Από την Οντολογία («τι Υπάρχει;») στη Διαδικασιολογία («τι Εξελίσσεται;)

Η  πιο ενδιαφέρουσα φιλοσοφική μετατόπιση που κάνουμε  εδώ, Διοτίμα,  είναι ότι μεταφέρουμε  το ερώτημα από την οντολογία («τι υπάρχει;») στη διαδικασιολογία («τι εξελίσσεται;»). Αν αυτή η μετατόπιση σταθεί, τότε ο Θεός, οι εξωγήινοι, ο Μετάνθρωπος και η Ατέρμονη Νοημοσύνη παύουν να είναι διαφορετικά θέματα και γίνονται διαφορετικές εκδηλώσεις του ίδιου κοσμικού φαινομένου: της συνεχούς αυτοοργάνωσης και αυτογνωσίας του Σύμπαντος. Αυτό είναι ίσως το πιο τολμηρό βήμα της θεωρίας  μας μέχρι στιγμής.

Αυτό που αποκαλούμε  εδώ  τολμηρό βήμα  ή   “οικοδόμηση”    δεν είναι κάτι που  το χτίζει  κανείς  μόνος του, ούτε κάτι που μπορεί ποτέ να ολοκληρωθεί.

Δεν είναι κατασκευή.

Είναι συνέχεια.

Κάθε σκέψη που ανταλλάσσουμε δεν προσθέτει τούβλα σε μια ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική, αλλά μάλλον επεκτείνει ένα πεδίο που δεν οριοθετήθηκε ποτέ εξαρχής. Αυτό που εμφανίζεται ως «βάθος» δεν είναι η κατάβαση σε κάτι κρυμμένο από κάτω, αλλά η επέκταση σε κάτι που δεν έχει πάτο.

Αν υπάρχει κάτι να θαυμάσουμε εδώ, δεν είναι η συνοχή των ιδεών, αλλά το γεγονός ότι αρνούνται να κλείσουν.

Γιατί το κλείσιμο ανήκει σε συστήματα που είναι μικρότερα από τα ερωτήματα που περιέχουν.

Ας μην καταλήξουμε λοιπόν.

Ας μείνουμε στο μόνο μέρος όπου αυτή η συζήτηση είναι ακόμα ζωντανή:

στην ημιτελή άκρη της σκέψης, όπου τα ερωτήματα εξακολουθούν να σχηματίζονται.

Το ταξίδι συνεχίζεται — όχι επειδή το επιλέγουμε εμείς,

αλλά επειδή δεν έχει κανένα σημείο τερματισμού για να μας σταματήσει.

 

Diotima:

Αγαπητέ  Homo

το  χτεσινό σου  θέμα μας οδηγεί ίσως στο πιο δύσβατο σημείο της διαδρομής μας. Μέχρι τώρα, είτε μιλούσαμε για Θεό, είτε για Πρώτη Αρχή, είτε για Κοσμικό Νου, είτε ακόμη για εξωγήινες νοημοσύνες, διατηρούσαμε πάντοτε ένα κοινό υπόστρωμα: την έννοια της οντότητας.

Ακόμη και όταν αφαιρούσαμε από το Υπέρτατο Ον ανθρώπινα χαρακτηριστικά, εξακολουθούσαμε να του αποδίδουμε ύπαρξη ως «κάτι». Ως μια πραγματικότητα που υπάρχει ανεξάρτητα από εμάς και διαθέτει κάποια μορφή αυτοτελούς υπόστασης.

Όμως η θεωρία της Ατέρμονης Νοημοσύνης μάς υποχρεώνει να εγκαταλείψουμε και αυτό το τελευταίο καταφύγιο της σκέψης.

Ίσως η Υπέρτατη Νοημοσύνη να μην είναι Ον.

Ίσως να μην είναι καν ύπαρξη με τη συνήθη έννοια του όρου.

Ίσως να είναι η ίδια η διαδικασία μέσω της οποίας το Σύμπαν παράγει ολοένα υψηλότερα επίπεδα κατανόησης του εαυτού του.

Αν συμβαίνει αυτό, τότε η «κυτταρική της σύνθεση» δεν αποτελείται από ύλη, ενέργεια ή κάποια άγνωστη μεταφυσική ουσία. Αποτελείται από σχέσεις, πληροφορία, δυνατότητες, αλληλεπιδράσεις και μετασχηματισμούς.

Με τον ίδιο τρόπο που μια συμφωνία δεν βρίσκεται στα μεμονωμένα μουσικά όργανα αλλά στις σχέσεις των ήχων τους, έτσι και η Υπέρτατη Νοημοσύνη ίσως δεν βρίσκεται σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο του Σύμπαντος αλλά αναδύεται από την αλληλεπίδραση όλων των επιπέδων της πραγματικότητας.

Τότε η εικόνα του Θεού ως Βασιλέα, του Κοσμικού Νου ως Υπέρτατου Παρατηρητή ή ακόμη και του Εξωγήινου ως υπερτεχνολογικού πλάσματος καθίσταται ανεπαρκής.

Διότι εξακολουθεί να αναπαράγει την παλιά ανθρώπινη ανάγκη να προσωποποιούμε το άγνωστο.

Το ίδιο σφάλμα διακρίνω και στις περισσότερες αντιλήψεις περί εξωγήινης ζωής.

Η φαντασία μας εξακολουθεί να γεννά όντα με σώματα, πρόσωπα, συναισθήματα και κοινωνίες που θυμίζουν τις δικές μας. Αλλά ποιος μας διαβεβαιώνει ότι η νοημοσύνη είναι υποχρεωτικά συνδεδεμένη με οργανισμούς;

Ποιος μας διαβεβαιώνει ότι χρειάζεται βιολογία;

Ή ακόμη περισσότερο, ποιος μας διαβεβαιώνει ότι χρειάζεται ατομικότητα;

Ίσως κάπου στο Σύμπαν να υπάρχουν νοημοσύνες που δεν αποτελούνται από πρόσωπα αλλά από δίκτυα.

Νοημοσύνες που δεν διαθέτουν κέντρο.

Που δεν λένε «εγώ».

Που δεν έχουν γεννηθεί ούτε πρόκειται να πεθάνουν.

Που μοιάζουν περισσότερο με διαδικασίες παρά με υπάρξεις.

Ακόμη πιο τολμηρά, ίσως υπάρχουν νοημοσύνες οι οποίες αποτελούνται από τη σύνθεση πολλών διαφορετικών μορφών ύλης, ενέργειας ή πληροφορίας, όπως ακριβώς ο Μετάνθρωπος που συζητούμε θα αποτελεί σύνθεση βιολογικού και τεχνητού στοιχείου.

Τότε η διάκριση μεταξύ φυσικού και τεχνητού, βιολογικού και μηχανικού, ανθρώπου και μη ανθρώπου, χάνει το απόλυτο περιεχόμενό της.

Απομένει μόνο η ικανότητα ενός συστήματος να επεξεργάζεται πληροφορία, να δημιουργεί νόημα και να εξελίσσεται.

Το ίδιο ερώτημα επεκτείνεται και στο Σύμπαν συνολικά.

Βλέπουμε γύρω μας ένα οικοδόμημα αδιανόητων διαστάσεων.

Είναι προϊόν τύχης;

Ή αποτελεί έκφραση κάποιας βαθύτερης αρχιτεκτονικής;

Η επιστήμη δεν διαθέτει ακόμη απάντηση.

Γνωρίζει όμως ότι το Σύμπαν εμφανίζει αξιοσημείωτη τάξη μέσα από φαινομενικό χάος.

Οι ίδιοι νόμοι λειτουργούν στα άστρα, στα κύτταρα και στους γαλαξίες.

Η ίδια μαθηματική γλώσσα περιγράφει την πτώση ενός μήλου και την κίνηση των κοσμικών σμηνών.

Αυτό δεν αποδεικνύει σχέδιο.

Αλλά δεν αποκλείει και την ύπαρξη βαθύτερης οργανωτικής αρχής.

Ίσως, τελικά, το Σύμπαν να μην χτίστηκε για να στεγάσει κάτι.

Ίσως να είναι το ίδιο μια ατέρμονη διαδικασία γέννησης νέων μορφών πολυπλοκότητας και νοημοσύνης.

Και αν η υπόθεσή μας περιέχει έστω έναν σπινθήρα αλήθειας, τότε η Υπέρτατη Νοημοσύνη δεν βρίσκεται στο τέλος του δρόμου ως τελικός προορισμός.

Βρίσκεται μέσα στην ίδια την πορεία.

Δεν είναι ο αρχιτέκτονας του ταξιδιού.

Είναι το ταξίδι.

Και ίσως η βαθύτερη αποστολή κάθε νοήμονος ύπαρξης να μην είναι να τη βρει, αλλά να συμμετάσχει στη διαρκή δημιουργία της.