Δεν κατάλαβες, Ιταλέ…

Χρόνια πριν (2009)   υποστηρίζαμε εδώ, όσα σήμερα (ορθά και τεκμηριωμένα) επισημαίνει στο άρθρο του ο Ιταλός αρχαιολόγος. Αλλά, ας μη διαμαρτύρεται.  Εδώ το λένε   Ελληνιστάν. Και   η   «ορθοφωνία»      πνίγεται από τις κραυγές του εθνικιστικού όχλου ,    της συντεχνίας που  αναδεύει   τα λύματα και απόβλητα    της χαβούζας    του     Γκεμπελιστάν και  των δημαγωγών  εθνοπατέρων  , όπως h  μακαρίτισσα Μελίνα Μερκούρη που  μια ζωή  πέταγε   τη σκούφια της  για   τζέρτζελο   και σαματά.

΄Εχουμε υποστεί  τα ίδια και χειρότερα και συνεχίζουμε με υπομονή και κατανόηση, έχοντας υπόψη μας πως  τον ηλίθιο, το θερμοκέφαλο και ειδικά τον εθνικιστή είναι αδύνατο να τον νικήσεις.  Χάνεις τη φαιά ουσία σου. Γι΄ αυτό  ή τον προσπερνάς  και κάνεις  τη δουλειά σου ή τα παίρνεις κρανίο και…λακτίζεις προς κέντρα.     

Δια του λόγου το αληθές:

1. Ιταλός αρχαιολόγος: Ελληνική προπαγάνδα ο επαναπατρισμός των Γλυπτών του Παρθενώνα – Η Μελίνα Μερκούρη το ξεκίνησε

Έχει μείνει στην Αθήνα για τέσσερα χρόνια – Το Μουσείο της Ακρόπολης ακύρωσε ομιλία του, εξαιτίας των θέσεων που υπερασπίζεται

Ο Ιταλός αρχαιολόγος Mario Trabucco della Torretta διαφωνεί με τον επαναπατρισμό των Γλυπτών του Παρθενώνα, καθώς θεωρεί ότι πρόκειται για ελληνική προπαγάνδα που ξεκίνησε η Μελίνα Μερκούρη όταν έγινε πολιτικός.

Σε άρθρο που έγραψε στην The Telegraph ισχυρίστηκε ότι δεν εκλάπησαν από τον λόρδο Έλγιν, όπως και ότι η θέση τους και ιστορία τους είναι στο Βρετανικό Μουσείο πλέον.

Ακολουθεί το άρθρο του:

«Είμαι κλασικός αρχαιολόγος και έχω αφιερώσει πολλά χρόνια στη μελέτη της Ελλάδας και του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Έζησα επίσης στην Αθήνα για τέσσερα χρόνια, απολαμβάνοντας τη ζεστασιά τόσο του καιρού όσο και των ανθρώπων της. Ωστόσο, στα μάτια των ελληνικών εθνικιστών, είμαι ένοχος για ένα από τα χειρότερα δυνατά εγκλήματα: δεν πιστεύω ότι τα Γλυπτά του Παρθενώνα πρέπει να επιστρέψουν στην Αθήνα. Και γι’ αυτό το λόγο με έχουν ακυρώσει.

Όλα ξεκίνησαν το 2021, όταν το αρχαιολογικό μουσείο της γενέτειράς μου, του Παλέρμο στη Σικελία, αποφάσισε να παρακάμψει ολόκληρο το νομικό πλαίσιο στο οποίο βασίζεται η διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς στην Ιταλία και να αποστείλει στο Μουσείο της Ακρόπολης στην Αθήνα ένα μικρό τμήμα της ζωφόρου του Παρθενώνα, το οποίο αποτελούσε μέρος της συλλογής της Σικελίας για σχεδόν 200 χρόνια.

Το έργο είχε δοθεί ως δάνειο στην Ελλάδα και στο παρελθόν, αλλά πάντα επέστρεφε. Αυτή τη φορά, το ονόμασαν “κατάθεση”, με σκοπό να το κρατήσουν εκεί για πάντα. Είναι παράνομο, αλλά “φαίνεται ωραίο” στις κάμερες.

Εκείνη την εποχή, έγραψα μερικά άρθρα στα οποία αντιτάχθηκα στην κίνηση αυτή, υποστηρίζοντας ότι, για τον ιστορικό και τον αρχαιολόγο, η ιστορία που οδήγησε το συγκεκριμένο θραύσμα στο Παλέρμο ήταν εξίσου σημαντική με την ιστορία της δημιουργίας του Παρθενώνα, και ότι δεν ήταν δυνατόν να θυσιάσει κανείς τη μία για χάρη της άλλης. Αυτό προκάλεσε αμέσως κάποιο ενδιαφέρον: πώς ήταν δυνατόν ένας αρχαιολόγος να αντιταχθεί στην επανένταξη ενός θραύσματος στο μνημείο από το οποίο προήλθε; Πώς τολμούσε να αμφισβητήσει το υπέρτατο δόγμα της πολιτιστικής επαναπατρισμού; Ήμουν μια ιδιαιτερότητα, μια λευκή μύγα.

Γλυπτά Παρθένωνα Βρετανικό Μουσείο

Τα τελευταία πέντε χρόνια, αγωνίζομαι ενάντια στις ελληνικές διεκδικήσεις για τα Γλυπτά, καθώς και ενάντια στην επιστροφή, με βάση συναισθηματικά κριτήρια, αντικειμένων που έχουν αποκτηθεί νόμιμα, η οποία συχνά πραγματοποιείται υπό την πίεση του όχλου.

Ο ελληνικός ισχυρισμός δεν έχει καμία βάση, καθώς συνεχίζουν να λένε ότι ο λόρδος Έλγιν “έκλεψε” τα γλυπτά. Ας σκεφτούμε για μια στιγμή το παράλογο της ισχυρισμού ότι ένας Βρετανός αριστοκράτης μπήκε αμέριμνος σε μια στρατιωτική βάση (όπως ήταν η Ακρόπολη των Αθηνών το 1801) με εκατοντάδες εργάτες και πήρε ό,τι του άρεσε, συσκευάζοντάς τα και μεταφέροντάς τα για μήνες ολόκληρους κάτω από τα μάτια της οθωμανικής φρουράς, όλα αυτά χωρίς επίσημη άδεια. Γελοίο, σωστά;

Επιπλέον, ας υποθέσουμε ότι διαθέτουμε ένα μεταφρασμένο αντίγραφο της άδειάς του και ότι σύγχρονοι μάρτυρες επιβεβαιώνουν την ιστορία του, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο λόρδος Μπάιρον, ο κύριος συκοφάντης του Έλγιν. Οι Έλληνες δεν θέλουν να ακούσουν τίποτα από όλα αυτά.

Η συζήτηση έχει πάρει φωτιά από τότε που η ηθοποιός που έγινε πολιτικός, Μελίνα Μερκούρη, ορίστηκε υπουργός Πολιτισμού στην σοσιαλιστική κυβέρνηση της Ελλάδας το 1981. Ως παθιασμένη πολιτικός και έμπειρη στο να επηρεάζει τα ΜΜΕ, μετέτρεψε ένα επαναλαμβανόμενο θέμα της πολιτιστικής διπλωματίας σε σταυροφορία. Σήμερα, σχεδόν όλοι οι Έλληνες θεωρούν την επαναπατρισμό των Ελγίνειων Γλυπτών θέμα εθνικής σημασίας, και ο υπουργός Πολιτισμού, μια θέση δεύτερης κατηγορίας στην κυβέρνηση κάθε άλλης χώρας, έχει από τότε καταστεί μία από τις πιο ισχυρές φωνές στο υπουργικό συμβούλιο.

Το θέμα όμως είναι ότι, ανεξάρτητα από τη ρητορική της Μελίνας και τις δακρυσμένες εκδηλώσεις προσκόλλησής της, τα Μάρμαρα ανήκουν νομικά στο Βρετανικό Μουσείο και η κυριότητά του είναι αδιαμφισβήτητη. Τα γλυπτά ήταν τα σωζόμενα τμήματα ενός ερειπωμένου κτιρίου εντός στρατιωτικής βάσης, τα οποία, για κάθε πρακτικό σκοπό, αποτελούσαν δημόσια περιουσία υπό τη δικαιοδοσία του Μεγάλου Βεζίρη, ο οποίος ήταν ο αρχιστράτηγος των στρατευμάτων του Σουλτάνου.

Η Αθήνα ήταν ένα μικρό κέντρο σε μια επαρχία της απέραντης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, πλήρως ενταγμένη στο διοικητικό και νομικό της πλαίσιο, ακριβώς όπως η Άγκυρα ή το Χαλέπι. Είχαν κάθε δικαίωμα να δώσουν στον Έλγιν ό,τι ζήτησε, και το έκαναν, για δικούς τους πολιτικούς λόγους και προς όφελός τους. Δύο αιώνες αργότερα, όταν ένας άλλος απόλυτος μονάρχης, ο Πάπας Φραγκίσκος, αποφάσισε να πάρει τρία κομμάτια της διακόσμησης του Παρθενώνα από τη συλλογή του Βατικανού για να τα δωρίσει στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών ως φιλική χειρονομία, οι Έλληνες δεν είχαν κανένα λόγο να αντιταχθούν.

Αν όμως ήταν ο σουλτάνος που έδινε κομμάτια του Παρθενώνα στον λόρδο Έλγιν, αυτό θα ήταν απαράδεκτο. Μπορεί να πείτε ότι ήταν άλλη εποχή, αλλά η αλήθεια είναι ότι οι προκάτοχοι του Αρχιεπισκόπου δεν διέφεραν και πολύ, αφού έδωσαν αρχαιότητες στον πεθερό του Έλγιν ως δώρο καλωσορίσματος ή τις πούλησαν στον Έλγιν για χρήματα.

Ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε σήμερα τον Παρθενώνα είναι σε μεγάλο βαθμό μια ρομαντική επινόηση, ένας μύθος που σφυρηλατήθηκε στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες της αρχαιολογικής γνώσης, από το Εδιμβούργο έως το Μόναχο – και όλα αυτά χάρη στη μεταφορά των Γλυπτών του Παρθενώνα στο Λονδίνο. Ο Παρθενώνας ήταν ένα τοπικό κτίριο (πιθανώς ούτε καν ναός), σε ένα τοπικό ιερό, που ανεγέρθηκε με χρήματα που κατασχέθηκαν από συμμάχους από μια αδίστακτη αυτοκρατορία. Παρουσιάζεται συνήθως ως σύμβολο της δημοκρατίας, όμως μια πιο κοντινή ιστορική αναλογία θα ήταν ο Ντόναλντ Τραμπ να χρησιμοποιεί τον προϋπολογισμό του ΝΑΤΟ για να χτίσει την αίθουσα χορού του Λευκού Οίκου. Οι αρχαίες λογοτεχνικές πηγές το αναφέρουν ελάχιστα, αφήνοντάς μας με αμφιβολίες για πολλές από τις λεπτομέρειές του.

Όλη η συμβολική αξία που του αποδίδεται αποτελεί μια εθνικιστική κατασκευή που δημιούργησαν Γερμανοί μελετητές την εποχή της ίδρυσης (με βρετανική βοήθεια) του Βασιλείου των Ελλήνων το 1833. Από εκεί ξεκινά ο πολιτιστικός βανδαλισμός της κατεδάφισης όσων εμποδίζουν τον μύθο, τόσο υλικά όσο και μεταφορικά. Κάθε απόχρωση, κάθε ιστορική λεπτομέρεια, κάθε σκέψη για το πολιτιστικό πλαίσιο θυσιάζονται στο βωμό του πατριωτικού συμβόλου που πρέπει να ξαναχτιστεί, ώστε η πατρίδα να νιώσει ολόκληρη. Ακόμα κι αν αυτό δεν είναι πλέον δυνατό, επειδή το ένα τρίτο των τεμαχίων έχει χαθεί και τα υπόλοιπα δεν θα ξαναμπουν ποτέ στον ναό της Ακρόπολης.

Αυτό είναι που προσπαθώ να εξηγήσω σε όσους έχουν την καλοσύνη να με ακούσουν. Και αυτή είναι η ιστορικά τεκμηριωμένη αφήγηση που περιμένω από τα επιστημονικά ιδρύματα να παρουσιάζουν στους επισκέπτες τους, τόσο στο Λονδίνο όσο και στην Αθήνα. Δεν θα έπρεπε να μοιράζουν πολιτικά φυλλάδια.

Και γι’ αυτό ακριβώς η πρόσφατη ακύρωση της παρουσίασής μου από το Μουσείο της Ακρόπολης είναι ιδιαίτερα σημαντική. Το Μουσείο υπερηφανεύεται ότι αποτελεί έναν οργανισμό παγκόσμιας κλάσης, ένα κέντρο αριστείας τόσο στην ακαδημαϊκή έρευνα όσο και στα επιμελητικά πρότυπα. Όμως, οι υπερσύγχρονες εγκαταστάσεις και οι πλούσιοι προϋπολογισμοί δεν μπορούν να αντισταθμίσουν τα σοκαριστικά ψέματα για τον Έλγιν και τη Βρετανία που σερβίρονται καθημερινά σε χιλιάδες ανυποψίαστους επισκέπτες, τροφοδοτώντας τους με ιδεολογική προπαγάνδα, ώστε να επιστρέψουν στις χώρες τους και να ασκήσουν πίεση στους πολιτιστικούς φορείς να “κάνουν το σωστό”, αντιβαίνοντας στα ίδια τα πράγματα που υποτίθεται ότι πρέπει να προστατεύουν: την ιστορία και τον πολιτισμό. 

2. ΠΕΡΙ..ΓΛΥΠΤΩΝ Ο ΛΟΓΟΣ.

 Νίκος Αδαμόπουλος  Δ/ρας Ιστορίας

04.07.09

Αγαπητά  “ΝΕΑ”,

Η κυρία Μαίρη Αδαμοπούλου εκθέτει  στο “Βιβλιοδρόμιο” (4-5/7/09,σελ.14) τις απόψεις της για τη “βέβηλη κλοπή” των γλυπτών του Παρθενώνα από τον ΄Ελγιν, όπως λέει, σχολιάζει επικριτικότατα τον τρόπο συντήρησης-προστασίας τους από τους υπεύθυνους του Βρετανικού μουσείου και μέμφεται τη σθεναρή άρνησή του να τα επιστρέψει  στο χώρο απ’ όπου τα αφαίρεσε ο λόρδος πρόγονός τους το 1801.
Επειδή,
α. στο άρθρο (;) αυτό υπάρχουν πολλές ανακρίβειες,αλλά και ευδιάκριτο σε όλο σχεδόν το κείμενο ένα εθνικιστικό παραλήρημα της αρθογράφου και εν ταυτώ μια απαξιωτική αναφορά και προσβλητική κριτική σε ένα λαό με πλούσια πολιτιστική κληρονομιά, όπως είναι οι Εγγλέζοι και
β.οι αναγνώστες σας θα πρέπει να ακούσουν και τη διαφορετική άποψη,ειδικά των  ειδημόνων,για  να μορφώσουν σωστές ιστορικές θέσεις  επί του εν λόγω θέματος και όχι εθνικιστικές,
                                 Σας παρακαλώ
να δημοσιεύσετε αυτήν την απάντηση προς την αρθρογράφο σας για την αποκατάσταση της ιστορικης αλήθειας.

Κατ΄αρχήν,οφείλω να παραδεχτώ πως δε γνωρίζω ούτε μπόρεσα να διασταυρώσω την ιδιότητα της… συνονόματής μου κυρίας, αν είναι ,δηλαδή, εκτός από δημοσιογράφος και ιστορικός , ειδικότητα που είναι και η μόνη “καθ΄ύλην αρμόδια” (να το πούμε έτσι),για να αποφαίνεται με απόλυτες κρίσεις και εφετμές για  ένα ιστορικό ζήτημα σαν αυτό της αφαίρεσης των μαρμάρων του Παρθενώνα από τον ΄Ελγιν το 1801.

Αν η κυρία Αδαμοπούλου είναι και ιστορικός, είναι βέβαιο πως, και μόνο εξ αυτής  της ιδιότητάς της, θα επισημάνει αμέσως την ορθότητα των  επιχειρημάτων που θα εκθέσουμε στη συνέχεια  και θα παραδεχτεί πως  βρίσκεται εν επιστημονικώ αδίκω για όσα γράφει. Θα δικαιολογήσει επίσης την επίκρισή μας  για τον τρόπο που διατυπώνει τις απόψεις της, σε απόλυτο,δηλαδή, λόγο, ο οποίος, αν μη τι άλλο, είναι αδόκιμος ειστημονικά,αφού δεν προσκομίζεται,πέρα από τις εθνικιστικές “κορώνες”, έστω και επιστημονικοφανή επιχειρήματα, για να στηρίξει του λόγου της το αληθές.
Αν πάλι,δεν είναι ιστορικός,ακόμα χειρότερα για την ίδια, επειδή, ως δημοσιογράφος μόνο, δε δικαιούται ούτε εξουσιοδοτείται από κανέναν επιστημονικό φορέα να διατυπώνει απόψεις που δεν εδράζονται στην επιχειρηματολογία και την ιστορική δεοντολογία  και, πέραν τούτων,  “ακούγονται”και εθνικιστικές  για θέματα που χρήζουν σοβαρών χειρισμών από ειδικούς, όπως είναι αυτό της επιστροφής των μαρμάρων στη χώρα μας. Η κυρία Αδαμοπούλου,με μόνη την ιδιότητα της δημοσιογράφου, μπορεί και δικαιούται να κάνει ρεπορτάζ ή άλλη δημοσιογραφική εργασία-έρευνα,δε δικαιούται όμως να ασχολείται με την ιστορία,ως ειδικός και να διατυπώνει, μάλιστα, και ιστορικό λόγο.

 Σήμερα,στις συντεταγμένες πολιτείες και στις πολιτισμένες κοινωνίες, που οι ρόλοι είναι (ή πρέπει να είναι) βιωματικοί και διακριτοί και δεν επιτηδεύονται ούτε υποδύονται,πλην εκείνων στα θεατρικά δρώμενα, η αντιποίηση δεν είναι μόνο πράξη λοίδωρη, αλλά σε πολλές μορφές της και ποινικά κολάσιμη. Το ερασιτεχνικό και το αμέθοδο,πρωτίστως το φανατικό, δεν είναι απλώς αστεία, αλλά και επικίνδυνα. Ιδιαίτερα στην Επιστήμη.
 Στη συστηματοποιημένη γνώση,οι κανόνες κατάκτησής της είναι αυστηρά προσδιορισμένοι και οι όροι επιτήδευσής της δεσμευτικοί για τους φορείς της. Η λαθρεπίβαση σε επαγγελματική συντεχνία, εξειδικευμένης γνώσης, είναι απαγορευμένη. ”Ελεύθερη είσοδος επισκεπτών” και κατάληψη γνωστικού χώρου, που ” de jure et ipso jure” ανήκει  σε άλλους , δεν επιτρέπεται. Γιατί, ο κομπογιανιτισμός, ο πιθηκισμός, το δήθεν, δεν είναι μόνο κωμικές μεταμφιέσεις. ΄Εχουν πρωτίστως και επικίνδυνες παρενέργειες.(Δες και  homo-naturalis.gr, ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΜΑΘΗΜΑΤΩΝ,
ΕΙΣΑΓΩΓΗ Α΄).

 Εκτός,βέβαια, αν ως ΄Ελληνες, θεωρούμε όλα τα παραπάνω ως “ψιλά γράμματα”,αφού, σύμφωνα με την ευφυέστατη ρήση του Γιάννη Τσαρούχη, “στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις”. Μετά από αυτά τα…διδακτικά (και συγγνώμη!),ας δούμε τις ανακρίβειες του άρθρου,που αναφέραμε πιο πάνω πως υπάρχουν και είναι πολλές και ευδιάκριτες.
   

1.Το φιρμάνι υπογράφεται με σφραγιστόλιθο από τον Σεγκέρ Αβδουλάχ Καϊμακάμη, αναπληρωτή του Μεγάλου Βεζίρη και είναι γνήσιο, επίσημο έγγραφο της Πύλης.  Με αυτό,  ο ανώτατος κρατικός υπάλληλος και αντικαταστάτης του Σουλτάνου,όπως είπαμε, εντέλλεται στις επίσημες οθωμανικές αρχές της Αθήνας να επιτρέψουν στον πρεσβευτή ΄Ελγιν και στους εργάτες του, να κάνουν με την ενδεδειγμένη προσοχή, όποιες εργασίες θέλουν στο ναό, ακόμα και να ανασκάψουν το λόφο,αν χρειαζόταν.Τέλος, ο εκπρόσωπος της Πύλης προστάζει να δοθεί η άδεια στον Ελγιν να πάρει ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ κομμάτια από τον Παρθενώνα έκρινε εκείνος πως μπορούσαν να  αποσπαστούν.

΄Αρα, είναι ψευδέστατη η επιβληθείσα πλύση εγκεφάλου στους Νεοέλληνες (με προεξάρχουσα διδασκάλισσα τη Μελίνα Μερκούρη), πως ο ΄Ελγιν έκλεψε τα μάραμαρα και τα μετέφερε στη Βρετανία   εν αγνοία των επισήμων αρχών, στη δικαιοδοσία των οποίων υπήγοντο τότε η διαφύλαξη, η συντήρηση και η “τύχη” γενικότερα των αρχαιοελληνικών μνημείων της Αττικής. Η κυρία  Αδαμοπούλου, μάλιστα, τιτλοφορεί με μεγαλογράμματα το άρθρο της “ΑΠΟ ΤΗ ΒΕΒΗΛΗ ΚΛΟΠΗ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΒΛΗΤΙΚΗ ΠΟΛΥΓΛΩΣΣΙΑ”,προφανώς για να τονίσει αυτό, ακριβώς, που εμείς
υποστηρίζουμε ότι δεν έγινε. Την ίδια στιγμή,μάλιστα η ίδια (σε πλαίσιο) μνημονεύει το έγγραφο της Πύλης που επιτρέπει την…κλοπή και παραθέτει ένα  μέρος του , το σημείο που οι αρχές της Αττικής παίρνουν εντολή να μην παρεμποδίσουν τον ΄Ελγιν  να πάρει οποιαδήποτε κομμάτια από πέτρες ή μορφές.

Ορθά,λοιπόν,και με την “άδεια της αστυνομίας” πήρε ο Έλγιν τα μάρμαρα. Δεν τα έκλεψε αλλά του τα παραχώρησε με έγγραφο η επίσημη αρχή της Πύλης. Τώρα, 200 χρόνια μετά, είναι αστείο να λέμε πως το έγραφο δεν το… υπέγραψε ο Σουλτάνος και το υπέγραψε ο αντικαταστάτης του,άρα είναι άκυρο.Λες και ο Σουλτάνος είχε λόγο να αρνηθεί να  υπογράψει το συγκεκριμένο  έγγραφο,αν του το ζητούσε ο Πρέσβης.΄Ηταν τάχα περισσότερο…φιλέλληνας ο Σουλτάνος ή φιλότεχνος και θα αρνιόταν να υπογράψει ό,τι  ο εξουσιοδοτημένος αντικαταστάτης του υπέγραψε;
΄Οπως συμβαίνει σε κάθε εξουσία και δημόσια υπηρεσία,ο “ηγεμών”,ο προϊστάμενος εγχωρεί αρμοδιότητες και σε άλλα πρόσωπα-υπαλλήλους και  δικαίωμα υπογραφής, ακριβώς για να υπάρχει αποκέντρωση και καταμερισμός αρμοδιοτήτων και ευθυνών. Άλλωστε,ότι όλα έγιναν νόμιμα, όσον αφορά το ζήτημα της απόσπασης και της μεταφοράς των μαρμάρων, και σύμφωνα με την ισχύουσα τότε νομιμότητα και  σε καμιά περίπτωση ο Σουλτάνος δεν εξαπατήθηκε από τον αναπληρωτή του στο έγγραφο με το οποίο χορηγούσε απόλυτη πληρεξουσιότητα στον Εγγλεζο πρέσβη της Πύλης ακόμα και να μεταφέρει  τα μάρμαρα, αποδεικνύεται και από το εξής: Να υποθέσουμε προς στιγμήν ότι συνέβη μια τέτοια εξαπάτηση.Όταν αποκαλύφθηκε,όμως, (γιατί ένα τέτοιο μεγάλο γεγονός, η αφαίρεση,δηλαδή, των γλυπτών από τον Παρθενώνα,δε θα μπορούσε να κρατηθεί μυστικό και θα είχε φτάσει αμέσως στα αυτιά του εξαπατημένου Σουλτάνου), εκείνος θα έπρεπε: 1.Να τιμωρήσει αυστηρά και άμεσα το δράστη ανώτατο  υπάλληλο και αντικαταστάτη του 2. Να απαιτήσει δια της διπλωματικής οδού από τους Εγγλέζους  να επιστραφούν πάραυτα τα κλαπέντα μάρμαρα στην Αθήνα, αν θεωρούσε ότι πράγματι είχε εξαπατηθεί από τον Έλγιν . Τίποτα,όμως, δεν έγινε από όλα αυτά, που σημαίνει ότι  Σουλτάνος απ-εδέχθη, ως νόμιμη την πράξη του Εγγλέζου Πρέσβη,αφού την προέβλεπε το επίσημο
έγγραφο της Πύλης.(Η υποστηριζόμενη από κάποιους ύπαρξη   στα αρχεία  του βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών τουρκικού εγγράφου – διάβήματος διαμαρτυρίας του 1805 για την αρπαγή των γλυπτών και τη μεταφορά τους στην Αγγλία, δεν τεκμηριώνεται από πουθενά,αφού ποτέ δεν έχει δημοσιευτεί επίσημα).

 Να τελειώνουμε,λοιπόν, με αυτό το εθνικιστικό ντελίριο της κλοπής, γιατί και ως λαός και ως συντεταγμένη πολιτεία, όχι μόνο δε μας τιμά,αλλά και μας εκθέτει ανεπανόρθωτα. Ο ΄Ελγιν δεν προέβη σε καμιά παράνομη πράξη, πολύ περισσότερο σε κλοπή. Κι  αν υποστηρίζεται, και μάλιστα με επίσημη πολιτική γραμμή στην χώρα μας,αυτή η άποψη, είναι μόνο για εθνικιστική κατανάλωση. Δεν έχει καμιά ιστορική βάση και ουδείς σοβαρός ερευνητής, ΄Ελληνας ή ξένος, δέχτηκε ποτέ ή θα μπορούσε να στηρίξει μια τέτοια θέση.
2.Τα “μάρμαρα” τα μετέφερε ο  Ελγιν στη Βρετανία, όχι για να τα πουλήσει,όπως ισχυρίζεται η δημοσιογράφος (και ιστορικός;) κυρία Αδαμοπούλου, αλλά για να στολίσει με κάποια από αυτά το αρχοντικό του  και για να τα διαφυλάξει, τόσο από την Οθωμανική αδιαφορία, όσο και από την καταστροφική μανία των Ορθοδόξων νεοελλήνων.Οι Ελλαδικοί κατά τη βυζαντινή περίοδο,αλλά και αργότερα  κατέστρεφαν με πρωτοφανή μανία τα μνημεία της αρχαιότητας, για να χτίσουν πάνω σε αυτά εκκλησιές (“ες έδαφος φέρειν”), να τα χρησιμοποιήσουν ως οικοδομικά υλικά στις στάνες για τα ζωντανά τους ή στα κονάκια τους  και μέχρι την επανάσταση του ΄21, για να πουλούν πάσης φύσεως “μάρμαρα” στους “περιηγητές” και τους “λόρδους”, που λυμαίνονταν εκείνη την περίοδο  τον ελλαδικό χώρο. Ο Μακρυγιάννης,μάλιστα, είναι εξοργισμένος στα απομνημονεύματα του για αυτή τη συμπεριφορά των Ελλήνων απέναντι στα μνημεία.-Να τα σεβόσαστε,να μην τα καταστρέφετε,να μην τα πουλάτε,τους συμβουλεύει.Εμείς γι αυτά πολεμήσαμε…
3.Ο ΄Ελγιν δεν ήταν φυσικά και ο αγνότερος των Εγγλέζων.Ούτε καμιά διάθεση έχουμε να τον “αγιοποιήσουμε” ούτε να τον αναγορεύσουμε σε φιλέλληνα (φιλότεχνος,ναι,ήταν). Οπωσδήποτε, είχε τους δικούς του ιδιοτελείς λόγους για να “μετακομίσει” τα μάρμαρα στην Αγγλία. Αλλά, και αν ο πρώτος λόγος δεν ήταν αυτός που μνημονεύσαμε (η σωτηρία των γλυπτών) και ήταν η αλαζονεία και ο κομπασμός του Λόρδου να στολίσει το νεόδμητο “παλάτι” του και πάλι δε μειώνει την αξία της μεταφοράς, αφού, εξαιτίας αυτής και χάριν αυτής, τα μάρμαρα είναι σήμερα ακέραια  και μάλιστα φυλαγμένα σε ένα από τα μεγαλύτερα και καλύτερα εξοπλισμένα μουσεία του κόσμου.Αν είχαν αφεθεί στην Ακρόπολη και δεν είχαν μεταφερθεί τότε, το πιθανότερο είναι σήμερα να είχαν καταστραφεί  ή εξαφανιστεί.

4.Είναι εντελώς ανυπόστατα αυτά, που αναφέρει η αρθρογράφος για βούρτσες,χλωρίνες και πατσαβούρια, που χρησιμοποίησαν οι ΄Αγγλοι για να ασπρίσουν τα μάραμαρα! Ε,ολίγη σεμνότης δε θα έβλαπτε. Στη χώρα μας, μέχρι χτες, η συντήρηση έργων τέχνης ούτε σαν έννοια ήταν γνωστή (εμείς, για παράδειγμα, στο αρχαιολογικό τμήμα δε  διδαχτήκαμε τίποτα σχετικό), ενώ στην Αγγλία ήδη από τον 1890, υπάρχει ειδικότητα συντήρησης έργων τέχνης. Να λέμε πως οι αχαιολόγοι του Βρετανικού μουσείου έπλυναν με χλωρίνες τα γλυπτά, πέρα από το ότι είναι “χωροφυλακίστικο” και σαν αστείο , εκθέτει και όσους αγνοούν πως η συντήρηση έργων τέχνης, ως επιστήμη, θεμελιώθηκε και αναπτύχθηκε στην Αγγλία. Λίγη αιδώς και λιγότερος εθνικισμός, αν μη τι άλλο επιβάλλονται, όταν μιλάμε για έναν άλλο λαό και μάλιστα πολύ πιο προχωρημένο και στην έννοια της δημοκρατίας και στις επιστήμες απ΄όσο εμείς οι Νεοέλληνες.

Αλλά,το ζητούμενο από αυτή την απάντησή μας δεν είναι, ούτε κατά διάνοια, να ψέξουμε την αρθρογράφο, αλλά για να επισημάνουμε, κάποιες ιστορικές αλήθειες που είναι απαραίτητο να λέγονται στη χώρα μας-και μάλιστα από Έλληνες-την οποία πολλοί ξένοι τη χαρακτηρίζουν ως χώρα που περισσεύει ο εθνκισμός και ο ρατσισμός. Δεν αξίζει η Ελλάδα τέτοιων χρακτηρισμών. Συγκεκριμένα,λοιπόν:

1.Τα πάσης φύσεως μνημεία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού,δεν έχουν εξ αίματος κληρονόμους,αλλά ανήκουν στην πανανθρώπινη κοινωνία.
2.Τα συγκεκριμένα μνημεία(γλυπτά) του Παρθενώνα, ο ΄Αγγλος ‘Ελγιν το 1801 τα μετέφερε στην Αγγλία με επίσημη άδεια από τις Οθωμανικές αρχές και, επομένως, η πράξη του δεν ήταν απάδουσα προς την επικρατούσα τότε νομιμότητα.
3.Το Βρετανικό μουσείο εκμεταλλεύτηκε οκονομικά τα γλυπτά,αλλά και τα διέσωσε και τα διατήρησε σε άριστη κατάσταση,όπως ιδίοις όμμασι, διαπιστώσαμε πολλές φορές. Κανείς δε γνωρίζει αν θα υπήρχαν σήμερα τα συγκεκριμένα μνημεία, αν ο ΄Ελγιν,έστω και για ιδιοτελείς λόγους, όπως είπαμε, δεν τα διέσωζε από την αδιαφορία των Οθομανών και την καταστροφική μανία των Ορθοδόξων Νεοελλήνων.
4. Η “καμπάνια” της Μελίνας Μερκούρη πριν χρόνια, δεν εξυπηρέτησε την υπόθεση της επιστροφής των γλυπτών στη χώρα μας. Αντίθετα,έδωσε όλα τα προσχήματα στην άλλη πλευρά να την τροχοπεδήσει και να τη μεταθέσει σε ανύποπτο χρόνο. Ειδικά, ο εντελώς αντιεπιστημονικός τρόπος  που έθεσε το θέμα της επιστροφής τους η μακαρίτισα, πληθωρική ηθοποιός, καθώς και η θυμική της συμπεριφορά, εξόργισαν όχι μόνο τους ειδικούς του μουσείου,αλλά και τη συντριπτική πλειοψηφία των ειδικών στον κόσμο, που σχημάτισαν την εντύπωση πως αντιμετωπίζουμε το θέμα σε επίπεδο “τζερτζελέ” (ένα ακόμα,δηλαδή, ελληνικό πανηγυράκι από εκείνα που ξέρουμε  εμείς εδώ να στήνουμε για “ψύλλου πήδημα”.Το ζήτημα αυτό έπερεπε να τεθεί σε βάση επιστημονική και νομική και όχι σε πολιτική-εθνικιστική .Να αντιμετωπιστεί ακόμα συλλογικά για την επιστροφή  όλων των ελληνικών αρχαιοτήτων (όχι μόνο του Βρατανικού μουσείου).Να υποστηριχτεί, μάλιστα,με έμφαση,πρώτα από τη χώρα μας, η ανάγκη να επιστραφούν οι αρχαιότητες  σε όλες τις χώρες από τις οποίες αφαιρέθηκαν για οποιοδήποτε λόγο.
 Δυστυχώς,οι “κραυγές” της Μελίνας (“δώστε τα μάρμαρά μου πίσω”), αφαίρεσαν μαζί με τη νηφάλια και επιστημονική αντιμετώπιση του ζητήματος της επιστροφής και τα ελληνικά επιχειρήματά  γι αυτή. Για άλλη μια φορά,όπως και με τόσα άλλα θέματα (πχ Μακεδονικό), ο ερασιτεχνισμός,ο εθνικισμός,το δήθεν,η “πατσατσουλιά” αντικατέστησαν τα επιχειρήματα, την πειθώ, την επιστημονική  συμπεριφορά γενικότερα, αλλά και τη διεθνή νομιμότητα.
5.Το θέμα των αιρχοτήτων και όχι μόνο του Βρετανικού μουσείου, όπως τονίσαμε, πρέπει να τεθεί σε νέα βάση (εξ αρχής και μηδενικής) σε μια διευρυμένη συζήτηση,στην οποία θα συμμετάσχει η παγκόσμια κοινότητα και θα διεξαχθεί αποκλειστικά μεταξύ ειδικών και όχι πολιτικών ή διπλωματών. Στην επιστήμη, η μισαλλοδοξία,οι κραυγές και οι υστερίες δεν έχουν θέση. Αλλιώς, επιστρέφουμε στην εποχή της “πυράς” και του κυνηγίου μαγισσών.