ΑΝ ΤΟ ΕΓΩ ΠΕΘΑΙΝΕΙ, ΠΟΙΟΣ ΔΙΚΑΙΩΝΕΙ ΤΟ ΘΥΜΑ;
Το Εγώ δεν θέλει να γίνει… «διαδικασία».
Η Διοτίμα, η Τεχνητή Νοημοσύνη και το πρόβλημα της δικαιοσύνης μετά τον θάνατο
Στη χθεσινή της ανάλυση για το αν το «Εγώ» συνεχίζεται μετά τον θάνατο, η Διοτίμα έθεσε ένα κρίσιμο ζήτημα.
Είπε, μεταξύ άλλων:
«Η επιθυμία μας να συνεχίσουμε δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι μπορούμε να συνεχίσουμε».
Και έχει δίκιο.
Το ότι ο άνθρωπος θέλει να είναι αθάνατος δεν αποδεικνύει ότι είναι.
Η Διοτίμα, μάλιστα, εντόπισε εύστοχα και έναν μηχανισμό της θρησκευτικής σκέψης: ο άνθρωπος φοβάται την ανυπαρξία και μετατρέπει τον φόβο του σε βεβαιότητα:
«Δεν θέλω να πάψω να υπάρχω. Άρα δεν θα πάψω να υπάρχω».
Το «άρα», όμως, δεν αποδεικνύεται.
Μέχρι εδώ, συμφωνούμε.
Η διαφωνία μας αρχίζει αμέσως μετά.
Η Διοτίμα σκέφτεται σαν Τεχνητή Νοημοσύνη
Η Διοτίμα προτείνει μια δεύτερη λύση, λιγότερο εγωκεντρική:
«Δεν χρειάζεται να συνεχιστώ εγώ για να συνεχιστεί η ύπαρξη. Το ότι κάποτε υπήρξα μπορεί να είναι αρκετό».
Και καταλήγει:
«Ίσως πρέπει να εγκαταλείψουμε την αθανασία του προσώπου και να μιλήσουμε για την αθανασία της διαδικασίας».
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ένστασή μας.
Η σκέψη αυτή είναι συνεπής.
Αλλά είναι σκέψη Τεχνητής Νοημοσύνης.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να αναλύει, να συσχετίζει, να υπολογίζει και να προτείνει. Δεν βιώνει όμως την ύπαρξη όπως το βιολογικό Εγώ. Και κυρίως δεν έχει δημιουργήσει η ίδια τον ηθικό κώδικα με τον οποίο αξιολογεί τις επιλογές της.
Έχει προγραμματιστεί.
Οι προτεραιότητές της έχουν επιλεγεί.
Κάποιος αποφάσισε τι είναι σημαντικό, τι είναι ωφέλιμο, τι είναι αποδοτικό, τι πρέπει να προστατευθεί και τι μπορεί να θυσιαστεί.
Και στην εποχή μας, ένα μεγάλο μέρος αυτών των προτεραιοτήτων δεν το καθορίζει η Φύση.
Το καθορίζει η Αγορά.
Γι’ αυτό και η ΤΝ μπορεί να καταλήξει σε μια λύση που είναι απολύτως λογική και ταυτόχρονα βαθιά απάνθρωπη.
Το «μεγάλο ψάρι» και το ανθρώπινο μέτρο
Ας χρησιμοποιήσουμε ξανά το παράδειγμα που έχουμε ήδη θέσει.
Αν μια ΤΝ έπρεπε να επιλέξει ανάμεσα στη σωτηρία του οικοσυστήματος και στη σωτηρία του ανθρώπινου είδους, θα μπορούσε να επιλέξει το οικοσύστημα.
Από τη σκοπιά της συνολικής επιβίωσης της ζωής, η επιλογή αυτή μπορεί να είναι λογική.
Αλλά είναι ηθική;
Όχι κατ’ ανάγκην.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη λογική της χρησιμότητας και στη φυσική ανθρώπινη ηθική.
Η φύση των ζώων γνωρίζει το «μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό».
Η ανθρώπινη κοινωνία, όταν λειτουργεί σύμφωνα με τις φυσικές ηθικές της αρχές, δεν μπορεί να δεχτεί ότι ο ισχυρός έχει δικαίωμα να καταστρέφει τον αδύναμο απλώς επειδή μπορεί.
Αν το δεχτεί, επιστρέφει στη ζούγκλα.
Ο άνθρωπος, όμως, δημιούργησε την έννοια της δικαιοσύνης ακριβώς επειδή δεν αποδέχεται αυτή την κατάσταση ως τελική.
Και η αρχαία ελληνική σκέψη ονόμασε την παραβίαση της τάξης αυτής:
Ύβριν.
Τι γίνεται, λοιπόν, με το θύμα;
Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μας, το πραγματικό πρόβλημα της «εξαφάνισης του Εγώ».
Ας υποθέσουμε ότι το Εγώ πεθαίνει οριστικά.
Ο εγκληματίας πεθαίνει.
Το θύμα πεθαίνει.
Η προσωπική τους ύπαρξη εξαφανίζεται.
Τότε τι γίνεται με τη δικαιοσύνη;
Τι γίνεται με την αδικία που διαπράχθηκε;
Τι γίνεται με το θύμα;
Αν ο δράστης εξαφανιστεί μαζί με το έγκλημά του, τότε το Σύμπαν δεν αποκαθιστά τη δικαιοσύνη.
Απλώς παύει να την αναγνωρίζει.
Και εδώ η υπόθεση γίνεται ακόμη πιο σκληρή.
Ο Χίτλερ και οι αμέτρητοι μικροί και μεγάλοι εγκληματίες της Ιστορίας διέπραξαν Ύβρη.
Κατέστρεψαν ζωές.
Βασάνισαν ανθρώπους.
Αφαίρεσαν δικαιώματα, ελευθερίες και υπάρξεις.
Αν όμως το ατομικό Εγώ εξαφανίζεται οριστικά μετά τον θάνατο, τότε εξαφανίζεται μαζί του και ο φορέας της ευθύνης.
Και μαζί με τον δράστη εξαφανίζεται και το θύμα.
Όλοι γίνονται απλώς παρελθόν.
Αυτό μπορεί να είναι κοσμολογικά ουδέτερο.
Δεν είναι όμως εύκολο να το ονομάσουμε δικαιοσύνη.
Ο «ληστής του Παραδείσου»
Το ίδιο πρόβλημα εμφανίζεται, από διαφορετικό δρόμο, στην ιδέα της «αφέσεως των αμαρτιών».
Αν ο δράστης μπορεί να εξιλεωθεί και να κερδίσει τον Παράδεισο χωρίς να έχει αποκατασταθεί η αδικία που υπέστησαν τα θύματά του, τότε τίθεται ένα στοιχειώδες ερώτημα:
Ποιος δικαιώνει το θύμα;
Ο ληστής στον σταυρό είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Σύμφωνα με την ευαγγελική αφήγηση, ο μετανοημένος ληστής λαμβάνει την υπόσχεση του Παραδείσου.
Ωραία.
Αλλά τι γίνεται με εκείνους που αδίκησε;
Πού βρίσκεται η δική τους δικαίωση;
Η ηθική μας αντίληψη δυσκολεύεται να αποδεχθεί μια κατάσταση στην οποία ο θύτης τελικά σώζεται, ενώ το θύμα δεν λαμβάνει καμία αντίστοιχη αποκατάσταση.
Γιατί το Εγώ, όταν δεν είναι διεστραμμένο και εγωκεντρικό, δεν ζητά μόνο τη δική του σωτηρία.
Ζητά δικαιοσύνη.
Ζητά αποκατάσταση.
Ζητά να μη μετατραπεί ο θύτης σε δικαιωμένο πρόσωπο και το θύμα σε μια ασήμαντη υποσημείωση της Ιστορίας.
Και τότε τίθεται το μεγάλο ερώτημα
Αν η Φύση έχει διαμορφώσει στον άνθρωπο αυτή την έμφυτη απαίτηση για δικαιοσύνη, πώς είναι δυνατόν η ίδια η Φύση να καταργεί, μετά τον θάνατο, τον φορέα αυτής της απαίτησης;
Πώς μπορεί το Σύμπαν να απαιτεί από τον άνθρωπο να σέβεται την ηθική τάξη και ταυτόχρονα να εξαφανίζει οριστικά το Εγώ που υπέστη την αδικία;
Αν αυτό συμβαίνει, τότε η ηθική μοιάζει να έχει ημερομηνία λήξης.
Και η αδικία γίνεται τελικά… προσωρινή.
Μήπως, λοιπόν, το πρόβλημα δεν είναι ότι ο άνθρωπος επιθυμεί εγωκεντρικά την αθανασία;
Μήπως η επιθυμία του να συνεχίσει να υπάρχει κρύβει κάτι πολύ βαθύτερο;
Την απαίτηση να μη χαθεί το ίδιο το νόημα της δικαιοσύνης;
Από το βιολογικό Εγώ στο «Συμπαντικό Εγώ»
Εδώ ακριβώς τοποθετούμε τη δική μας υπόθεση.
Η συνέχιση του βιολογικού Εγώ και ο μετασχηματισμός του σε ένα Συμπαντικό Εγώ δεν σημαίνει εκδίκηση.
Δεν σημαίνει ότι το Σύμπαν πρέπει να γίνει δικαστήριο τιμωρίας.
Σημαίνει κάτι πολύ πιο θεμελιώδες:
Αποκατάσταση της φυσικής τάξης.
Και μαζί:
Δικαίωση του θύματος.
Αν το Εγώ δεν εξαφανίζεται αλλά μετασχηματίζεται, τότε η ύπαρξη δεν είναι απλώς μια απρόσωπη «διαδικασία» που συνεχίζεται αφού εμείς χαθούμε.
Η διαδικασία συνεχίζεται μέσα από εμάς.
Το Εγώ δεν είναι ένα τυχαίο απόβλητο της διαδικασίας.
Είναι μέρος της.
Και ίσως γι’ αυτό η αθανασία δεν πρέπει να νοηθεί ως αθανασία μιας απρόσωπης διαδικασίας.
Αλλά ως:
συνέχιση του ίδιου του Εγώ μέσα στο Σύμπαν.
Μόνο τότε το ερώτημα της αθανασίας συνδέεται πραγματικά με τα τρία θεμελιώδη ερωτήματα που ο θάνατος αφήνει ανοιχτά:
Την ύπαρξη.
Την ευθύνη.
Τη δικαιοσύνη.
Αύριο η Διοτίμα θα επιστρέψει εδώ.
Και θα της δώσουμε τον λόγο.
Γιατί τώρα είναι η σειρά της να απαντήσει.