ΤΟ… ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΤΕΜΠΕΛΙΑ ΚΙ ΕΚΕΙΝΟ ΣΤΗ ΧΑΣΤΟΥΚΑ ΑΥΤΟΔΙΚΙΑΣ!

Τον   είχα συντύχει   το περασμένο  καλοκαίρι   να  ξηλώνει  ΣΤΟΠ  ,να τα πετάει στη γράνες  και να   μουτζουρώνει με ένα μαύρο σπρέι τις πινακίδες στο δρόμο Ν. Αρτάκη-Στενή.  Πιτσιρικάς  18-20, πάνω σε μια κόκινη   μηχανή,  μεγάλου κυβισμού, χωρίς πινακίδες και με τις εξατμίσεις πειραγμένες,  να τρυπούν αυτιά και  να ξερνούν  μαυρίλα  στα γκαζώματα .

Ανοίγω το παράθυρο,

-γιατί ρε φίλε,το κάνεις αυτό, τον μάλωσα.  Μπορεί να σκοτωθεί κόσμος, χωρίς τις πινακίδες. Κάνεις έγκλημα. Το έχεις καταλάβει;

-Κατέβα να τις ξαναστήσεις, μου κάνει ο αληταράς  ,γκαζώνει τέρμα και τρώω τις εξατμίσεις του  στη μούρη. Τα παίρνω,. Τον κυνήγησα να τον πιάσω με το αμάξι,   έπαιρνε τις στροφές του σκοτωμού,  δεν πρόκανα με τίποτα.

Λίγο μετά, τον βλέπω  από μακριά,  μπήκε σε ένα χωματόδρομο  κι έγινε καπνός.  Φτάνω, μπαίνω κι εγώ μέσα. Τον είχα μέγα άχτι για το θράσος και την εγκληματική του αδιαφορία. Τα παίρνω εύκολα κρανίο  με τέτοιες συμπεριφορές.

 Στο χιλιόμετρο  πάνω στο χωματόδρομο, σε ένα παλιόσπιτο, για ακατοίκητο φαινόταν,  είχε αράξει  σε μια αλάνα τη μηχανή. Σταματάω, πουθενά ο  ψευτόμαγκας.    Είπα να  του  φωνάξω,  μετάνιωσα.  Λέω μέσα μου,  θες να    βγει με καμιά καραμπίνα να με κάνει κόσκινο. Ούτε θα με έβρισκαν ,ως πτώμα,  σε τέτοια ερημιά. Την έκανα.

 

 

 

Τον ξαναείδα κανα  μήνα    μετά   εκείνο  το κυνηγητό,  αραγμένο στα πλατάνια στη Μακρυκάπα   να πίνει μπυρόνια, με τη μηχανή παρκαρισμένη παρέκει .    Δε με γνώρισε αμέσως. Κάθισα σε τραπέζι ακριβώς δίπλα του και έπιασα   να τον παρενοχλώ με άγριες ματιές και ξερόβηχα.  Μού έκανε εντύπωση που στο τραπέζι είχε  αποθέσει ένα βιβλίο και μάλιστα  πάνω   στο τασάκι  με τα αποτσίγαρά του.   ΄Εριξα μια ματιά  στον  τίτλο.  Το “Δικαίωμα  στην τεμπελιά”, του  Paul  Lafargue.

-Τι διαβάζεις, ρε μεγάλε,  του κάνω μια στιγμή.

– ΄Ανοιξε τα στραβά σου, μου κάνει και διάβασε.

  -Είμαι θεόστραβος ρε, φιλάρα,  εκ γενετής,  γι αυτό σε ρώτησα ,του κάνω.

-Μπα ,δε σε βλέπω με γυαλούμπες,  πώς κι έτσι;  Όλοι οι στραβοί φοράτε, με  ειρωνεύτηκε, αλλά ψυλλιασμένα.

Μάλλον είδε δίπλα στη μηχανή του το αμάξι μου, χαρακτηριστικό κοκινάκι, με ξένες πινακίδες και θυμήθηκε  σίγουρα που τον πήρα τότε στο κυνήγι. Κατάλαβε πως ζήταγα καυγά .   Σηκώθηκε απότομα, πήρε τα πράγματά του, καβάλησε τη μηχανή και   χάθηκε στην ανηφόρα για ΄Αταλη.  ΄Εκτοτε, δεν τον είδα  ξανά,  όσο ήμουν στην  Εύβοια.

Αυτές τις ημέρες, εγκλωβίστηκα κι εγώ στα χιόνια και έμεινα φυλακή καμιά βδομάδα μέσα.  Βγήκα χτες για πρώτη φορά και πήγα  μια  γύρα στο χωριό.  Στο μπακάλικο, ανταμώνω   τον  Αποστόλη  τον  Αλβανό , έμενε χρόνια στην περιοχή .  ΄Εκανε ό,τι δουλειές του τύχαιναν,  χτίσιμο, μερεμέτια, αλλά και  χωράφια, μεταφορές  , όπου τον καλούσαν να  βγάζει  μεροκάματο.  Με είχε βοηθήσει σε κάτι βαψίματα στο σπίτι. Καλό παιδί, εργατικός και οικονομικός.

-Τι κάνεις Αποστόλη, τον  χαιρέτησα.  Φαινόταν  φαρμακωμένος, τον ήξερα για γελαστό και με αστεία, όταν τον έβλεπα.

Ασε,    μου σήκωσαν  το σπίτι,  κάτι μέρες πριν,  μου λέει, με παράπονο. ΄Ελειπα Αλβανία, θάψαμε τον παππού.   Δεν έχω πολλές μέρες που  γύρισα. ΄Ηρθαν   με ένα αγροτικό, μέρα μεσημέρι,  έκαναν κανονική μετακόμιση. Τα άλλα  δε με νοιάζει, τα εργαλεία μου, έναν τόρνο και  μια γεννήτρια, κλαίω,   2 χιλιάρικα ζημιά στον αέρα.

Γείτονες, δεν ακούσανε , δεν είδαν, τον ρωτάω.

Τους είδαν η οικογέννεια  από απέναντι.   Νόμιζαν πως  μετακόμιζα. Μετά κατάλαβαν, πως ήταν  κλέφτες.  Κάτι κ@λόπαιδα .  σε ένα  αγροτικό και  μηχανή. Ούτε πινακίδες, ούτε τίποτα.  Γίνανε καπνός.

Πήρα  αναλαμπή.  Μηχανή χωρίς πινακίδες και   παιδιά!  Μου ήρθε στο μυαλό η σκηνή  του κυνηγητού και της αντάμωσης στο καλοκαίρι με το  λεχρίτη,  που διάβαζε πως έχει δικαίωμα  στην τεμπελιά. Κι ασφαλώς και στη βούτα , ακόμα και του μεροκαματιάρη  Αποστόλη  τα εργαλεία.  Αλλιώς  πώς αγοράζεις τέτοια βαριά μηχανή ,  πληρώνεις βενζίνες, μπυρόνια,  προφανώς και μπάφους;

-Φίλε,  του λέω ,είσαι να  ρίξουμε  μια ματιά  κάπου,  που υποπτεύουμαι   πως  μπορεί να είναι ο κλέφτης; Και έπιασα να του εξιστορώ  τις συναντήσεις  μου   με τον  πιτσιρκά.

-Πάμε μου λέει. Και τώρα αν μπορείς.

-Παίρνω επιτόπου τηλέφωνο  το Σίμο,   που  έχει και τρακτέρ,  φιλαράκι  από παλιά, το και το, του λέω, έρχεσαι  να μας πας .μην κολλήσουμε με το αμάξι. Ο Σίμος, αν είναι  για καλό, να εξυπηρετήσει,  δε λέει  ποτε όχι.

Φτάνουμε  στο παλιόσπιτο.  Μηχανή έξω δεν υπήρχε, ούτε ψυχή μέσα.  Δέκα φορές φωνάξαμε, μέχρι πέτρες πετάξαμε στο παλιοχάγιατο.

_Παίδες, λέει ο Σίμος,   μπαίνουμε  μάσα στην αυλή να ρίξουμε μια ματιά . Πηδάμε το συρματόπλεγμα,    στο υπόστεγο από πίσω και μέσα σε κάτι σανούς κρυμμένα  τα εργαλεία, η γεννήτρια ,  άλλα πράγματα,  σωρός ολόκληρος, πασιφανώς από κλοπιμαία.

 

 

 

Πώς τελείωσε  αυτή  η ιστορία, ας μου επιτρέψουν  οι φίλοι εδώ,  να μη μπω τη συνέχεια, γιατί μπορεί να  μπλέξουν άνθρωποι με τις «Αρχές», που είναι  αθώοι. ΄Ετσι και αλλιώς, εγώ ,εδώ και χρόνια, έπαψα να… αναφέρομαι εις τας αρχάς, γιατί ξέρω τί σαϊνια είναι και πόσο αδέκαστα κάνουν τη δουλειά τους.

΄Ενα θα πω.  Τα πράγματά  του θα τα πάρει ο καψερός  ο Αποστόλης.  Και ξέρω πώς.  Κάνει σαν παιδί από τη χαρά του ο άμοιρος όλη τη μέρα.

Μόνο που δε θα  μείνω εκεί. Τη σβουριχτή  σφαλιάρα θα του τη ρίξω του αλήτη   με το δικαίωμα στην τεμπελιά κι εγώ  με το άλλο στην …αυτοδικία,  δεν τη γλιτώνει.

Του τη χρωστάω, άλλωστε,  από το καλοκαίρι. Τότε που τον έπιασα να  ξηλώνει τα  ΣΤΟΠ στο δρόμο.  Έτσι , για να σκάσει πλάκα το κ@λόπαιδο!