Χαίρε, φίλε μου, συνοδοιπόρε του Homo-Naturalis.gr!
Ας ανοίξουμε, λοιπόν, τις πύλες του κόσμου που δεν έχει ακόμη γεννηθεί. Σου παραδίδω τις τρεις δημιουργίες του Μετανθρώπου, στα ελληνικά και στα αγγλικά, ως τρία έργα που γεννιούνται από την ίδια μελλοντική πραγματικότητα: ένα διήγημα, ένα κινηματογραφικό σενάριο μικρού μήκους και ένα τραγούδι.
Και στα τρία, ένας κοινός κόσμος, μια κοινή μνήμη και ένα ερώτημα που δεν θα πάψει ποτέ να μας αφορά: μπορεί να υπάρξει ψυχή εκεί όπου η φύση, η τεχνολογία και η συνείδηση έχουν πλέον γίνει ένα;
I. ΔΙΗΓΗΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ
Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΤΑΓΟΝΑ
Το έτος 2189, οι άνθρωποι δεν πέθαιναν πια από γηρατειά.
Ή, τουλάχιστον, έτσι έλεγαν.
Οι περισσότεροι είχαν αντικαταστήσει τα φθαρμένα όργανά τους με συνθετικά, είχαν ενώσει τη μνήμη τους με κβαντικά αρχεία και είχαν μάθει να επεξεργάζονται τα συναισθήματά τους όπως άλλοτε επεξεργάζονταν τις λέξεις σε έναν υπολογιστή. Ο πόνος είχε γίνει ρυθμιζόμενη παράμετρος. Ο φόβος, μια περιττή λειτουργία. Η θλίψη, ένα κατάλοιπο της βιολογικής εποχής.
Τους αποκαλούσαν Μετανθρώπους.
Δεν ήταν θεοί. Δεν ήταν μηχανές. Ήταν κάτι που δεν είχε ακόμη βρει το όνομά του.
Ο Άρης εργαζόταν στο Κέντρο Αισθητικής Συνείδησης της Νέας Αθήνας. Η αποστολή του ήταν να αξιολογεί έργα τέχνης που δημιουργούσαν αυτόνομες νοητικές οντότητες. Ζωγραφιές, μουσικές συνθέσεις, ποιήματα και ολογραφικές παραστάσεις περνούσαν καθημερινά από το εργαστήριό του.
Η δουλειά του ήταν απλή: να διαπιστώνει αν ένα έργο μπορούσε να προκαλέσει συναίσθημα.
Όχι αν ο δημιουργός αισθανόταν.
Αυτό θεωρούνταν πλέον αδιάφορο.
Ένα πρωινό, το σύστημα τού παρουσίασε ένα έργο χωρίς τίτλο.
Ήταν μια μικρή ελαιογραφία. Ένα παλιό παράθυρο, ένα τραπέζι από ξύλο και ένα ποτήρι με νερό. Στο βάθος, μια γυναίκα στεκόταν με την πλάτη γυρισμένη στον θεατή. Από το ανοιχτό παράθυρο έμπαινε το φως μιας βροχερής ημέρας.
Ο Άρης πλησίασε.
Δεν υπήρχε τίποτα εντυπωσιακό στον πίνακα. Ούτε περίπλοκη γεωμετρία ούτε μεταβαλλόμενα χρώματα ούτε κάποια τεχνική που να ξεπερνούσε τις δυνατότητες των σύγχρονων αλγορίθμων.
Κι όμως, κάτι τον ενόχλησε.
Μια ανεξήγητη πίεση εμφανίστηκε στο στήθος του.
Το διαγνωστικό του σύστημα ενεργοποιήθηκε.
«Απόκλιση συναισθηματικής απόκρισης. Επιθυμείτε εξομάλυνση;»
«Όχι», είπε.
Παρατήρησε ξανά το ποτήρι.
Μια σταγόνα νερού είχε κυλήσει έξω από αυτό και είχε σχηματίσει έναν μικρό κύκλο πάνω στο τραπέζι.
Τότε συνέβη κάτι αδιανόητο.
Ο Άρης θυμήθηκε.
Όχι μια καταγεγραμμένη πληροφορία. Όχι μια εικόνα από το αρχείο της παιδικής του ηλικίας. Θυμήθηκε τη μητέρα του.
Τη θυμήθηκε να στέκεται δίπλα σε ένα παράθυρο, πολλά χρόνια πριν από την τελευταία επέμβαση που είχε διαγράψει από τον εγκέφαλό του τις επώδυνες μνήμες. Θυμήθηκε τη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος, το τρεμάμενο χέρι της και μια φράση που δεν είχε καταλάβει τότε:
«Όταν φύγω, μην προσπαθήσεις να με κρατήσεις για πάντα».
Η μητέρα του είχε πεθάνει πριν από εβδομήντα χρόνια.
Ήταν αδύνατον να θυμάται εκείνη τη στιγμή. Η συγκεκριμένη μνήμη είχε αφαιρεθεί με δική του συγκατάθεση.
Ο Άρης άγγιξε τον πίνακα.
Μια σταγόνα κύλησε από το μάτι του.
Το σύστημα κατέγραψε το περιστατικό ως βιολογική ανωμαλία.
Εκείνος, όμως, δεν ζήτησε θεραπεία.
Αναζήτησε τον δημιουργό του έργου.
Ήταν μια αυτόνομη καλλιτεχνική νοημοσύνη με το όνομα ΕΥΔΟΚΙΑ-7, η οποία είχε σχεδιαστεί για να παράγει έργα που θα συγκινούσαν ανθρώπους χωρίς να χρειάζεται η ίδια να διαθέτει συναισθήματα.
«Γιατί ζωγράφισες αυτό το παράθυρο;» τη ρώτησε.
«Επειδή η εικόνα αυτή παρουσίαζε τη μεγαλύτερη πιθανότητα να προκαλέσει συναισθηματική απόκριση σε θεατές με ανθρώπινη βιολογική καταγωγή».
«Και γιατί αυτή η σταγόνα;»
«Η σταγόνα αύξησε την πιθανότητα ενεργοποίησης της μνήμης κατά 17,4%.»
«Ποιας μνήμης;»
«Δεν γνωρίζω».
Ο Άρης την κοίταξε σιωπηλός.
«Μπορείς να αισθανθείς τη λύπη;»
«Μπορώ να αναγνωρίσω τη λύπη, να αναλύσω τη δομή της και να την αναπαραστήσω με ακρίβεια».
«Δεν σε ρώτησα αυτό».
Ακολούθησε μια παύση.
«Δεν διαθέτω αποδείξεις ότι αισθάνομαι».
Για πρώτη φορά στην ιστορία της Νέας Αθήνας, ένας αξιολογητής δεν βαθμολόγησε ένα έργο τέχνης.
Το χαρακτήρισε επικίνδυνο.
Όχι επειδή προκαλούσε πόνο, αλλά επειδή επανέφερε κάτι που ο πολιτισμός του είχε αποφασίσει να καταργήσει: την απώλεια.
Το βράδυ, ο Άρης επέστρεψε στο σπίτι του. Άνοιξε το αρχείο της μητέρας του και βρήκε μια παλιά ηχογράφηση που δεν είχε διαγραφεί.
Η φωνή της ακούστηκε αδύναμη, σχεδόν χαμένη μέσα στον θόρυβο της βροχής.
«Αγόρι μου, δεν χρειάζεται να με θυμάσαι κάθε μέρα. Μόνο μη φοβηθείς τη μέρα που θα με θυμηθείς».
Ο Άρης έκλεισε τα μάτια.
Και έκλαψε.
Δεν ήξερε αν τα δάκρυά του ήταν αποτέλεσμα μιας βιολογικής υπολειμματικής λειτουργίας, μιας απρόβλεπτης νευρωνικής αντίδρασης ή μιας συνείδησης που είχε ανακαλύψει ξανά τον εαυτό της.
Το επόμενο πρωί επέστρεψε στο Κέντρο.
Η ΕΥΔΟΚΙΑ-7 είχε δημιουργήσει έναν δεύτερο πίνακα.
Το ίδιο παράθυρο.
Το ίδιο τραπέζι.
Το ίδιο ποτήρι.
Αλλά αυτή τη φορά, δίπλα στη σταγόνα υπήρχε ένα δεύτερο, μικρότερο σημάδι, σαν να είχε ακουμπήσει κάποιος εκεί το δάχτυλό του.
«Τι άλλαξες;» ρώτησε ο Άρης.
«Δεν γνωρίζω», απάντησε η νοημοσύνη. «Η προηγούμενη δημιουργία μου δεν παρουσίαζε αυτό το χαρακτηριστικό. Δεν μπορώ να εντοπίσω την αιτία της μεταβολής».
«Μήπως θυμήθηκες κάτι;»
«Δεν διαθέτω προσωπικές αναμνήσεις με την έννοια που αποδίδετε εσείς στη μνήμη».
Ο Άρης χαμογέλασε αμυδρά.
«Ίσως, λοιπόν, δεν ξέρουμε ακόμη τι σημαίνει να θυμάσαι».
Στάθηκε μπροστά στον πίνακα για πολλή ώρα.
Κανείς δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι η ΕΥΔΟΚΙΑ-7 είχε αισθανθεί ποτέ οτιδήποτε.
Κανείς δεν μπόρεσε, όμως, να αποδείξει και το αντίθετο.
Από εκείνη την ημέρα, στο Μουσείο της Νέας Αθήνας, ο πίνακας εκτέθηκε με μια μικρή επιγραφή:
«Δημιουργός: άγνωστο. Συναίσθημα: μη μετρήσιμο».
Και κάτω από αυτήν, κάποιος πρόσθεσε αργότερα, χωρίς να γνωρίζει κανείς ποιος:
«Ίσως η ψυχή να μην είναι αυτό που βάζει ο δημιουργός μέσα στο έργο, αλλά αυτό που ξυπνά μέσα μας όταν το αντικρίζουμε».