“ΡΟΖ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ” ΚΑΙ ΜΠΕΣΤΣΕΛΕΡ 1.500.000 ΑΝΤΙΤΥΠΩΝ… ΤΟΝΩΝ ΣΚΟΥΠΙΔΙ

“Η επέλαση της ροζ λογοτεχνίας Η συγγραφέας και ψυχοθεραπεύτρια Εύα Στάμου, μιλά για την ‘pinklit’ που γεμίζει τα ταμεία των βιβλιοπωλείων

“Πως ορίζεται η «Ροζ λογοτεχνία»; Είναι παρακλάδι της παραλογοτεχνίας ή το λαϊκό ανάγνωσμα που επικεντρώνεται σε ερωτικές ιστορίες; Ο όρος «ροζ λογοτεχνία» (pinklit) χρησιμοποιείται κυρίως στις αγγλόφωνες χώρες για σύγχρονα μυθιστορήματα που εστιάζουν σε θέματα ερωτικών σχέσεων αναπαράγοντας ρομαντικά στερεότυπα, και απευθύνονται όχι στη νόηση αλλά στη συγκίνηση του αναγνωστικού τους κοινού, το οποίο είναι κατεξοχήν γένους θηλυκού. Πρόκειται για κείμενα κομμένα και ραμμένα για ένα αγοραστικό κοινό που ορίζεται με βάση εξωλογοτεχνικά κριτήρια, όπως το φύλο και η ηλικιακή ομάδα, κι όχι με αναφορά σε παράγοντες συναφείς με την πεζογραφία, όπως η καλλιτεχνική ή υφολογική σχολή, και το λογοτεχνικό γούστο.

Σε τι διαφέρει η «ροζ λογοτεχνία» των τελευταίων ετών σε σχέση με άλλων εποχών; Ο τρόπος με τον οποίο προωθείται είναι τελείως διαφορετικός.  Πρόκειται για προϊόν μιας ισχυρής, παγκόσμιας βιομηχανίας που χρησιμοποιεί τη διαφήμιση για την εξάπλωσή της. Άλλα προϊόντα αυτού του είδους είναι οι ρομαντικές κομεντί, τα τηλεοπτικά σήριαλ, οι πρωινές εκπομπές ποικίλης ύλης, τα βιβλία αυτοβοήθειας, και τα γυναικεία περιοδικά. Η σύγχρονη ροζ λογοτεχνία δεν στοχεύει μόνο τα λαϊκά στρώματα, αλλά σε όλες τις γυναίκες ανεξάρτητα από το μορφωτικό επίπεδο και την τάξη στην οποία ανήκουν. Αν και η βασική συνταγή που αναπαράγεται παραμένει η ίδια, δηλαδή η νέα γυναίκα που αναζητεί τον τέλειο ερωτικό σύντροφο, κάποια βασικά συστατικά της έχουν πλέον μεταβληθεί. Λόγω της διείσδυσης των αρχών του μεταφεμινισμού στην λαϊκή κουλτούρα η νεαρή ηρωίδα είναι στις μέρες μας γυναίκα καριέρας, ζει σε μοντέρνες πόλεις που προσφέρουν ποικίλες απολαύσεις και έχει μετατραπεί σε συλλέκτρια καταναλωτικών και ερωτικών εμπειριών, με απώτερο όμως στόχο πάντα τον γάμο.Τα ροζ βιβλία παραμένουν βαθιά συντηρητικά και μονόπλευρα και επιπλέον χαρακτηρίζονται σήμερα από στοιχεία μισαντρισμού, αφού οι πρωταγωνιστές παρουσιάζονται και αυτοί σαν προϊόντα που κρίνονται και συγκρίνονται από τις ηρωίδες ανάλογα με το τι μπορούν να τους προσφέρουν, δηλαδή πόσο όμορφοι, σέξι, εύποροι, έξυπνοι, γενναιόδωροι, ευχάριστοι, αφοσιωμένοι και δεινοί εραστές είναι.

Δηλαδή αυτό που χαρακτηρίζετε ως «επέλαση» αποκλείει την πιθανότητα μιας δυναμικής γραφής που συγκινεί τα λιγότερο καλλιεργημένα στρώματα της κοινωνίας ακόμα και αν οικονομικά έχουν πρόσβαση στη μόρφωση; Η ροζ λογοτεχνία σήμερα απευθύνεται σε όλες τις γυναίκες άσχετα από επαγγελματικές κάστες, κοινωνικές τάξεις και ηλικιακές ομάδες. Λόγω της διαπαιδαγώγησής τους και της γαλούχησης τους με σεξιστικά στερεότυπα, και κυρίως λόγω της επικρατούσας άποψης ότι τα προϊόντα της ροζ βιομηχανίας συνδέονται με τη θηλυκότητα, οι γυναίκες είναι ιδιαίτερα δεκτικές σε αυτού του είδους τις συνταγές. Η ροζ λογοτεχνία προσφέρει στις αναγνώστριες την ψευδαίσθηση ότι ανήκουν σε μία κοινότητα με κοινές ανησυχίες, επιδιώξεις και ενδιαφέροντα, μια γυναικεία «αδελφότητα». Η αλήθεια όμως είναι ότι τα θέματα που απασχολούν τις γυναίκες είναι πολύ διαφορετικά. Όσο για την υποτιθέμενη «διαφυγή» από την καθημερινότητα, δεν ισχύει καθόλου εφόσον αυτού του τύπου τα αναγνώσματα ουσιαστικά την αναπαράγουν μέσα από τα καταναλωτικά πρότυπα που προβάλλουν.

Αναφέρεστε σε τρία διάσημα μπεστσέλερ της εποχής μας. Γιατί τα εξισώνετε με την παραλογοτεχνία παλιότερων εποχών εφόσον μοιάζουν περισσότερο σε κοινωνικά φαινόμενα της ανόδου της μεσαίας τάξης και της ανεξαρτητοποίησης των σύγχρονων γυναικών; Η «κατάκτηση» της γυναικείας χειραφέτησης στην επιχειρηματική αρένα δεν είναι στον αντίποδα της παλιάς ροζ νουβέλας όπου το όνειρο της γυναίκας είναι η κατάκτηση τοάντρα; Πιστεύω ότι τα τρία παραδείγματα που αναλύω -Το Σεξ και η Πόλη, Το ημερολόγιο της ΜπρίτζετΤζόουνς, και Οι 50 αποχρώσεις του γκρι-, αποτελούν εξαιρετικά παραδείγματα της σύγχρονης ροζ λογοτεχνίας και των συνταγών που ακολουθεί ώστε να προσελκύσει την σημερινή αναγνώστρια. Από τα βιβλία αυτά απουσιάζουν σχεδόν όλα τα χαρακτηριστικά της λογοτεχνίας. Η καλοδουλεμένη γλώσσα, η ποικιλία κι η πρωτοτυπία των θεμάτων, η ανάδειξη της ιδιαιτερότητας του προσώπου, η διαφορετικότητα, το σωματικό βίωμα. Αντίθετα η γυναικεία κι η αντρική ταυτότητα, ο έρωτας, η σεξουαλική επιθυμία παρουσιάζονται με τρόπο εντελώς ψεύτικο κι επιφανειακό.

Υπάρχει σύγχυση μεταξύ γυναικείας και ροζ λογοτεχνίας; Όταν διεθνώς αναφερόμαστε γραμματολογικά στη «γυναικεία πεζογραφία» έχουμε κατά νου μία ιδιαίτερη ματιά, μια πρωτότυπη και πρωτοποριακή προσέγγιση από συγγραφείς που ασχολούνται με την γυναικεία εμπειρία όπως αυτή αναδύεται μέσα από τις κοινωνικές συγκυρίες κάθε εποχής. Δυστυχώς η προβολή της ροζ λογοτεχνίας ως κατεξοχήν «γένους θηλυκού», οδηγεί το ευρύ κοινό σε σύγχυση της πρωτοποριακής γυναικείας πεζογραφίας, με την ευπώλητη παραλογοτεχνία που αναπαράγει θεματικά στερεότυπα παλαιότερων εποχών.   Δεν υπάρχει κανένα όφελος στην ανάγνωση ενός ροζ μυθιστορήματος, έστω και μέσω μίας στοιχειώδους επαφής με την οργανωμένη αφήγηση γραπτού λόγου; Μόνο η καλή λογοτεχνία, κλασική ή σύγχρονη, μπορεί να ωφελήσει πραγματικά τους αναγνώστες ιδιαίτερα σε περιόδους ανθρωπιστικής και πολιτιστικής κρίσης όπου προσπαθούμε να κατανοήσουμε καλύτερα τόσο τι συμβαίνει, όσο και τον δικό μας ρόλο σε μια μεταβαλλόμενη πραγματικότητα. Η συστηματική ανάγνωση της διαχρονικής λογοτεχνίας μάς βοηθά να αναπτύξουμε την ενσυναίσθησή μας αλλά και να διαμορφώσουμε την δική μας ταυτότητα. Σε αντίθεση με την ροζ λογοτεχνία που προσπαθεί να προσφέρει μια πρόσκαιρη διαφυγή από την πραγματικότητα, η λογοτεχνία ασχολείται με την ιδιαιτερότητα και την τρωτότητα του προσώπου, δίνοντας φωνή στο σώμα, σε συναισθήματα κι εμπειρίες που θεωρούνται απαγορευμένα, λειτουργώντας έτσι ανατρεπτικά.

***

 Φίλη,  μου έφερε  πρόσφατα  5-6  αναπτυγμένα θέματα έκθεσης της κόρης της που δίνει  πανελλαδικές εξετάσεις  και με παρακάλεσε να τα  δω,  να της  πω τη γνώμη μου και να βαθμολογήσω κιόλας  τα γραπτά. Μια και είχα, είπε,   εμπειρία  ως βαθμολογητής σε τέτοιες εξετάσεις.

Μόλις, λίγο  μετά,  τα επέστρεψα με τις  διορθώσεις, τα σχόλια και το βαθμό,  έμεινε κάγκελο η μαμά.  Περίμενε, όπως παραδέχτηκε, τουλάχιστον 15/16 ,όπως τη  διαβεβαίωνε ο Εκθεσάς στο φροντιστήριο πως θα έπαιρνε η υποψήφια στις πανελλαδικές . Και έπαθε πλάκα  που της έβαλα   8, 11 και  τα υπόλοιπα 12 και 13.

Το επιχείρημά της πως έπρεπε να γράφει καλή  ΄Εκθεση ήταν… λογικοφανές.  Το κορίτσι της διάβαζε.  Από τα 12 της την είχε, λέει ,  μάθει να αγαπάει το βιβλίο. Και με   διαβεβαίωνε  πως  “ακόμα και  σήμερα  ,  2 βιβλία  το μήνα, λογοτεχνικά   τα… ξεσκίζει”.  ΄Ετσι,  ακριβώς, το είπε.

Δεν ψυλλιάστηκα αμέσως.  Νόμιζα πως θα διάβαζε  τους κλασικούς ΄Ελληνες και ξένους λογοτέχνες. Αυτούς τουλάχιστον που διαβάζαμε κι εμείς, όσοι είχαμε την τύχη  ( από τα 12  ),οι  καλοί δάσκαλοι  να μας  γνωρίσουν    τους γίγαντες, της διαχρονικής  λογοτεχνίας. Και να μας μυήσουν στα μυστικά αυτή της  Τέχνης του λόγου.

Ποιον να πρωτομνημονεύσεις!   Και ποιον να ξεχωρίσεις από όλους  εκείνους  που ως παιδιά , μας σεβάστηκαν,  πρόσεξαν και έθρεψαν  το μυαλό, την ψυχή, τη  γλώσσα μας . Και ρουφούσαμε τη γνώση , την καλαισθησία, το συναίσθημα, αλλά και τις αξίες, τις αρχές και τα μηνύματα από τα  έργα τους.

Αυτά  συλλογιζόμουν,  όσο  η μαμά μου έλεγε για τη λογοτεχνία που διαβάζει η κόρη της,  μέχρι που μου ήρθε κατακούτελα η  κεραμίδα,   όταν  την άκουσα να  διευκρινίζει  πως αυτοί που τους είχε… ξεσκίσει η θυγατέρα της  ήταν ο …Τατσόπουλος , ο  Χωμενάς και κάτι  άλλα ονόματα, που αράδιασε και ομολογώ πως δε γνώριζα ούτε για δείγμα ένα από δαύτα. Και τους δυο κυρίους που τους αναφέρω, τους ήξερα περισσότερο  ως κομματικούς γυρολόγους, όχι ως ανθρώπους των γραμμάτων.

Εμ’  γι΄αυτό,  της τα έχωσα κι εγώ χύμα ,  η κόρη σου, φίλη καλή και αγαπημένη,  θα πάρει 9 στις πανελλαδικές!  Γιατί, αν μου λες πως   είναι   διαβαστερή και θα έπρεπε να είναι και  ικανή να αναπτύξει ένα  θέμα ΄Εκθεσης της προκοπής, γιατί διαβάζει δυο κιλά   το μήνα… σκουπίδια που πετάει οι- πώς τις είπες;-   Χρυσηίδα Δημουλίδου,  Λένα Μαντά και  Μάρω Βαμβουνάκη,  καλά να πάθει.

Και να το δεχτώ ,  όταν  σε ρώτησα πριν,  αν διάβασε ποτέ  Ροϊδη  και Παπαδιαμάντη, και που μου είπες “δε γρικάει λέξη από καθαρεύουσα”. Και όταν σε ξαναρώτησα, αν διάβασε ποτέ  Καζαντζάκη, Βάρναλη,  Καραγάτση, Σκαρίμπα, έστω  Μυριβήλη και Τερζάκη και μου απαντάς “πέρα από  βαριά δεν είναι και της…αρεσκείας της τα θέματά τους”, ε, θα σε πάρει και θα σε σηκώσει , φιλενάδα, που μου  πετάς κατάμουτρα  , πως η πριγκίπισά σου θα βαρυστομαχιάσει άμα διαβάσει Καζαντζάκη γι΄αυτό και την καταβρίσκει με Μαντά και Βαμβουνάκη!

‘ Αει,  σιχτίρ, πια. Τέτοιες κουβέντες με αρρωσταίνουν.  Ειλικρινά παθαίνω πλάκα.

 

 

Στη δεκαετία του ’90 ,είχαμε ιδρύσει με άλλους φίλους και  αιθεροβάμονες, ως ελόγου μου , έναν εκδοτικό οίκο (DREYFUS) με στόχο να  βγάζουμε  “καλό βιβλίο”. Σε ένα χρόνο… κλείσαμε!   Χάσαμε και τις “πέντε δεκάρες” που είχαμε και τις βάλαμε να …περπατήσει το  εγχείρημα.

΄Ενας γνωστός εκδότης και φίλος, που έβγαζε τέτοια  “ροζ”  λογοτεχνία (“μιξοπάρθενη”, την  έλεγα τότε), τί πρόταση λέτε μου έκανε ο αθεόφοβος;. “Αδερφέ, αν θέλεις  να ρεφάρεις τα λεφτά που έχασες, κάτσε γράψε κανένα ροζ μυθιστόρημα, καμιά 350αριά σελίδες,  να βρούμε και ένα όνομα γυναικείο να το υπογράψεις και έλα να το βγάλουμε. Θα χεστούμε  στο τάλιρο,  στο εγγυώμαι. Μια καλή διαφήμιση και 2-3 κοντυλοφόροι να γράψουν  διθυράμβους -κριτικές, θα πουλήσει σαν μαρούλι. ” .

Πήρα  τη χασούρα και την πίκρα μου και έφυγα.  ΄Εκανα κανένα εξάμηνο να του πω καλημέρα.

 

 

Γράφω πάντα με την ψυχή μου. Σεμνύνομαι πως λέω αλήθεια. Κι ας είναι και λάθος.  Αν δεν πιστεύω κάτι, δεν το  βάζω στο “χαρτί”, ο κόσμος να χαλάσει,  με χρυσάφι να  με ντύσεις .  Το γράψιμο είναι … “εκκλησία”. Δε θέλει απλώς σεβασμό , δέος χρειάζεται.

Και ομολογώ. Μισώ…  εξ όλης της καρδίας, ψυχής, διανοίας και ισχύος  δυο κατηγορίες ανθρώπων.   Τον κλαρινογαμπρό,  με το σύνδρομο  “αιδοιοκόλλημα”, που  το  μυαλό του  είναι συνεχώς και αδιαλείπτως  στο     ” ό,τι κινείται, εκτελείται”   και τις ροζ  κυρίες των πρωινάδικων, των pinklit και των ΄Αρλεκιν.

Αμφότεροι έχουν ανάγει σε θρησκεία τη λειτουργία των γεννητικών τους οργάνων.  Σεξισμός να …σπάζει καρύδια.   Σκέφτονται  μόνο  με το  “κεφάλι που είναι κάτω από τα σκέλια”. Το πάνω  βρίσκεται εντελώς σε αχρηστία.

Μανούλια,  μπούτια και βυζάκια έξω,  “και τί σου κάνω μάνα μου που σε ξεσκίζω”!  Και από την άλλη, η  καψούρα, ο μεγάλος  έρωτας που θά ΄ρθει !  Ο κύριος Τέλειος,  ως   αρχοντόπουλο του παραμυθιού πάνω στο άσπρο άτι που καλπάζει και όπου νά΄ ναι  θα γονατίσει και θα πηδήσει τούτη στη σέλα του.

Σιχαμένα  είδη  αμφότερα.  Για ένα λόγο.    Είναι η πλειοψηφία. Και  η  μεγάλη τροχοπέδη στην πορεία για της άφυλες κοινωνίες.  Εκεί που δεν έχει θέση να σταθούν οι ,όπως τους είπαμε παραπάνω,  Τατσόπουλοι και  Χωμενίδες.

Θα έτρωγαν κράξιμο και  σάπια ντομάτα στο σταυρό.  Θα πήγαινε η καζούρα …γόνα που το έλεγε και η γιαγιά Σημούλα στο χωριό.