ΚΑΘΟΛΙΚΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΑ ΠΡΩΙΜΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ

Γνωστός  ιερωμένος και συγγραφέας, μας έστειλε την παρακάτω επιστολή, την οποία  υπογράφει μεν,αλλά παρακαλεί “σε περίπτωση δημοσίευσής της, ας μην αναφερθεί, σας παρακαλώ, το όνομα του αποστολέως”. Σεβόμενοι την παράκλησή του δεν μνημονεύουμε το όνομα και τον τίτλο του. Παραθέτουμε αποσπάσματα από τη μακροσκελή αυτή επιστολή:

” ..Κι αυτό με αφορμή τη χθεσινή σας ανάρτηση  γα τον εκκλησιασμό  στη Μητρόπολη Αθηνών του αξιότιμου  Υπουργού των Εξωτερικών των ΗΠΑ… Σε ένα σημείο της αναφοράς σας γράφετε πως  “οι Προτεστάντες θεωρούν τους Ορθόδοξους-Καθολικούς ως αφιστάμενους από το Ευαγγέλιο (την ορθή πίστη) ,άρα αιρετικούς. Και …τούμπαλιν”.

…Είναι αλήθεια πως  η Ορθόδοξος Εκκλησία θωρεί τους  Διαμαρτυρομένους ως  μή έχοντας την ορθήν πίστιν. Βεβαίως ,αναγνωρίζουμε  και τούτους  ως αδερφούς, διότι  πιστεύομεν στον ίδιον Κύριον, όπως και τους Καθολικούς, έστω  αν και τούτοι απεμπόλησαν  ουσιώδεις αλήθειες ,οι οποίες διατυπώνονται  εις τα Γραφάς και την Ιεράν μας Παράδοσιν

…Η Ορθοδοξία, παρέμεινε εξ αρχής  σταθερή στην αλήθεια,όπως διετυπώθη από τον ιδρυτή της Κύριον Ιησούν Χριστόν και τους Αγίους Αποστόλους και Πατέρας  μας. Και είναι εκείνη που δικαιούται να αποκαλείται  Ορθοδοξία (ορθή δόξα,πίστη).Η Ανατολική εκκλησία σε αντίθεση με τη Δυτική, παρέμεινε εξ αρχής σταθερή ,ορθοτομούσα τον λόγον  της Αληθείας.   Ο Χριστιανοί των πρώτων χρόνων εις τας δυσμάς της  Ρωμαϊκής Αυτοκρατορία και τους πρώτους χρόνους της ίδρυσης της Βυζαντινής,  Ορθόδοξοι  εχαρακτηρίζοντο   τη πίστη κα τω δόγματι”.

***

Δε θα σχολιάσουμε  θρησκευτικές απόψεις  της επιστολής που προσεγγίζονται με την πίστη.  Δεν είναι δουλειά μας. Θα παρατηρήσουμε, όμως,  ότι ο αποστολέας σφάλλει ΙΣΤΟΡΙΚΑ, όταν υποστηρίζει πως  οι  Χριστιανοί   στα τέλη των χρόνων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και τους πρωτοβυζαντινούς χρόνους ήταν Ορθόδοξοι και υπήγοντο στον πατριάρχη Κωνσταντινούπολης.

Παραθέτουμε  το παρακάτω απόσπασμα  παλιότερης εργασίας μας  πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα,που ανατρέπει την πάγια και παραδοσιακή  εκκλησιαστική  άποψη της Ανατολικής,Ορθόδοξης εκκλησίας,πως  εξ αρχής οι ΄Ελληνες υπήρξαν Ορθόδοξοι.

Η εκκλησιαστική διαίρεση και διοίκηση της Ηπείρου και της Ιλλυρίας περισσότερο και λιγότερο της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας,  είναι από τα δυσκολότερα κεφάλαια της Ιστορίας, κυρίως λόγω της έλλειψης αξιόπιστων πηγών. Γίνεται πάντως ευκολότερη  πιστεύουμε  σήμερα  με την παράθεση εδώ των ιστορικών εκείνων στοιχείων  που αποδεικνύουν ότι τουλάχιστον η΄Ηπειρος, η Μακεδονία και η Θεσσαλία εκκλησιαστικά, κατά τα πρώιμα βυζαντινά χρόνια, δεν υπήγοντο στον Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης, αλλά στη δικαιοδοσία του Πάπα.

  Οι αναφορές σε ιστορικά κείμενα και πηγές είναι, βέβαια, ενδεείς ή τουλάχιστον όχι εμφανείς «δια γυμνού οφθαλμού», επειδή ακριβώς είναι σπάνιες και όσες υπάρχουν είναι διάσπαρτες. Μοναδικές, καθαρές πηγές, που αναφέρονται καθοριστικά στο θέμα της δογματικής ταυτότητας των Ελλήνων των παραπάνω περιοχών  είναι  τα κείμενα των Συναξαριστών-Αγιογράφων και των δύο εκκλησιών. Τα κείμενα αυτά, δεν είναι φυσικά ιστορία και η παράθεση από τους συγγραφείς τους στοιχείων που αξιολογούνται ως ιστορικά, είναι συμπτωματική και εξυπηρετούν άλλο σκοπό και όχι για να τονίσουν την εξάρτηση των παραπάνω περιοχών εκκλησιαστικά από τον Πάπα. Για μας, όμως, αυτή η σύμπτωση είναι καθοριστική και έτσι τα κείμενα των Συναξαριστών «ερήμην» τους αναδεικνύονται σε ιστορικές πηγές και μάλιστα αρκούντως διαφωτιστικές.

  Από τους ΒΙΟΥΣ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ (΄Η ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ), που καταγράφονται οι αναφορές των αρχαιότερων και νεότερων συναξαριστών ,επιλέγουμε τα εξής ενδεικτικά της εκκλησιαστικής αυτής εξάρτησης Ιλλυρικού, Ηπείρου, Μακεδονίας και Θεσσαλίας από τη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία. Γράφουν,λοιπόν, οι Συναξαριστές (σημ. διατηρούμε την ορθογραφία και τη σύνταξη των κειμένων):

1. «Ο ΄Αγιος Βονιφάτιος Α΄ο πάπας,418+,αν και πράος ,έδειξε, όμως, μεγάλη σταθερότητα (σ.σ πείσμα-αποφασιστικότητα) κατά των πατριαρχών της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι ζητούσαν να επεκτείνουν την δικαιοδοσία τους επί του  Ιλλυρικού και της Ελλάδος, επαρχίες οι οποίες ,αν και πολιτικά υποτάσσονταν στην Ανατολή, εκκλησιαστικά, όμως, εξηρτώντο ανέκαθεν από την Ρώμη. Για τούτο υποστήριξε θερμά τα δικαιώματα του Μητροπολίτη Ρούφου της Μακεδονίας και τοποτηρητή της Θεσσαλίας και απαίτησε οι εκλογές επισκόπων στις επαρχίες αυτές να επικυρώνονται μόνο από τον Ρούφο, σύμφωνα με την παλαιότατη παράδοση» (ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ, Οκτώβριος 190).

2.  « Ο ΄Αγιος Λέων Α ΄ο Μέγας, πάπας και διδάσκαλος της εκκλησίας (+461), γράφει στον τοποτηρητή του επίσκοπο Θεσσαλονίκης το 444: Να μην χειροτονείται ποτέ επίσκοπος χωρίς προηγουμένως να σε ειδοποιούν. Δεν θα θεωρούμε επισκόπους όσοι χειροτονούνται χωρίς την συγκατάθεσή σου. Θέλουμε να χειροτονείς τους μητροπολίτες και να τους εκλέγεις εσύ κανονικά. Θα μας στέλνεις, σύμφωνα με την παλαιά συνήθεια τις εφέσεις και τις μεγάλες υποθέσεις, που δεν μπορείς να λύσεις επιτόπου» (ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ, Απρίλιος,82).

3.  « Ο ΄Αγιος Δονάτος ήταν επίσκοπος Ευροίας στην ΄Ηπειρο επί Θεοδοσίου του Μεγάλου» (ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ, Απρίλιος,251).

4.  «Οι επίσκοποι Ιλλυρίας και Ηπείρου ,σταθεροί στην πίστη τους στη Ρώμη, γράφουν προς τον πάπα Ορμίσδα (+523) και του εκθέτουν  τα πράγματα και τις καταπιέσεις του αιρετικού  μητροπολίτη…»  (ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ,Αύγουστος,46).

 5.  «Επί της πατριαρχίας του Επιφανίου, ο πάπας Ιωάννης ήλθε στην Κωνσταντινούπολη και έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές από τον λαό ,τον κλήρο και τον αυτοκράτορα. Το τελευταίο έτος ,όμως, του Επιφανίου ,ο Ιουστινιανός του απέσπασε την αρχιεπισκοπή Αχρίδος από τη Θεσσαλονίκη». (ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ, Αύγουστος,184).

6. «Επί Ιγνατίου και Φωτίου, ανακινήθηκε και το ζήτημα της δικαιοδοσίας επί του Ιλλυρικού, το οποίο μέχρι τότε εξηρτάτο από τη Ρώμη» (ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ, Οκτώριος,177).

    ΄Ηδη από τις αρχές του Ε΄μ.χ αιώνα, ο πάπας Ιννοκέντιος ο ΣΤ΄, είχε ονομάσει τον αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης «προϊστάμενο των εκκλησιαστικών επαρχιών, τοποτηρητή της Ρώμης και βικάριον όλου του Ιλλυρικού».(πρβ. Μ. ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ «ΠΥΡΣΟΣ»,τόμος ΙΒ΄,330).Αυτό σημαίνει πως ο εκπρόσωπος του πάπα είχε έδρα τη Θεσσαλονίκη και σε αυτόν αναφέρονταν όλοι οι κληρικοί των εκκλησιαστικών περιοχών που ανήκαν στη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία.

  Η κατάσταση αυτή των εκκλησιαστικών πραγμάτων ,η εκκλησιαστική, δηλαδή, εξάρτηση των επαρχιών αυτών από τη Ρώμη, διατηρήθηκε ως το πρώτο μισό του 8ου αιώνα, οπότε ο Λέων ο Γ΄ ΄Ισαυρος αφαίρεσε τις εκκλησιαστικές αυτές περιοχές από τον Πάπα και τις υπήγαγε στη δικαιοδοσίας του Πατριάρχη . ΄Εκτοτε, αρχίζει ένας μεγάλος προσηλυτιστικός αγώνας από την Κωνσταντινούπολη, για να στερεωθεί η ορθή πίστη (ορθόδοξη) των πιστών των νέων ορθόδοξων επαρχιών, που επί αιώνες βρίσκονταν στη δικαιοδοσία και την επιρροή του Πάπα. (βλ.και Μ. ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ «ΠΥΡΣΟΣ»,ΙΒ΄,332).

      Δεν είναι συμπτωματικό πως το Βυζάντιο, με αφορμή τις δογματικές διαφορές των δύο εκκλησιών, αποσπά τις παραπάνω εκκλησιαστικές περιοχές από τον Πάπα και τις υπάγει στον Πατριάρχη, την εποχή του Λέοντα Ισαύρου ,όταν πια η ελληνική γλώσσα έχει επικρατήσει οριστικά στο ανατολικό κράτος. Η λατινική εγκαταλείπεται από το σύνολο των κατοίκων των περιοχών αυτών, όχι μόνο από την εκκλησιαστική τελετουργία, αλλά και από την καθημερινή ζωή.

  Γιατί, όμως, το πατριαρχείο, επί τόσους αιώνες επέτρεπε την εξάρτηση των «πολύτιμων» αυτών περιοχών από τον Πάπα; Είναι εύλογο να δεχτούμε πως η εκκλησιαστική αυτή παραχώρηση τους στη Ρώμη, υπαγορεύτηκε, εκτός των άλλων,και από την πρακτική ανάγκη να καταλαβαίνουν τη γλώσσα της εκκλησίας τους οι πιστοί, που στο μεγαλύτερο μέρος τους εδώ ήταν λατινόφωνοι.

  Η παπική εκκλησία, όπως είναι φυσικό, χρησιμοποιούσε τη λατινική στη λατρευτική και τη διδακτική διαδικασία των οπαδών της. Η πλειοψηφία των χριστιανών κατοίκων, ειδικά της Ιλλυρίας, Ηπείρου, Μακεδονίας, όντας εκλατινισμένοι, χρησιμοποιούσαν τη λατινική και στις θρησκευτικές τους δραστηριότητες ,όπως ακριβώς και στην υπόλοιπη ζωή τους. Γι αυτό το λόγο, όπως προαναφέραμε, το ελληνόφωνο πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης αναγκάστηκε να παραχωρήσει τους λατινόφωνους πιστούς των παραπάνω περιοχών  στη λατινόφωνη εκκλησία της Ρώμης**.Μετά το πρώτο «σχίσμα» των δύο εκκλησιών και αφού πια η ελληνική γλώσσα έχει επικρατήσει οριστικά και στις περιοχές αυτές, το Πατριαρχείο δια της πολιτικής εξουσίας, απέσπασε τις εκκλησίες εκείνες από τον Πάπα και δραστηριοποιήθηκε έντονα για την εξάλειψη κάθε ίχνους λατινόφωνου και καθολικού στοιχείου

  Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι τη μακρά αυτή περίοδο της υπαγωγής των «ελληνικών» περιοχών εκκλησιαστικά στον Πάπα, δεν έχουν ακόμα επέλθει η οριστική ρήξη και ο χωρισμός Ανατολικής και Δυτικής εκκλησίας. Οι δογματικές, όμως, διαφορές έχουν ήδη αναφανεί και η αντιπαλότητα μεταξύ των δύο εκκλησιών είναι εμφανής. Οι Πάπες φανερά διεκδικούν τα πρωτεία, και υποβαθμίζουν το πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, έναντι ης Ρώμης. Ακόμα και τα Filioque έχει ήδη επικρατήσει ως δογματική διαφορά στις περισσότερες εκκλησίες της Δύσης (Ισπανία, Γαλλία, Γερμανία κλ.π).Η Ρώμη, βέβαια, για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας ,ως τις ημέρες του πάπα Λέοντα του Γ΄(τέλος 7ου αι), αποφεύγει να συμπεριλάβει το Filioque επίσημα στο σύμβολο της πίστεως «για να μη δυσαρεστήσει τους ΄Ελληνες και από σεβασμό προς την αρχαιότητα» (ΒΙΟΣ Λέοντα πάπα, Ιούνιος 82).Οι εκκλησίες, επομένως, της Ελλάδας, όσες υπήγοντο στη Ρώμη, είναι φανερό πως και αυτές ακολουθούν τη δογματική ιδιαιτερότητα, που οι πάπες είχαν επιλέξει τότε.

*(«ιστορίζοντες»=οι αναγορεύοντες εαυτούς σε ιστορικούς και οι εκλαμβάνοντες την ιστορία ως χόμπι ή  ενασχόληση αργόσχολων συνταξιούχων).

** Η πάγια τακτική της εκκλησίας της Ρώμης για τον εκχριστιανισμό  της Βαλτικής ή για άλλες εκκλησιαστικές αποστολές, ήταν να επιλέγει ιεραποστόλους και κληρικούς ,οι οποίοι γνώριζαν τη γλώσσα του πληθυσμιακού κομματιού που ήθελαν να «ευαγγελίσουν». Οι αναφορές και γι αυτό το ζήτημα στα κείμενα των ΒΙΩΝ ΑΓΙΩΝ είναι ενδεικτικές. Επιλέγουμε δύο χαρακτηριστικές:

1.  «Ο πάπας Βενέδικτος Α΄, χειροτονεί τον Γρηγόριο διάκονο και το 590 ο πάπας Πελάγιος Β, τον στέλνει στην Κωνσταντινούπολη ως εκπρόσωπό του (νούντσιο). Ο Γρηγόριος συνάπτει σχέσεις με μέλη της βυζαντινής κοινωνίας και συνδιαλέγεται με τους φίλους του. Παραμένει επί 6 χρόνια εδώ, αλλά δε φρόντισε να μάθει την ελληνική. Μελέτησε, όμως, καλά την πολιτική, κοινωνική και εκκλησιαστική κατάσταση του Βυζαντίου» (ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ, Μάρτιος, 97).Είναι φανερό πως ο Γρηγόριος , ο μετέπειτα Πάπας, ο επονομαζόμενος και Διάλογος, δε χρειάστηκε στο ελληνόφωνο Βυζάντιο, όπως τονίζει ο «συναξαριστής», να μάθει την ελληνική, αν και έμεινε 6 ολόκληρα χρόνια ,αφού η λατινική μιλιέται ακόμα σε μεγάλη έκταση εδώ. Στο πλούσιο συγγραφικό έργο του, φαίνεται πως πράγματι μελέτησε επί τόπου όλο το φάσμα της ζωής του Βυζαντίου, επισκεπτόμενος πολλά μέρη, ζώντας και συζητώντας με τους κατοίκους, γνωρίζοντας ο ίδιος μόνο λατινικά. Τους ΔΙΑΛΟΓΟΥΣ του Γρηγορίου, θα μεταφράσει στα ελληνικά ο ΄Ελληνας Πάπας Ζαχαρίας κατά τον 8ο αιώνα (παράβαλε ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ, Μάρτιος,125).

2.  «Ο ΄Αγιος Μεθόδιος ,αφού χειροτονήθηκε ιερέας, διορίζεται από τον πάπα επίσκοπος Παννονίας .Εξαιτίας των προστριβών μεταξύ των Γερμανών και Βυζαντινών, διατάχθηκε από τον πάπα να λειτουργεί λατινιστί. Αργότερα  η χρήση της σλαυικής στη λειτουργική, επικυρώνεται επίσημα από τον πάπα» (ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ, Ιούλιος 60).