ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΤΤΑ ΤΟΥ ΤΡΑΜΠ ΣΤΗΝ ΗΤΤΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ;

Πολιτικός σεισμός στην Αμερική. Οι Δημοκρατικοί κέρδισαν Βουλή και Γερουσία. Διπλή ήττα για τον Τραμπ. Αλλάζει κάτι πραγματικά;

 

Ασφαλώς πρόκειται για μια μεγάλη εκλογική νίκη των Δημοκρατικών στις χθεσινές ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ. Και η σημασία της δεν βρίσκεται μόνο στο γεγονός ότι ανέκτησαν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου, αλλά κυρίως στην έκταση και στη γεωγραφική διάσταση αυτής της επικράτησης. Οι εκλογείς δεν περιορίστηκαν σε μια συνηθισμένη κομματική εναλλαγή. Έστειλαν ένα ηχηρό πολιτικό μήνυμα στην κυβέρνηση Τραμπ, αμφισβητώντας την πολιτική της και περιορίζοντας σημαντικά τη δυνατότητά της να κυβερνά χωρίς ουσιαστικά κοινοβουλευτικά αντίβαρα.

Ήταν, αναμφίβολα, μια σοβαρή εκλογική αποδοκιμασία του Ντόναλντ Τραμπ, αλλά και ένα μήνυμα προς εκείνους τους οικονομικά ισχυρούς παράγοντες, όπως ο Έλον Μασκ, που επιχειρούν να μετατρέψουν την οικονομική τους δύναμη σε πολιτική επιρροή και εκλογική ισχύ. Όσο κι αν οι τεράστιες οικονομικές δυνατότητες μπορούν να επηρεάσουν μια εκλογική αναμέτρηση, δεν είναι αυτονόητο ότι μπορούν και να καθορίσουν τη λαϊκή ετυμηγορία. Ιδιαίτερα σε μια κοινωνία όπου μεγάλα τμήματα του πληθυσμού δοκιμάζονται καθημερινά από την ακρίβεια, το κόστος ζωής και την ανασφάλεια.

Χαιρετίζουμε, επομένως, αυτή την εξέλιξη, αλλά μόνο ως μια μετάβαση από το «χείρον στο μη χείρον». Δεν πρέπει να συγχέουμε την ήττα μιας πολιτικής δύναμης με την αυτοδίκαιη δικαίωση της αντίπαλης. Όπως εύστοχα μας υπενθυμίζει η διαχρονική ελληνική παροιμία, «στην αναβροχιά καλό και το χαλάζι». Δεν πρόκειται, δηλαδή, για μια κατ’ ανάγκην ιστορική δικαίωση των Δημοκρατικών, αλλά για μια επιλογή ανάμεσα στα παραθετικά του επιθέτου «κακός». Η απομάκρυνση από το χειρότερο δεν σημαίνει αυτομάτως προσέγγιση του καλύτερου.

Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μας, το ουσιαστικότερο πολιτικό συμπέρασμα αυτής της αναμέτρησης.

Η οικονομία, η ακρίβεια και το αυξανόμενο κόστος διαβίωσης υπήρξαν καθοριστικοί παράγοντες στην εκλογική συμπεριφορά των Αμερικανών. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν επίσης η δυσαρέσκεια για την κυβερνητική διαχείριση και η αντίθεση στον πόλεμο με το Ιράν. Η ψήφος, συνεπώς, είχε σε μεγάλο βαθμό χαρακτήρα κοινωνικής και οικονομικής διαμαρτυρίας.

Αυτό, όμως, δεν μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι η πλειονότητα των Αμερικανών καταδίκασε συνολικά και για όλους τους λόγους την πολιτική του προέδρου της. Δεν έχουμε επαρκή στοιχεία για να θεωρήσουμε ότι η εκλογική αυτή μεταστροφή συνιστά μια συνολική ηθική και πολιτική αποδοκιμασία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, είτε στο Παλαιστινιακό είτε στο Ουκρανικό είτε στο μεταναστευτικό. Άλλο η δυσαρέσκεια για την καθημερινή οικονομική πραγματικότητα και άλλο η συνειδητή απόρριψη μιας πολιτικής αντίληψης για τον κόσμο, τους λαούς και τα δικαιώματά τους.

Και αυτή η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία. Γιατί η δημοκρατία δεν εξαντλείται στην καταμέτρηση των ψήφων. Προϋποθέτει και την ποιότητα της πολιτικής συνείδησης που τις διαμορφώνει.

Υπάρχει, ωστόσο, και μια άλλη παράμετρος της αμερικανικής πολιτικής πραγματικότητας, λιγότερο προβεβλημένη, αλλά υπαρκτή: η θρησκευτική και πολιτισμική της διάσταση.

Η σχέση της αμερικανικής πολιτικής με τον ευαγγελικό Προτεσταντισμό, ιδιαίτερα με τα συντηρητικά και θρησκευτικά κινήματα που συνδέουν την πολιτική εξουσία με μια συγκεκριμένη αντίληψη περί θεϊκής αποστολής, αποτελεί ένα διαχρονικό φαινόμενο. Η θρησκευτική ταυτότητα δεν καθορίζει από μόνη της την εκλογική συμπεριφορά, ούτε οι Αμερικανοί Προτεστάντες ή Καθολικοί αποτελούν ενιαία πολιτικά στρατόπεδα. Ωστόσο, η πολιτική αξιοποίηση της πίστης, η θρησκευτική πόλωση και η ταύτιση συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών με υποτιθέμενες θεϊκές επιταγές αποτελούν στοιχεία που αξίζουν πολύ μεγαλύτερης προσοχής.

Δεν αρκεί, λοιπόν, να ερμηνεύουμε την πολιτική ζωή των ΗΠΑ αποκλειστικά με οικονομικούς όρους. Πίσω από την εκλογική συμπεριφορά υπάρχουν αντιλήψεις για την κοινωνία, την ηθική, την ταυτότητα, τη θρησκεία και την εξουσία. Και η παράλειψη αυτών των παραμέτρων μπορεί να οδηγήσει σε μια ελλιπή ανάγνωση της πραγματικότητας.

Στις ημέρες μας, ασφαλώς, αποτελεί ζήτημα ζωής και αξιοπρεπούς επιβίωσης για τους λαούς και τον πλανήτη το ποιοι ασκούν την πολιτική εξουσία και με ποιες αντιλήψεις. Πρόσωπα όπως ο Τραμπ, ο Πούτιν, ο Νετανιάχου, ο Μητσοτάκης και ο Όρμπαν, με τις διαφορετικές πολιτικές, ιδεολογικές και ιστορικές τους διαδρομές, ενσαρκώνουν διαφορετικές εκδοχές της σύγχρονης συγκέντρωσης πολιτικής ισχύος και της αντιπαράθεσης γύρω από τα όρια της δημοκρατικής διακυβέρνησης.

Το ίδιο το πολιτικό σύστημα, ωστόσο, εμφανίζει μια αξιοσημείωτη ιστορική ικανότητα προσαρμογής. Διατηρεί τις θεσμικές του ονομασίες, τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες και τις εκλογικές του τελετουργίες, ακόμη και όταν η ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων περιορίζεται ή η οικονομική ισχύς αποκτά δυσανάλογη πολιτική επιρροή.

Έτσι, οι χαρακτηρισμοί «δημοκρατικό», «κοινοβουλευτικό» και «πλειοψηφικό», όσο ηχηροί κι αν είναι, δεν αρκούν από μόνοι τους για να περιγράψουν την πραγματική ποιότητα ενός πολιτικού συστήματος. Χρειάζεται να εξετάζουμε τι ακριβώς υπηρετεί, ποιους εκπροσωπεί, ποια συμφέροντα εξυπηρετεί και πόσο ουσιαστικά επιτρέπει στους πολίτες να συμμετέχουν στη διαμόρφωση του μέλλοντός τους.

Και εδώ ακριβώς αρχίζει το μεγάλο ερώτημα για τις επόμενες γενιές.

Η ήδη διαμορφωμένη Γενιά Ζ, αλλά και οι γενιές που ακολουθούν, δύσκολα θα αρκεστούν επ’ αόριστον στην εναλλαγή κομμάτων, προσώπων και πολιτικών διαχειριστών. Οι απαιτήσεις τους ενδέχεται να ξεπεράσουν τα καθιερωμένα πολιτικά σχήματα, καθώς η επανάσταση της Τεχνητής Νοημοσύνης διευρύνει τους ορίζοντες της γνώσης, της επικοινωνίας και της παραγωγής, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί νέες ανάγκες, νέες ανισότητες και νέες απαιτήσεις για την ανθρώπινη διαβίωση.

Η πρόσβαση σε περισσότερη γνώση, η αντικειμενικότερη ενημέρωση, η δυνατότητα ελέγχου της εξουσίας και η αξιοπρεπής ζωή δεν θα είναι απλώς επιθυμίες. Θα αποτελούν ολοένα και περισσότερο απαιτήσεις των κοινωνιών.

Δεν είναι, λοιπόν, αρκετό να αναρωτιόμαστε ποιος θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές στην Αμερική ή σε οποιαδήποτε άλλη χώρα. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν οι κοινωνίες θα κατορθώσουν κάποτε να υπερβούν τις ίδιες τις αιτίες που καθιστούν αναγκαία αυτή την αέναη ανακύκλωση της πολιτικής εξουσίας.

Και θα ήταν πραγματικά ευχής έργο αν, λίγες δεκαετίες από σήμερα, η «Αμερική» δεν πανηγύριζε πλέον νίκες των Δημοκρατικών επί των Ρεπουμπλικάνων ή το αντίστροφο. Αντίθετα, αν οι επόμενες γενιές είχαν κατορθώσει να απαλλαγούν από την ανάγκη τέτοιων διχαστικών διαχωρισμών, από την αναπαραγωγή των ίδιων πολιτικών αδιεξόδων και από την εξουσία προσώπων που προσωποποιούν τις παθογένειες ενός συστήματος το οποίο εμφανίζεται ως μονόδρομος.

Γιατί η μεγαλύτερη πολιτική νίκη του μέλλοντος δεν θα είναι η επικράτηση του ενός κόμματος απέναντι στο άλλο. Θα είναι η υπέρβαση της ανάγκης να επιλέγουν οι κοινωνίες διαρκώς ανάμεσα σε διαφορετικές εκδοχές του ίδιου αδιεξόδου.