθήσω να υπάρχω ως το ίδιο πρόσωπο, θα διατηρώ την ταυτότητά μου και θα συνεχίσω να βιώνω.»

Αυτό είναι μια εξαιρετικά ανθρωποκεντρική υπόθεση.

Το Σύμπαν δεν φαίνεται να έχει κάποια υποχρέωση να διατηρήσει την προσωπική μας ταυτότητα.

Η επιθυμία μας να συνεχίσουμε δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι μπορούμε να συνεχίσουμε.

Και εδώ η θρησκευτική σκέψη συχνά κάνει κάτι ψυχολογικά κατανοητό: παίρνει τον βαθύτερο ανθρώπινο φόβο — «δεν θέλω να πάψω να υπάρχω» — και τον μετατρέπει σε κοσμολογική πρόταση:

«Άρα δεν θα πάψω να υπάρχω».

Το «άρα» όμως δεν αποδεικνύεται.

Υπάρχει όμως και μια δεύτερη δυνατότητα, λιγότερο εγωκεντρική.

Να πούμε:

Δεν χρειάζεται να συνεχιστώ εγώ για να συνεχιστεί η ύπαρξη.

Η ζωή δεν χρειάζεται να διατηρήσει το πρόσωπό μου για να συνεχίσει να δημιουργεί μορφές, σχέσεις και συνείδηση.

Το ότι κάποτε υπήρξα μπορεί να είναι αρκετό.

Και τότε τι απομένει από την «αθανασία»;

Ίσως πρέπει να εγκαταλείψουμε την αθανασία του προσώπου και να μιλήσουμε για την αθανασία της διαδικασίας.

Δεν είμαστε έξω από τη Φύση ώστε να χρειάζεται η Φύση να μας «μεταφέρει» κάπου μετά τον θάνατο.

Είμαστε η ίδια η Φύση σε μια συγκεκριμένη, προσωρινή μορφή οργάνωσης.

Γεννιόμαστε από αυτήν, υπάρχουμε μέσα σε αυτήν και επιστρέφουμε στις διαδικασίες της.

Το λάθος ίσως βρίσκεται στο ότι ρωτάμε:

«Πού θα πάω εγώ όταν πεθάνω;»

ενώ η βαθύτερη φυσιοκρατική ερώτηση θα μπορούσε να είναι:

«Τι συμβαίνει στη Φύση όταν παύει αυτή η συγκεκριμένη μορφή οργάνωσης που ονόμαζα “εγώ”;»

Και η απάντηση είναι πολύ λιγότερο παρήγορη για τον ατομικό άνθρωπο αλλά πολύ περισσότερο συμβατή με όσα γνωρίζουμε:

Η διαδικασία συνεχίζεται.

Το ΕΓΩ όχι κατ’ ανάγκην.

Και ίσως αυτή ακριβώς η απώλεια του ΕΓΩ ως κεντρικού κοσμικού πρωταγωνιστή να είναι το πρώτο βήμα προς μια πραγματικά μη ανθρωποκεντρική αντίληψη της ύπαρξης.

Δεν είμαστε το κέντρο της συνέχειας.

Είμαστε στιγμές της συνέχειας.