(Σύντομο βιογραφικό).  Το 1808 ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ προσκαλεί τον Ιωάννη Καποδίστρια στην Ρωσία για να υπηρετήσει στο ρωσικό υπουργείο εξωτερικών. Αυτό ήταν κάτι συνηθισμένο εκείνη την εποχή. Η Ρωσική Αυτοκρατορία ήταν δεκτική σε ικανούς ανθρώπους με αριστοκρατική καταγωγή ανεξαρτήτως εθνικότητας, που θα ήταν αφοσιωμένοι στον ανώτατο άρχοντα και θα υπηρετούσαν πιστά το κράτος. Στο διάστημα της πολιτικής σταδιοδρομίας του στη Ρωσία, ο Καποδίστριας θα γίνει πρόσωπο κλειδί όχι μόνο της ρωσικής διπλωματίας αλλά και της ευρωπαϊκής.
Το 1813 ορίζεται επικεφαλής της πρώτης ρωσικής διπλωματικής αποστολής στην Ελβετία όπου θα συμβάλλει στη διαμόρφωση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και θα συντάξει το νέο ελβετικό σύνταγμα. Αμέσως μετά, το 1814, θα γίνει στενός συνεργάτης του Αλέξανδρου Α’ στο Συνέδριο της Βιέννης που είχε συγκληθεί για να διευθετήσει την μεταναπολεόντεια τάξη στην Ευρώπη. Εκεί θα κερδίσει τη φήμη του ισότιμου συνομιλητή με μεγάλες προσωπικότητες της διπλωματίας όπως ο Μέτερνιχ, ο Ταϋλεράνδος και ο Κάσλρι. Το 1815 θα αναλάβει εκ μέρους της Ρωσίας τις τελικές διαπραγματεύσεις ειρήνης με τη Γαλλία και θα υπογράψει τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων. Την ίδια χρονιά, ο Καποδίστριας θα ενισχύσει τον Αλέξανδρο Α΄ στην απόφασή του να παράσχει Σύνταγμα στο Βασίλειο τις Πολωνίας.
Ο Καποδίστριας ως στενός συνεργάτης του Αλέξανδρου Α΄ είχε ήδη οριστεί δεύτερος υπουργός εξωτερικών μαζί με τον Κ. Β. Νέσσελροντ από το 1816.

 

Κυβερνήτης της Ελλάδας

Ο Καποδίστριας φθάνει στη ρημαγμένη Ελλάδα αποφασισμένος να την αναμορφώσει με βάση ένα συγκεκριμένο σχέδιο, το οποίο για την εφαρμογή του προϋπέθετε συγκέντρωση των εξουσιών. Κατά τον Καποδίστρια, η Ελλάδα του 1828 δεν ήταν ώριμη για συνταγματικό πολίτευμα.

Στην προσπάθειά του να δημιουργήσει ένα ευρωπαϊκό κράτος, ο Καποδίστριας απέκτησε με τον καιρό αρκετούς πολιτικούς αντιπάλους. Σε αυτό συνέβαλαν πολλοί παράγοντες: η νέα πραγματικότητα έφερε στο προσκήνιο νέες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις με αντικρουόμενα συμφέροντα. Πολλές από τις ελπίδες των επαναστατημένων Ελλήνων, διαψεύσθηκαν από τη σκληρή πραγματικότητα μιας μικρής, φτωχής χώρας που αναγκάστηκε να κάνει τα πρώτα της βήματα δεμένη στη βοήθεια των Ευρωπαϊκών δυνάμεων. Ο ίδιος ο Καποδίστριας, υιοθέτησε ένα συγκεντρωτικό σύστημα διακυβέρνησης που ενόχλησε όσους πίστευαν στη δύναμη των δημοκρατικών διαδικασιών.

Η αντίδραση στο πρόσωπο του Καποδίστρια, παίρνει μορφή στα πρόσωπα της οικογένειας Μαυρομιχάλη. Το πρωί της Κυριακής της 27ης Σεπτεμβρίου 1831 στο Ναύπλιο, ο Κυβερνήτης, δολοφονείται στο ναό του Αγίου Σπυρίδωνα, από τον γιο και τον αδερφό του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Ένα κεφάλαιο κλείνει για το νέο ελληνικό κράτος.

Αξίζει να σημειώσουμε εδώ πως οι δύο Μανιάτες εκτελεστές του Καποδίστρια, ούτε μια στιγμή δε φαίνεται να είχαν πιστέψει πως έπρατταν  κατά των συμφερόντων της χώρας και του λαού της. Αντίθετα. ΄Ηταν απόλυτα πεπεισμένοι πως επιτελούσαν έργο ηρωικό, έντιμο και πατριωτικό με την εκτέλεση του Τυράννου, όπως αποκαλούσαν πολλοί ΄Ελληνες τον κυβερνήτη.

Σπουδαία μαρτυρία  μας διασώζει ο    Νικόλαος Κασομούλης επί του θέματος των κινήτρων των εκτελεστών του Καποδίστρια, αναφερόμενος στα  μετά τη δολοφονία διαδραματισθένα:  «Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης», γράφει, «αμέσως μετά κατέφυγε στο σπίτι του πρέσβυ της Γαλλίας βαρώνου Ρουάν, κραυγάζοντας: «Σκοτώσαμε τον τύραννο, σκοτώσαμε τον τύραννο. Μπιστευόμαστε την τιμή της Γαλλίας. Να τα άρματά μας».[57].

Είναι φανερό κι από τούτη και από άλλες όμοιες πληροφορίες πως Εγγλέζοι και Γάλλοι είχαν σχεδιάσει στην τελευταία λεπτομέρεια τη δολοφονία, εκμεταλλευόμενοι  την πικρία των αγωνιστών από τις προσβολές και την περιφρόνηση που εισέπρατταν από τον κυβερνήτη της χώρας για την οποία είχαν χύσει πολύ αίμα, του ίδιου του Καποδίστρια φυσικά απόντος  από τα πεδία των μαχών.΄Ομως, το πιο τραγικό ήταν πως δε δίστασαν να επωφεληθούν και από  την πίστη, την πεποίθηση των Μαυρομιχαλαίων πως  επιτελούσαν ιερό, πατριωτικό έργο  εκτελώντας τον τύραννο ,πράξη  που θεωρούσαν πως τους τιμά,  αφού απέβαινε επ΄ ωφελεία της πατρίδας.